Κινηματογραφος

NAZA | Yuval Abraham & Rachel Szor

ημερομηνίες

τιμές

6 — 9 €

ωρα & ημερομηνια

ημέρα
ώρα
τοποθεσία
ημέρα
Τετάρτη
ώρα
20:30
τοποθεσία
Κεντρική Σκηνή

εισιτηρια

τύπος
τιμή
Κανονικό εισιτήριο
9 €
Μειωμένο εισιτήριο, Φίλοι Στέγης, Κάτοικοι Γειτονιάς
7 €
Ανεργίας, ΑμεΑ, Συνοδός ΑμεΑ*
6 €

*Οι κρατήσεις εισιτηρίων για ΑμεΑ και Συνοδούς ΑμεΑ γίνονται τηλεφωνικά στο 2130178036 ή μέσω email στο infotickets@onassis.org.

Έναρξη προπώλησης Φίλων Στέγης και γενικού κοινού: 9 ΟΚΤ 2026, 17:00

πληροφοριες

Διαρκεια

80΄

Τι συμβαίνει όταν οι ανθρώπινες ζωές μετατρέπονται σε αριθμούς ενός συστήματος; Μέσα από ανώνυμες μαρτυρίες 24 Ισραηλινών αξιωματικών και στρατιωτών, το πολύκροτο, βραβευμένο ντοκιμαντέρ "ΝΑΖΑ" συνθέτει ένα πορτρέτο των ανθρώπων που σχεδίασαν και λειτούργησαν συστήματα μαζικής θανάτωσης και καταστροφής.

Σε νυχτερινές συνομιλίες στις ταράτσες του Τελ Αβίβ, τα συστήματα πίσω από την οργανωμένη μαζική εξόντωση Παλαιστινίων αμάχων στη Γάζα από το Ισραήλ έρχονται στο φως από τις φωνές των ίδιων ανθρώπων που τα σχεδίασαν και χρησιμοποίησαν. Το ντοκιμαντέρ "NAZA" των δύο –εκ των τεσσάρων– βραβευμένων με Όσκαρ δημιουργών του "Καμία Άλλη Γη" (2024) αποτελεί συνέχεια δημοσιογραφικής έρευνας που δημοσιεύτηκε τα τελευταία τρία χρόνια από την "Guardian", το ισραηλινοπαλαιστινιακό περιοδικό "+972 Magazine" και το εβραιόφωνο μέσο Local Call. Όπως αναφέρουν οι δημιουργοί: «Κάναμε αυτή την ταινία από αίσθηση χρέους: να αξιοποιήσουμε τη θέση που είχαμε ως Ισραηλινοί κινηματογραφιστές και δημοσιογράφοι, ώστε να εξετάσουμε τα συστήματα πίσω από τη μαζική εξόντωση Παλαιστινίων αμάχων, για την οποία ευθύνεται η χώρα μας. Καθώς γυρίζαμε το υλικό μας τα τελευταία τρία χρόνια με προσωπικό των ισραηλινών ένοπλων δυνάμεων σε ταράτσες του Τελ Αβίβ μέσα στη νύχτα, βρεθήκαμε να θέτουμε τα ίδια ακριβώς ερωτήματα που έθεσε η γενιά των παππούδων μας και τα οποία διατρέχουν ολόκληρο τον 20ό αιώνα: πώς επιτρέπει μια ομάδα ανθρώπων την ολοκληρωτική απανθρωποποίηση μιας άλλης;» Το "NAZA", που απέσπασε το Βραβείο Κοινού Καλύτερης Ευρωπαϊκής Ταινίας στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν το 2026 και το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ Βενετίας 2026, προβάλλεται στη Στέγη, ταυτόχρονα με την παγκόσμια κυκλοφορία του στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Μια παραγωγή της "Guardian" και της JW Films, σε συνεργασία με τις Placeholder Films και Unseen Hand και διανομή της mk2, και σε ελληνική διανομή της Filmtrade και της Tanweer.

