Φωτογραφια: Πηνελοπη Γερασιμου

Το “A Dizzying Palimpsest” είναι ένα ερευνητικό έργο που εξελίχθηκε σε performance κατά τη διάρκεια του προγράμματος Onassis AiR residency. Το έργο εξετάζει το αστικό τοπίο της Αθήνας εστιάζοντας σε χωρικά φαινόμενα και προκλήσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό, όπως ο εξευγενισμός, η τουριστικοποίηση και η αστική εξάπλωση. Εν μέσω της ραγδαίας επέκτασης και των απαιτήσεων του σχεδιασμού, η ανάπτυξη της πόλης συχνά γίνεται εις βάρος των τοπικών κοινοτήτων και των εύθραυστων πράσινων χώρων. Αναπτύσσοντας έναν διάλογο με αυτή τη δυναμική σχέση, το έργο επανεξετάζει τη σύγχρονη Αθήνα μέσα από τον εμπνευσμένο πλην υποτιμημένο φακό του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Τάκη Ζενέτου. Παρά την περιορισμένη αναγνώριση που είχε όσο ζούσε, ο Ζενέτος παραμένει μια εμβληματική μορφή, του οποίου οι ριζοσπαστικές παρεμβάσεις ήρθαν αντιμέτωπες με την απουσία συνεκτικού πολεοδομικού σχεδιασμού, την έκρηξη της μνημειακής αρχιτεκτονικής, την παραμέληση του περιβάλλοντος και τις απλουστευτικές, βραχυπρόθεσμες λύσεις για την αστική δόμηση. Η κληρονομιά του επιβιώνει σε μια διασπασμένη αρχιτεκτονική παρουσία – εν μέρει υλοποιημένη, εν μέρει σβησμένη.

Η performance ανιχνεύει την πολυεπίπεδη πλην συχνά συγκεχυμένη ιστορία του πρώην Ζυθοποιείου ΦΙΞ, το οποίο σήμερα έχει μετατραπεί στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ). Ξετυλίγεται ως ένας υποθετικός μονόλογος μέσα από τη φαντασιακή οπτική του αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου, του οποίου η εμπνευσμένη σύνδεση με τη νεωτερικότητα γίνεται το πρίσμα για την επανεξέταση των μεταβαλλόμενων ταυτοτήτων του κτιρίου. Μέσα από τη φωνή του, το έργο ανασκάπτει επεισόδια από την εξέλιξη του ζυθοποιείου, φωτίζοντας μια ιστορία που παραμένει κατακερματισμένη, μισοξεχασμένη, ή σκόπιμα στρογγυλεμένη από τις ραγδαίες αστικές μεταμορφώσεις της Αθήνας. Ανιχνεύοντας τις αρχιτεκτονικές μεταλλάξεις του κτιρίου στην πορεία μερικών δεκαετιών, η performance αποκαλύπτει πώς κάθε παρέμβαση (βιομηχανική, πολιτική ή πολιτισμική) έχει εγχαράξει καινούργια νοήματα στον χώρο. Αυτά τα διαδοχικά στρώματα εκτείνονται προς τα έξω, σε ένα μεταλύτερο αφήγημα για την Αθήνα, προσφέροντας το πορτρέτο μιας πόλης που ξαναγράφεται συνεχώς μέσα από την ανακατασκευή, την κρίση και την προσαρμογή. Το “A Dizzying Palimpsest” παροτρύνει τελικά τους θεατές να επανεξετάσουν αυτόν τον χώρο ως ένα ζωντανό αρχείο της ίδιας της ανήσυχης μεταμόρφωσης της πόλης.

Σημειωμα δημιουργου

Η έρευνά μου ξεκίνησε με μια σειρά επισκέψεων σε κάποια από τα κτίρια του Τάκη Ζενέτου που είχαν απομείνει στην Αθήνα. Το πρώτο που επισκέφθηκα ήταν το Σχολικό συγκρότημα Αγίου Δημητρίου, γνωστό και ως «Στρογγυλό». Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης και μετά από τη συζήτηση με το προσωπικό του σχολείου, ακουγόταν ξανά και ξανά η λέξη «εμβληματικός». Συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πόση εκτίμηση και ευγνωμοσύνη τρέφουν οι καθημερινοί χρήστες αυτού του κτιρίου για τον ίδιο τον αρχιτέκτονα, για την ιδέα και το όραμά του. Αυτό σχετίζεται πρωτίστος με το πόσο πολύ νοιαζόταν ο Ζενέτος για μέλλον του κτιρίου: το σχεδίασε ώστε να είναι πλήρως προσαρμόσιμο σε ανάγκες και χρήσεις που δεν είχαν προκύψει ακόμα. Μόνο τότε άρχισα να κατανοώ την ευαισθησία του και τον τρόπο με τον οποίο φανταζόταν τη συνέχεια της εξέλιξης των κτιρίων, πολύ καιρό μετά την ολοκλήρωσή τους.