Σημειωμα των σκηνοθετων

Κάναμε αυτή την ταινία από αίσθηση χρέους: να αξιοποιήσουμε τη θέση που είχαμε ως Ισραηλινοί κινηματογραφιστές και δημοσιογράφοι, ώστε να εξετάσουμε τα συστήματα πίσω από τη μαζική εξόντωση Παλαιστινίων αμάχων, για την οποία ευθύνεται η χώρα μας. Καθώς γυρίζαμε το υλικό μας τα τελευταία τρία χρόνια με προσωπικό των ισραηλινών ένοπλων δυνάμεων σε ταράτσες του Τελ Αβίβ μέσα στη νύχτα, βρεθήκαμε να θέτουμε τα ίδια ακριβώς ερωτήματα που έθεσε η γενιά των παππούδων μας και τα οποία διατρέχουν ολόκληρο τον 20ό αιώνα: πώς επιτρέπει μια ομάδα ανθρώπων την ολοκληρωτική απανθρωποποίηση μιας άλλης; Πώς είναι να βλέπεις τη λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος εκ των έσω;

Πολλές από τις αποκαλύψεις της ταινίας δημοσιεύτηκαν σχεδόν αμέσως μόλις τις μάθαμε, τους μήνες που ακολούθησαν τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου, από την “Guardian” (που είναι ένας από τους παραγωγούς του «NAZA»), σε συνεργασία με ρεπόρτερ των “+972 Magazine” και “Local Call”. Η ταινία μάς επιτρέπει να διερευνήσουμε κάτι βαθύτερο από αυτό που θα μπορούσε να κάνει μόνη της η ερευνητική μας δημοσιογραφία: όχι μόνο όσα λέγονται, αλλά και όσα δεν λέγονται, τη σιωπή. Είναι στο χέρι όλων μας να σπάσουμε αυτή τη σιωπή.

– Yuval Abraham και Rachel Szor

Φωτογραφια: David Levene

Yuval Abraham και Rachel Szor

Βιογραφικα

Ο Yuval Abraham είναι σκηνοθέτης και ερευνητικός δημοσιογράφος. Η Rachel Szor είναι κινηματογραφίστρια και διευθύντρια φωτογραφίας. Είναι οι δύο από τους τέσσερις συνσκηνοθέτες του βραβευμένου με Όσκαρ ντοκιμαντέρ “No Other Land” («Καμιά Άλλη Γη», 2024).

Ο James Wilson είναι παραγωγός, που υπήρξε υποψήφιος για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και έχει δύο φορές βραβευτεί με BAFTA.

Ο Jonathan Glazer είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης, βραβευμένος με Όσκαρ και δύο BAFTA. Πιο γνωστές ταινίες του: “Sexy Beast”, “Birth” («Γέννηση»), “Under the Skin” («Κάτω από το δέρμα») και “The Zone of Interest” («Ζώνη ενδιαφέροντος»). Το 2024, η ταινία «Ζώνη ενδιαφέροντος» των Γκλέιζερ και Ουίλσον κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας.

Συνεντευξη με τους σκηνοθετες

Ποιο ήταν το κίνητρο που σας ώθησε να κάνετε αυτή την ταινία;

Η κριτική μας προς το ισραηλινό κράτος επικεντρωνόταν πάντα σε εγκλήματα συστημικού χαρακτήρα. Στην ταινία “No Other Land” («Καμιά Άλλη Γη») αφιερώσαμε πέντε χρόνια, μαζί με τον Basel Adra και τον Hamdan Ballal, καταγράφοντας την κατεδάφιση παλαιστινιακών κατοικιών από τον ισραηλινό στρατό, προκειμένου να σκιαγραφήσουμε μια ευρύτερη εικόνα ενός συστήματος κατοχής και εθνοτικής υπεροχής που στοχεύει στην απομάκρυνση των Παλαιστινίων από τη Δυτική Όχθη. Στο «NAZA», αντίστοιχα, συνδέουμε τα κομμάτια του παζλ ενός συστήματος, συγκεντρώνοντας τις μαρτυρίες 24 αξιωματικών και στρατιωτών των μυστικών υπηρεσιών και αποτυπώνοντας τα στρατιωτικά συστήματα που χρησιμοποιήθηκαν για να διαπραχθεί αυτό που μια επιτροπή του ΟΗΕ και οι κορυφαίες διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν χαρακτηρίσει γενοκτονία.

Δεν εστιάσαμε λοιπόν σε μεμονωμένα εγκλήματα πολέμου από ανεξέλεγκτους στρατιώτες που αγνόησαν τις διαταγές. Επικεντρωθήκαμε στις ίδιες τις διαταγές, τις πολιτικές, τις αποδεκτές πρακτικές, τη γλώσσα και τη λογική που καθιστούν δυνατές αυτές τις πρακτικές, καθώς και στους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται εντός αυτών: στο σύστημα και τα γρανάζια του.

Εν μέρει, αυτό έχει σημασία επειδή το ζήτημα της γενοκτονίας είναι αδιαχώριστο από το ζήτημα της πρόθεσης. Η πρόθεση αντιμετωπίζεται συχνά ως κάτι κρυμμένο στο μυαλό πολιτικών ή στρατιωτικών ηγετών. Όμως, και τα συστήματα αποκαλύπτουν πρόθεση: μέσα από τους κανόνες που θεσπίζουν, τους στόχους που εγκρίνουν, τα ρίσκα που αποδέχονται και τα μοτίβα που παράγουν κατ’ επανάληψη. Αποτυπώνοντας αυτά τα συστήματα μέσα από μαρτυρίες ανθρώπων εκ των έσω, ελπίζουμε η ταινία να συνεισφέρει κάτι ουσιαστικό σε αυτή τη συζήτηση και να βοηθήσει ώστε να επιτευχθούν η λογοδοσία και η δικαιοσύνη για τα βαριά εγκλήματα που έχει διαπράξει το Ισραήλ στη Γάζα.

Πότε αποφασίσατε ότι θα κάνετε αυτή την ταινία και πώς προέκυψε;

Στα τέλη του 2023, μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς, παρακολουθούσαμε πώς η ηγεσία της χώρας μας –με τη στήριξη των κυρίαρχων ισραηλινών ΜΜΕ και μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης– άρχισε να κανονικοποιεί γενοκτονικές ιδέες για τον πληθυσμό της Γάζας: ότι εκεί δεν ζουν αθώοι άμαχοι, παρά μόνο «δίποδα όντα» ανάξια να ζήσουν.

Μιλώντας με Παλαιστίνιους και Ισραηλινούς, καταλάβαμε γρήγορα ότι αυτές οι ιδέες μεταφράζονταν σε στρατιωτικές ενέργειες. Το να κάνουμε μια ταινία για αυτό το σύστημα και την εσωτερική λειτουργία του μάς φάνηκε ότι ήταν το σωστό, τη στιγμή που τόσο σοβαρά εγκλήματα διαπράττονται από ανθρώπους της ίδιας μας της κοινωνίας και στο όνομά μας. Η ταινία δείχνει, πιστεύουμε, ότι η σφαγή αμάχων στη Γάζα δεν ήταν απλώς παρεπόμενο του πολέμου, όπως συχνά παρουσιάστηκε από τα ΜΜΕ, αλλά μια προσχεδιασμένη, υπολογισμένη και εσκεμμένη ενέργεια, που απορρέει άμεσα από ισραηλινά κέντρα αποφάσεων.

Γνωρίζαμε επίσης ότι έπρεπε να δημοσιεύουμε τα ευρήματά μας την ώρα που συνέβαιναν. Στα τέλη του 2023 ο Yuval άρχισε να γράφει ερευνητικά ρεπορτάζ σχετικά με τον ισραηλινό στρατό –εξετάζοντας τα βασισμένα σε τεχνητή νοημοσύνη συστήματα στοχοποίησης και τα σχέδια βίαιης μεταφοράς πληθυσμών στη Γάζα– τα οποία δημοσιεύτηκαν από το “Local Call” και το ανεξάρτητο ισραηλινοπαλαιστινιακό μέσο “+972 Magazine”, συχνά σε συνεργασία με την εφημερίδα “Guardian”. Αργότερα και άλλα δημοσιογραφικά μέσα, μεταξύ των οποίων οι “New York Times” και η “Washington Post”, κάλυψαν και επιβεβαίωσαν την ύπαρξη των ίδιων συστημάτων. Η ταινία έχει ως υπόβαθρο ορισμένες από αυτές τις έρευνες.

Η Laura Poitras έχει δηλώσει κατ’ επανάληψη ότι το ντοκιμαντέρ είναι μορφή τέχνης, συγγενική με τη δημοσιογραφία αλλά διακριτή από αυτήν. Γιατί νιώσατε την ανάγκη να επιστρέψετε στην ερευνητική δημοσιογραφική δουλειά σας, αυτή τη φορά ως δημιουργοί ντοκιμαντέρ; Και γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη κινηματογραφική φόρμα και γλώσσα, οπτικά και δομικά;