Τις επόμενες εβδομάδες συνέχισα να επισκέπτομαι τα κτίρια που ήταν ακόμη όρθια, να μελετώ χάρτες ώσπου να βρω τα ίχνη των σπιτιών που είχαν κατεδαφιστεί, και να εντοπίζω πού επρόκειτο να χτιστούν τα έργα του που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Διάβασα δοκίμια και κείμενα θεωρίας γραμμένα από αρχιτέκτονες και πολεοδόμους, ώσπου σιγά σιγά τοποθέτησα τον Ζενέτο στην εποχή του, παρακολουθώντας το έργο του να ξετυλίγεται μέσα στο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Είχα επίσης την ευκαιρία να γνωρίσω και να μάθω πράγματα από τον Πάνο Δραγώνα, τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη και τον Ηρακλή Παπαθεοδώρου: ο καθένας από αυτούς μοιράστηκε μαζί μου τη δική του ανάγνωση του Ζενέτου και του τρόπου με τον οποίο γίνεται σήμερα αντιληπτό το έργο του. Ως τότε το περίγραμμα των πραγμάτων είχε αποσαφηνιστεί στο μυαλό μου: μπορούσα να δω πώς τα κτίριά του ανήκουν στο αθηναϊκό τοπίο, και πώς ο ίδιος έκανε το καθένα να προσαρμόζεται στην πόλη ενώ ταυτόχρονα τη αναδιαμόρφωνε σιωπηλά.

Μετά από κάποιο διάστημα παραμονής μου στην Αθήνα ένιωσα την ανάγκη να μάθω περισσότερα για το κτίριο του Ζενέτου από το οποίο περνούσα καθημερινά, στον δρόμο μου για το Onassis AiR στον Νέο Κόσμο: αυτό δεν ήταν άλλο από το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), το παλιό εργοστάσιο της ζυθοποιίας ΦΙΞ επί της λεωφόρου Συγγρού, το οποίο σχεδίασε ο Ζενέτος μαζί με τον Μαργαρίτη Αποστολίδη. Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν το πόσο διαφορετικό φαινόταν το κτίριο από κοντά, μετά τις τόσες φορές που το είχα δει σε αρχειακές φωτογραφίες στον υπολογιστή μου. Τα πρώτα δύο πράγματα που παρατήρησα ήταν ο όγκος του (το καθαρό του μήκος) και η εκθαμβωτική κόκκινη είσοδος. Στις παλιές εικόνες το κτίριο φαινόταν πολύ πιο μακρύ, ενώ συνειδητοποίησα ότι η είσοδος αρχικά δεν βρισκόταν επί της οδού Καλλιρρόης αλλά επί της Συγγρού. Τότε άρχισα να διαβάζω πιο προσεκτικά για το κτίριο, ώσπου διαπίστωσα ότι οι παρατηρήσεις μου ήταν σωστές: το αρχικό κτίριο ήταν όντως διπλάσιο σε μήκος. Το κτίριο είχε κοπεί, είχε ξαναχτιστεί και είχε αποκτήσει άλλη χρήση· όσο περισσότερα μάθαινα γι’ αυτό, τόσο πιο σύνθετη γινόταν η ιστορία του. Αυτό που με τράβηξε δεν ήταν τόσο ο σχεδιασμός όσο αυτά που ακολούθησαν: τα χρόνια μετά την αποχώρηση του ζυθοποιείου, η εγκατάλειψη, οι παρεμβάσεις, όλα αυτά που οδήγησαν το κτίριο στη μορφή που αναγνωρίζουμε σήμερα – ακόμα και το παράξενο γεγονός ότι μόνο δύο από τις τέσσερις όψεις του προστατεύονται ως πολιτιστική κληρονομιά. Τότε αναγνώρισα τόσο την επικαιρότητα όσο και τη δυναμική της έρευνάς μου, και αποφάσισα να στρέψω την προσοχή μου σε αυτό το κτιριο, και να το φέρω στο επίκεντρο της performance που θα ακολουθούσε. Μέσα από αυτό, μπορούσα να φέρω κοντά πολλά από αυτά που θα μπορούσαν να ειπωθούν για την Αθήνα: για την ιστορία της πολεοδομίας της, τον εκμοντερνισμό της, την αρχιτεκτονική της, και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται σήμερα αυτή η μοντερνιστική κληρονομιά.

    εικόνα 1 / 5

    Φωτογραφια: Εργοστασιο ΦΙΞ, Πανελληνιον Λευκωμα Εθνικης Εκατονταετηριδος, 1923.