Κάθε απόφαση στον κινηματογράφο, από την τοποθέτηση του κάδρου μέχρι τη δομή και το μοντάζ, αφορά τόσο αυτά που δεν φαίνονται ούτε ακούγονται όσο και αυτά που φαίνονται και ακούγονται. Ο κινηματογράφος σού επιτρέπει να εξετάσεις τη σιωπή δίπλα στον λόγο, την παρουσία δίπλα στην απουσία, μια πόλη που χτίζεται δίπλα σε μια πόλη που καταστρέφεται. Στην ταινία κοιτάζουμε το Τελ Αβίβ, το φιλελεύθερο κέντρο του Ισραήλ, την ώρα που μια άλλη πόλη, η Γάζα, εξήντα χιλιόμετρα μακριά, καταστρέφεται. Η Γάζα είναι παρούσα μέσω της απουσίας της. Αυτή η φόρμα μάς επιτρέπει να αποτυπώσουμε τη βία έμμεσα, με την ελπίδα ότι έτσι ίσως διαταράξουμε τη χαύνωση και την αδράνεια πάρα πολλών ανθρώπων που έχουν πλέον συνηθίσει στην άμεση απεικόνιση της βίας.

Ο Jonathan Glazer, ο executive producer της ταινίας μας, μιλώντας για τη δική του ταινία, “The Zone of Interest” («Ζώνη ενδιαφέροντος»), εξήγησε πώς σκέπτεται για τη δεοντολογία της αναπαράστασης, λέγοντας ότι μπορεί να μη βλέπεις τα θύματα στην ταινία του, δεν παύεις όμως στιγμή «να τα έχεις στον νου σου». Αυτή η ιδέα μάς επηρέασε όσο δουλεύαμε στο «NAZA» και διαμορφώναμε την οπτική του γλώσσα. Η ταινία κοιτάζει την ισραηλινή πλευρά, τα ισραηλινά σπίτια, τις ισραηλινές πράξεις, χωρίς όμως ποτέ να αποσπάται από τον λόγο ύπαρξής της: τη σφαγή στη Γάζα και όσα την καθιστούν δυνατή.

Στο μοντάζ ξέραμε ότι θέλαμε να διατηρήσουμε τη δύναμη της «ντοκιμαντερίστικης στιγμής» που ξετυλίγεται μπροστά στην κάμερα. Αυτό ήταν ιδιαίτερα δύσκολο σε μια ταινία που στηρίζεται σε μαρτυρίες οι οποίες χρειαζόταν να είναι ανώνυμες. Γι’ αυτό αφήσαμε πολύ χώρο στις σιωπές, στις ερωτήσεις και τις απαντήσεις, επιχειρώντας να δομήσουμε την ταινία περισσότερο ως διάλογο, ως αναζήτηση της αλήθειας μέσα από τον κινηματογράφο, παρά ως δημοσιογραφικό μοντάζ με κοντινά πλάνα στα κεφάλια των ομιλητών.

Πέρα από τα πιθανά ζητήματα ασφάλειας, τι σας τράβηξε στις νυχτερινές συνεντεύξεις σε ταράτσες ως σκηνικό της ταινίας;

Μας φάνηκε η μόνη επιλογή για την ταινία. Η πραγματικότητα Ισραήλ-Παλαιστίνης ήταν πάντα σκοτεινή, αλλά από την 7η Οκτωβρίου και μετά μάς έχει καταπιεί ένα απόλυτο σκοτάδι και το φως του ήλιου δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Η ταινία μας αντανακλά την εποχή μέσα στην οποία φτιάχτηκε.

Το σκοτάδι θεωρείται κατεξοχήν προνομιακή συνθήκη εγκλημάτων, πράξεων που πρέπει να μείνουν κρυφές λόγω της φρικαλέας φύσης τους. Είναι όμως και προνομιακή συνθήκη της ειλικρίνειας· στα σκοτεινά οι άνθρωποι λένε πράγματα που δεν θα έλεγαν στο φως, και κάποιες από τις πιο έντονες, τις πιο αποκαλυπτικές στιγμές της ταινίας συμβαίνουν με τα φώτα σβηστά. Χωρίς ειλικρίνεια για όσα έγιναν στα σκοτεινά, δεν θα μπορέσουμε να βγούμε ξανά στο φως.

Οι συνεντευξιαζόμενοί σας εικονογραφούν τη μαρτυρία τους για τις μεθόδους υψηλής τεχνολογίας που χρησιμοποιούνται στη Γάζα με επιτηδευμένα «πρωτόγονα» διαγράμματα, σχεδιασμένα με το χέρι, με στιλό και χαρτί. Πότε και γιατί καταλήξατε σε αυτή την εντυπωσιακή επιλογή;

Οι άνθρωποι, όταν πρόκειται να κάνουν φόνο, συχνά νιώθουν την ανάγκη να αναπαραστήσουν τα θύματά τους με τρόπο που να μειώνει την ανθρώπινη υπόστασή τους, υποβιβάζοντάς τους σε αριθμούς ή στατιστικά στοιχεία, βλέποντάς τους ως κουκκίδες σε μια οθόνη ή χαρακτηρίζοντάς τους απλώς NAZA – ένα στρατιωτικό ακρωνύμιο στα εβραϊκά, που αποδίδει κατ’ ευφημισμό τις «παράπλευρες απώλειες». Ζητώντας από αυτούς τους στρατιωτικούς να σχεδιάσουν με το χέρι τα συστήματα που χρησιμοποιούσαν, νιώσαμε ότι έτσι θα αποκτούσαμε πολύτιμες γνώσεις όχι μόνο για το πώς λειτουργούσαν αυτά, αλλά και για το πώς οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε εξ αποστάσεως μαζικές δολοφονίες βλέπουν και αναπαριστούν τα θύματά τους: μια εκ των έσω ματιά στο βλέμμα του θύτη.

Γιατί η κάμερα φεύγει από τον χώρο της συνέντευξης και στρέφεται στον ορίζοντα και σε λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, μέσα από παράθυρα ή στους δρόμους;

Κάθε βράδυ στις 8 μ.μ., εκατομμύρια Ισραηλινοί μαζεύονται μπροστά στις τηλεοράσεις τους για το δελτίο ειδήσεων. Είναι ένα είδος εθνικής τελετουργίας. Η ταινία, που παρατηρεί το Τελ Αβίβ σχεδόν σαν από κάμερα παρακολούθησης, εξετάζει αυτά τα τελετουργικά και αναρωτιέται τι ρόλο παίζουν στην παραγωγή συμμόρφωσης.

Καθώς ακούμε πώς η μαζική παρακολούθηση μιας ολόκληρης κοινωνίας στη Γάζα τροφοδότησε τη μαζική εξόντωση αυτής ακριβώς της κοινωνίας, στρέφουμε τον φακό πίσω στο Τελ Αβίβ, εξετάζοντας την πόλη ως μια φούσκα όπου η ζωή συνεχίζεται κανονικά, ενώ εξήντα χιλιόμετρα πιο πέρα σκοτώνονται άνθρωποι.

Το κεντρικό στρατηγείο του ισραηλινού στρατού βρίσκεται στην καρδιά του Τελ Αβίβ. Πολλοί στρατιωτικοί των μυστικών υπηρεσιών που ηγούνται των βομβαρδισμών κατάγονται από το Τελ Αβίβ και θεωρούνται η κοινωνική και πνευματική ελίτ του Ισραήλ, εκείνοι που αντιπολιτεύονται τον Νετανιάχου. Η ταινία καταθέτει τον ρόλο που έπαιξαν και υπενθυμίζει ότι για να διαπραχθεί μια θηριωδία τέτοιας κλίμακας πρέπει να συμμετάσχουν όλα τα μέρη μιας κοινωνίας.

Ποιοι είναι οι άνθρωποι που μιλούν στην ταινία;

Όπως μπορείτε να φανταστείτε, το «NAZA» δημιουργήθηκε με πολύ προσεκτικό τρόπο τα τελευταία τρία χρόνια, υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας, λόγω του εξαιρετικά ευαίσθητου περιεχομένου και της ενδεχόμενης ενοχοποίησης των συνεντευξιαζόμενων για όσα καταθέτουν.

Στην ταινία μιλούν 24 Ισραηλινοί αξιωματικοί και στρατιώτες των μυστικών υπηρεσιών, όλοι υπό τον όρο της ανωνυμίας. Όλοι τους έχουν εμπλακεί στην παρακολούθηση ή στην εξ αποστάσεως θανάτωση Παλαιστινίων αμάχων στη Γάζα. Η εμφάνιση και η φωνή τους έχουν αλλοιωθεί ψηφιακά ώστε να μην μπορούν να ταυτοποιηθούν.