    Η Ζυθοποιια ΦΙΞ, τη δεκαετια του 1960

    εικόνα 2 / 5

    Πηγη εικονας: https://www.archisearch.gr/

    Η Ζυθοποιια ΦΙΞ, τη δεκαετια του 1960

    εικόνα 3 / 5

    Φωτογραφια: Pavle Mijuca

    Η νεα εισοδος του κτιριου επι της οδου Καλλιροης

    εικόνα 4 / 5

    Φωτογραφια: Pavle Mijuca

    Η διασταυρωση οπου πραγματοποιηθηκε η κατεδαφιση το 1995

    εικόνα 5 / 5

    Φωτογραφια: Pavle Mijuca

    Οι δυο προσοψεις που τελουν υπο προστασια ως μνημεια πολιτιστικης κληρονομιας

Το αποτέλεσμα ήταν μια αποδομημένη διαλεκτική performance (lecture performance), διδακτική από την επιθυμία της να μεταδώσει τη γνώση. Νιώθοντας ενθουσιασμό για το πόσο ελάχιστα γνωστή είναι γενικότερα η πρόσφατη ιστορία του ζυθοποιείου ΦΙΞ, ήθελα να την απομυθοποιήσω, αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες που ίσως να είχαν διαφύγει από το ευρύ κοινό. Το έργο πήρε τη μορφή ενός επινοημένου, υποθετικού μονολόγου, με οδηγό και δεξαμενή την έρευνά μου πάνω στο έργο του Ζενέτου με τίτλο “A Dizzying Palimpsest”. Στην καρδιά του χτυπούσε ένα και μόνο ερώτημα: πώς θα είχε αντιδράσει ο Τάκης Ζενέτος αν κατάφερνε να δει τι απέγινε το ζυθοποιείο ΦΙΞ –αλλά και η ίδια η Αθήνα– μετά τον θάνατό του; Αυτό το ερώτημα είχε πολλά παρελκόμενα – πολλά περισσότερα από το ίδιο το κτίριο. Η έρευνα συνέχισε να συνυφαίνει μερικά ξεχωριστά νήματα: τον ακρωτηριασμό του ζυθοποιείου στα δύο και τη μεταμοντέρνα ανακατασκευή του τη δεκαετία του 2010, τη σχεδιαστική στρατηγική του Ζενέτου και τις ιδέες πίσω από αυτή, τη στάση του απέναντι στο μετρό, στο Θέατρο Λυκαβηττού ως ίσως το πλησιέστερο σημείο στο οποίο έφτασε ποτέ ως προς την υλοποίηση του οράματός του, και το ευρύτερο τόξο του αθηναϊκού πολεοδομικού σχεδιασμού, από το Κουκάκι και τη Γλυφάδα ως το Ελληνικό. Κάθε νήμα φαινόταν να οδηγεί πίσω στην ίδια ανήσυχη πόλη.

Προκειμένου να γράψω το κείμενο, συγκέντρωσα ό,τι μπόρεσα να βρω για αυτά τα κτίρια και για την ιστορία τους – και πάνω απ’ όλα για τη ζωή και το έργο του ίδιου του Ζενέτου, προσπαθώντας να συναισθανθώ τι είδους άνθρωπος θα μπορούσε να ήταν, και ειδικότερα μέσα από το έργο του. Το βιβλίο της Ντόρας Θεοδωροπούλου «ΦΙΞ FIX 120+ χρόνια αρχιτεκτονικής» στάθηκε απαραίτητο σε αυτό το σημείο της ερευνητικής διαδικασίας: ξεκλείδωσε το ζυθοποιείο και την κατασκευή που το περιέβαλλε, όπως και τις φωνές όσων είχαν γνωρίσει τον Τάκη και μιλούσαν τόσο για εκείνον όσο και για το κτίριο. Κάτι που ξεκίνησε ως απλός κατάλογος πληροφοριών έγινε σταδιακά ένα πιο τοπικό και συγκεκριμένο έργο, ανοιχτό σε ιστορίες και εκδηλώσεις φαινομενολογίας· ώσπου μπόρεσα να του δώσω μια φωνή και μια στάση κοντινή σε αυτή του Ζενέτου, ή τουλάχιστον σε αυτή που είχα υποθέσει πως θα είχε. Είχα την ευκαιρία να δουλέψω την ανάπτυξη της performance με τον Πρόδρομο Τσινικόρη, ο οποίος καθοδήγησε τη δραματουργία και συνεργάστηκε μαζί μου για να βελτιώσουμε το κείμενο, τη σκηνογραφία και τη χορογραφία, καθώς και με τη Victoria Mendizabal, η οποία ανέλαβε τα ηνία στην υποκριτική και στις αποχρώσεις του χαρακτήρα. Η έρευνα πήρε την τελική της μορφή ως performance χάρη σε αυτή τη συνεργασία.

Η περφορμανς "A Dizzying Palimpsest" στο πλαισιο των Ανοιξιατικων Open Days του Onassis AiR, 2026

    εικόνα 1 / 3

    Φωτογραφια: Μαργαριτα Νικητακη

    εικόνα 2 / 3

    Φωτογραφια: Πηνελοπη Γερασιμου

    εικόνα 3 / 3

    Φωτογραφια: Πηνελοπη Γερασιμου