Οι δημοσιογράφοι στηρίζονται συχνά σε εμπιστευτικές πηγές για να προσεγγίσουν την αλήθεια γύρω από κρατικά εγκλήματα. Παρ’ όλα αυτά, το να εξασφαλίζεις την ανωνυμία σε ανθρώπους που, σύμφωνα με τα ίδια τους τα λόγια, έχουν εμπλακεί σε σοβαρά εγκλήματα δεν είναι κάτι που το παίρνουμε αψήφιστα. Ήταν σαφές όμως ότι οι στρατιωτικοί δεν θα μιλούσαν διαφορετικά, φοβούμενοι αντίποινα από το ισραηλινό κράτος. Ακριβώς επειδή οι μαρτυρίες τους ενοχοποιούν ένα πολύ ευρύτερο σύστημα, και επειδή οι φόνοι στη Γάζα συνεχίζονται, νιώσαμε υποχρεωμένοι να δημοσιοποιήσουμε όσα κατέθεσαν.

Ένας από τους συνεντευξιαζόμενους λέει στην ταινία ότι, αν αποκαλυφθεί η ταυτότητά του, το Ισραήλ θα τον φυλακίσει επειδή εξέθεσε όσα έκανε ο στρατός στη Γάζα. Αυτό με έβαλε σε σκέψεις: γιατί μίλησαν, τελικά, αυτοί οι άνθρωποι μαζί σας;

Σχεδόν το σύνολο των ισραηλινών ΜΜΕ έχει δείξει τέτοια αδιαφορία για τις συνέπειες των ισραηλινών βομβαρδισμών στους αμάχους της Γάζας, ώστε δημιουργήθηκε ένα κενό το οποίο μπορούσε κανείς να αξιοποιήσει. Κάποιες φορές, το μόνο που χρειάστηκε ήταν να κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις.

Ο καθένας είχε σαφώς τα δικά του κίνητρα για να απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις. Κάποιοι είπαν ότι πήγαν στον στρατό σοκαρισμένοι από την έκταση των φόνων της 7ης Οκτωβρίου, αλλά με τον καιρό κατάλαβαν ότι οι ίδιοι είχαν εμπλακεί σε σοβαρά εγκλήματα. Αυτές οι πηγές μιλούσαν συχνά από θέση ντροπής ή ενοχής. Μιλούσαν στα εβραϊκά και συχνά νιώθαμε ότι απευθύνονταν σε άλλους Ισραηλινούς, ώστε κι εκείνοι να αναρωτηθούν για όσα στάλθηκαν να κάνουν στο όνομά τους. Για κάποιους άλλους, το κίνητρο ήταν ένα είδος περηφάνιας, όχι πάντα για τον ίδιο τον φόνο, αλλά για τη γνώση που είχαν αποκτήσει έπειτα από χρόνια υπηρεσίας σε μυστικές μονάδες ή για ό,τι θεωρούσαν επαγγελματικό επίτευγμα.

Η ταινία μας όμως δεν επικεντρώνεται στα κίνητρά τους. Δεν ακολουθεί τη δημοσιογραφική διαδικασία ανεύρεσης συνεντευξιαζόμενων, ούτε διερευνά σε βάθος πώς αυτοί παλεύουν με την ενοχή, την ντροπή, την περηφάνια ή την ευθύνη για όσα έκαναν. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή. Αυτή η ταινία ασχολείται μόνο με τον ίδιο τον φόνο και με ό,τι τον καθιστά δυνατό. Αν αφιερώναμε πολύ χρόνο στα κίνητρα των πηγών, στις τύψεις τους, στην περηφάνια τους, στις πολιτικές τους απόψεις, θα διακινδυνεύαμε να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους από τα θύματα, το οποίο δεν θέλαμε.

Τι είδους δυσκολίες αντιμετωπίσατε κατά τη δημιουργία της ταινίας;

Οι πηγές που εμπλέκονται στους ισραηλινούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς της Γάζας, που θεωρούνται από τους πιο θανατηφόρους για αμάχους στη σύγχρονη ιστορία, υπηρετούν στις πιο μυστικές και επίλεκτες στρατιωτικές μονάδες υπηρεσιών πληροφοριών της χώρας. Χρειαστήκαμε μήνες ολόκληρους, και τελικά χρόνια, για να εντοπίσουμε τους κατάλληλους ανθρώπους, οι οποίοι με τη σειρά τους χρειάστηκαν συχνά μήνες μέχρι να δεχτούν να μιλήσουν μπροστά σε κάμερα. Οι ένοπλες δυνάμεις βασίζονται στην αποκέντρωση των αρμοδιοτήτων: ο κάθε αξιωματικός είναι υπεύθυνος μόνο για ένα τμήμα της αλυσίδας θανάτωσης, ενώ οι συνολικές συνέπειες μιας επιχείρησης κατανέμονται συχνά σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, μονάδες και αποφάσεις. Γι’ αυτό, δεν αρκούσε να στηριχθούμε σε λίγες πηγές προκειμένου να διατυπώσουμε το επιχείρημα της ταινίας και καταλήξαμε σε είκοσι τέσσερις. Έπρεπε επίσης να δουλεύουμε υπό αυστηρούς περιορισμούς ασφαλείας, γνωρίζοντας ότι το ισραηλινό κράτος δεν είχε δώσει άδεια σε αυτούς τους ανθρώπους να μας μιλήσουν και ότι μιλώντας έθεταν τον εαυτό τους σε κίνδυνο.

Αναφέρατε νωρίτερα την ταινία «Καμιά Άλλη Γη», που ήταν μια συνεργασία μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Στο «NAZA» τη σκηνοθεσία ανέλαβε μόνο η ισραηλινή ομάδα. Γιατί;

Αυτή η ταινία κοιτάζει τη δική μας κοινωνία. Αναφέρεται στις δικές μας ένοπλες δυνάμεις και στις συνέπειες των πράξεών τους. Αν οι Παλαιστίνιοι συνεργάτες μας επιχειρούσαν να επικοινωνήσουν με αξιωματικούς των μυστικών υπηρεσιών, όπως κάναμε εμείς, το πιθανότερο είναι ότι θα συλλαμβάνονταν και θα βασανίζονταν ή ακόμη και θα εκτελούνταν. Η [αμερικανική] Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) έχει καταγράψει περισσότερες από 200 περιπτώσεις Παλαιστίνιων δημοσιογράφων που σκοτώθηκαν από το Ισραήλ στη Γάζα μετά την 7η Οκτωβρίου, ενώ δεκάδες φυλακίστηκαν για μεγάλα διαστήματα, χωρίς ποτέ να απαγγελθεί κατηγορία στους περισσότερους από αυτούς. Γι’ αυτό νιώσαμε ότι ως Ισραηλινοί είναι δική μας ευθύνη να αξιοποιήσουμε το προνόμιο που μας δίνει αυτό το άδικο σύστημα, ώστε να το εξετάσουμε από μέσα και να εστιάσουμε στον τόπο από τον οποίο προερχόμαστε.

Οι Ισραηλινοί στρατιώτες, όμως, δεν κατέχουν κάποια πιο αληθινή εκδοχή των γεγονότων απ’ ό,τι οι Παλαιστίνιοι, που είναι τα θύματα. Η αλήθεια για τις φρικαλεότητες στη Γάζα ήταν εμφανής σε πολλούς –και κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να είναι σαφής σε όλους– από την πρώτη κιόλας στιγμή της ισραηλινής επίθεσης, μέσα από τις μαρτυρίες Παλαιστινίων στη Γάζα που κατέγραψαν με θάρρος την ίδια τους την καταστροφή, πληρώνοντάς το συχνά με τη ζωή τους. Ακριβώς επειδή ζούμε σε έναν κόσμο που τόσο συχνά αρνήθηκε να πιστέψει τα θύματα και υποβάθμισε τις μαρτυρίες τους, νιώσαμε την ανάγκη να συγκεντρώσουμε μαρτυρίες από το εσωτερικό του συστήματος που τους επιτίθεται. Ελπίζουμε ότι έτσι η άρνηση θα γίνει πιο δύσκολη, διότι η άρνηση είναι αυτή που επιτρέπει να συνεχίζονται τέτοια εγκλήματα. Και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Τι περισσότερο μπορείτε να μας πείτε για τον τίτλο της ταινίας «NAZA»; Τι θέλει να προκαλέσει στο κοινό;

Το NAZA είναι στρατιωτικό ακρωνύμιο που προέρχεται από το נזק אגבי (Nezek Agavi, «παράπλευρη απώλεια»), το οποίο χρησιμοποιείται κατ’ ευφημισμό από τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες για να δηλώσει τον αριθμό των αμάχων που υπολογίζεται ότι θα σκοτωθούν σε μια αεροπορική επιδρομή. Αποδεικνύει ότι μεγάλο μέρος των φόνων αμάχων στη Γάζα έγινε εν πλήρει γνώσει, και όχι από λάθος, όπως ισχυρίζονται κάποιοι.

Η ταινία «NAZA» αποτελεί επίσης μια κριτική στον τρόπο με τον οποίο ο χαρακτηρισμός των θανάτων ως «παράπλευρων» κρύβει τον εσκεμμένο και υπολογισμένο χαρακτήρα τους. Όταν οι ζωές αμέτρητων αμάχων θεωρούνται ασήμαντες, μπορούν όλες να μετατραπούν σε NAZA και κάθε πλήγμα μπορεί ουσιαστικά να δικαιολογηθεί, ανεξάρτητα από το κόστος για τους αμάχους.

Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των μεγάλων δεδομένων, όπου πλέον είναι δυνατή η παραγωγή μιας ατέλειωτης ροής δήθεν δικαιολογημένων στρατιωτικών στόχων, που καθιστούν κάθε σφαγή αμάχων NAZA, δηλαδή παράπλευρη απώλεια κάποιου στόχου που αποφασίστηκε με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, και έτσι να αποφεύγεται ο έλεγχος. Αυτό μετατρέπει έναν ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς δικαίου, την υποχρέωση να πλήττονται μόνο στρατιωτικοί στόχοι, σε εργαλείο που νομιμοποιεί τη σφαγή την οποία προοριζόταν να αποτρέψει.

Σε ηχογράφηση που διέρρευσε, ο πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών του ισραηλινού στρατού, Aharon Haliva, λέει: «Για όλα όσα συνέβησαν στις 7 Οκτωβρίου, για καθέναν από εμάς που πέθανε στις 7 Οκτωβρίου, πρέπει να πεθάνουν 50 Παλαιστίνιοι. Δεν έχει σημασία τώρα, αν θα είναι παιδιά ή όχι. Δεν μιλάω από εκδίκηση, αλλά ως μήνυμα προς τις επόμενες γενιές. Χρειάζονται μια Νάκμπα πού και πού για να νιώσουν το τίμημα». Πιστεύουμε ότι ένας τρόπος που ο ισραηλινός στρατός κατάφερε να μετατρέψει ένα γενοκτονικό όραμα σαν αυτό του Haliva σε στρατιωτική πρακτική, συγκαλύπτοντας παράλληλα τη φύση του, ήταν ο χαρακτηρισμός μεγάλου μέρους των νεκρών ως «παράπλευρων απωλειών», δηλαδή NAZA.

Συντελεστες

  • Σκηνοθεσια

    Yuval Abraham, Rachel Szor

  • Παραγωγοι

    Harry Davies, Lindsay Poulton, James Wilson

  • Executive Producer

    Jonathan Glazer

  • Executive Producer

    Paul Lewis

  • Executive Producer για την Guardian

    Nicole Jackson

  • Executive Producers

    Joseph Schull, Harriet Gugenheim, Wendy vanden Heuvel

  • Συμπαραγωγοι

    Ekaterina Ochagavia, Noa Yachot

  • Συμπαραγωγοι για την Guardian

    Katharine Viner, Owen Gibson, Betsy Reed, Bethan McKernan

  • Διευθυνση φωτογραφιας

    Ανωνυμος/η, Rachel Szor

  • Μονταζ

    Yuval Abraham, Rachel Szor, Harry Davies

  • Επικεφαλης μιξαζ

    Robert Farr

  • Μιξαζ

    Lars Ginzel, Benjamin Hörbe

  • Προσθετα drones

    Mica Levi, Rudi Zygadlo

  • Οπτικα εφε

    Clark Kimberly, Ian Hutchinson, Rudi H, Swordfish, Albert Isaac, river

Σχετικα με τα Guardian Documentaries

Η “Guardian” είναι ένας παγκόσμιος ειδησεογραφικός οργανισμός που προσφέρει αδέσμευτη, ανεξάρτητη δημοσιογραφία. Τα Guardian Documentaries έχουν ως δέσμευση να παρουσιάζουν επιτακτικά σύγχρονα θέματα με μια μοναδική καλλιτεχνική ματιά. Τα Guardian Documentaries, με παραγωγές, επιμέλειες και αναθέσεις ταινιών από όλο τον κόσμο, έχουν αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές και διακρίσεις, ανάμεσά τους ένα Όσκαρ το 2021 για το “Colette” και ένα Κινηματογραφικό Βραβείο BAFTA το 2022 για το “The Black Cop”.