Λουίζα Ντούρου | Μες στο μουσείο
Φωτογραφια: Λουιζα Ντουρου
Λευκά περιστέρια φτεροκοπούν πάνω από το μεγάλο αίθριο, κυνηγώντας έναν λαχειοπώλη. Πράσινοι παπαγάλοι φωνάζουν αδιάφορα από τα ψηλά κλαδιά των δέντρων. Ο ήλιος αντανακλάται πάνω στα λευκά μαρμάρινα σκαλοπάτια. Από την καντίνα στην εσωτερική αυλή οι ήχοι ελληνικής ποπ ανακατεύονται με το μουρμουρητό των επισκεπτών που απολαμβάνουν γιαούρτι Total σε πλαστικά κυπελάκια. Εκεί κοντά τρεις γυναίκες κάνουν διάλειμμα για τσιγάρο και ανταλλάσσουν σπιτικά κεράσματα. Στην κεντρική αίθουσα, ένα παιδί ιππεύει ένα φρενιασμένο άλογο, ένα άλλο προσφέρει ένα σπουργίτι στον ουρανό, ενώ στα πόδια του ένας σκύλος ξεκουράζεται γαλήνια. Τα μάτια της Γοργούς κοιτάζουν προς το βάθος του διαδρόμου.
Αυτό είναι το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, που ιδρύθηκε το 1889, στα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους. Αποτελεί ιστορικό μνημείο και θεμέλιο λίθο της εθνικής ταυτότητας. Σήμερα το μουσείο βρίσκεται στα πρόθυρα ενός ριζικού μετασχηματισμού, σε συνάρτηση με την ταχεία ανάπλαση της πόλης. Το Υπουργείο Πολιτισμού έχει ανακοινώσει ένα μεγάλο σχέδιο ανακαίνισης που θα αλλάξει σημαντικά τη διάταξη του μουσείου και την εμπειρία των επισκεπτών.
Το συγκεκριμένο πρότζεκτ στοχεύει στην καταγραφή του ζωντανού ιστού του μουσείου όπως υφίσταται σήμερα, υιοθετώντας μια παρατηρητική προσέγγιση και τεχνικές προφορικής ιστορίας. Μέσα από συνεντεύξεις, έρευνα σε αρχεία και βιβλιοθήκες, επιτόπια παρατήρηση και κινηματογράφηση, επιδιώκεται η αποτύπωση της καθημερινότητας του μουσείου και των προσωπικών αφηγήσεων που είναι ενσωματωμένες σε αυτό. Αναγνωρίζοντας τον ρόλο του φυσικού χώρου στη διαμόρφωση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων, το πρότζεκτ θα καταγράψει άτυπες συναντήσεις, άγνωστες ιστορίες και την άυλη κληρονομιά που μοιράζονται το προσωπικό του μουσείου και οι επισκέπτες του. Συνδυάζοντας αυτές τις μαρτυρίες με μια οπτική εξερεύνηση της αρχιτεκτονικής του αλλά και της ευρύτερης ατμόσφαιρας θα παραχθεί μια ταινία, η οποία θα λειτουργήσει τόσο ως ντοκιμαντέρ όσο και ως ιστορικό αρχείο – διασώζοντας την ταυτότητα ενός πολιτιστικού τοπόσημου προτού αυτό υποστεί σημαντικές αλλαγές. Θα αποτελέσει επίσης μαρτυρία της διαρκούς παρουσίας του μουσείου και της κοινότητας που έχει διαμορφώσει για περισσότερο από έναν αιώνα.
Φωτογραφια: Λουιζα Ντουρου
Αποσπασμα βιντεο απο την επιτοπια ερευνα στο μουσειο
«Μπαίνοντας [στο μουσείο] νιώθω κατάνυξη, όπως σ’ έναν ναό. Συνήθως προχωρώ, πηγαίνω προς “τις εικόνες μου”. Όλο λέω να μελετήσω και τα άλλα ευρήματα, να τα προσέξω καλά, και όλο αναβάλλω»: Αυτά τα λόγια ανήκουν στον συγγραφέα Γιώργο Ιωάννου, από μια συνέντευξή του στην ΕΡΤ το 1982. Τα λόγια του Ιωάννου αποκαλύπτουν μία από τις πολλές μύχιες και βαθιά προσωπικές σχέσεις που έχουν αναπτύξει με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο οι Αθηναίοι –όπως και αμέτρητοι άλλοι τακτικοί επισκέπτες– στο πέρασμα του χρόνου.
Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου στο Onassis AiR residency, ξεκίνησα να δουλεύω ένα κινηματογραφικό εγχείρημα για το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, ενόψει της επικείμενης αρχιτεκτονικής του μεταμόρφωσης. Αρχικός μου στόχος ήταν να εξετάσω πιθανούς τρόπους αποτύπωσης της σημερινής μορφής του μουσείου, όχι μόνο λόγω της μακρόχρονης προσωπικής μου σχέσης μαζί του, αλλά κι επειδή το βλέπω ως σύμβολο και καθρέφτη μιας πόλης που αλλάζει ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Καθώς η έρευνά μου εξελισσόταν μέσα από επανειλημμένες επισκέψεις στον χώρο του, ξεκίνησε να διατυπώνεται ένα κεντρικό ερώτημα: τι θα μου λείψει περισσότερο μετά από αυτή τη μεταμόρφωση;
Στην προσπάθειά μου να βρω απαντήσεις, συνειδητοποίησα ότι κάθε φορά που έμπαινα στο μουσείο προχωρούσα ενστικτωδώς προς τον εσωτερικό του κήπο. Αυτός ο χώρος μού φαίνεται μοναδικός στην πόλη. Φιλοξενεί ενδημικά δέντρα, λουλούδια και βότανα, ταφικά γλυπτά της αρχαιότητας, αγάλματα που ανασύρθηκαν από το ναυάγιο των Αντικυθήρων, πουλιά που πηδάνε από κλαδί σε κλαδί και από τη μια μαρμάρινη φιγούρα στην άλλη, ψάρια που κολυμπούν σε μια μικρή λιμνούλα, επισκέπτες με διαφορετικές καταβολές που περιπλανιούνται στον χώρο, ή και υπαλλήλους του μουσείου που κάνουν διάλειμμα για φαγητό ή τσιγάρο.
Ο κήπος συγκεντρώνει τους νεκρούς και τους ζωντανούς, το μέσα και το έξω, την κίνηση και την ακινησία, τον ήχο και τη σιωπή. Αυτές οι όψεις μοιάζουν ενίοτε και σε στιγμές να εναλλάσσονται, καθρεφτίζοντας η μία την άλλη: ένα παιδί που προσφέρει φαγητό σε ένα πουλί δίπλα σε ένα αρχαίο γλυπτό, ένας επισκέπτης παίρνει την ίδια ακριβώς στάση με αυτήν ενός μαρμάρινου αγάλματος που αναπαριστά έναν αθλητή, ένας υπάλληλος του μουσείου που στέκεται στη σκιά. Καθημερινές χειρονομίες και αρχαιολογικά ερείπια συνυπάρχουν στο ίδιο χρονοτοπίο.
Η είσοδος για τον εσωτερικό κήπο του μουσείου μοιάζει συχνά με πύλη προς την αιωνιότητα. Μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, πολλαπλά χρονοτοπία συνυπάρχουν χωρίς ιεραρχική σχέση, και ακριβώς εξαιτίας αυτής της ποικιλότητας των τρόπων συνύπαρξης σε έναν χώρο, νιώθω πως κανείς δεν μοιάζει εκτός τόπου. Ο κήπος γίνεται καταφύγιο: για το κοινό, τα εκθέματα, τα φυτά, τα ζώα, τις αναμνήσεις και τις ιστορίες. Και επειδή αντιλαμβάνομαι το καταφύγιο ως κάτι που πρώτα γίνεται αισθητό και πολύ αργότερα ορατό και αναγνωρίσιμο, με ενδιέφερε να μεταφράσω αρχικά αυτήν την αίσθηση σε ένα πρωτόλειο επίπεδο, δηλαδή μέσω του ήχου και της μουσικής.
Κατά τη διάρκεια του residency ξεκίνησα να φτιάχνω ένα μουσικό περιβάλλον από ήχους που ακούω –ή φαντάζομαι ότι ακούω– όταν βρίσκομαι στον κήπο. Αυτή η διαδικασία με οδήγησε να διευρύνω τη συνηθισμένη μου πρακτική στην κινούμενη εικόνα και να βρεθώ σε ένα άγνωστο καλλιτεχνικό έδαφος: στη διαδικασία της σύνθεσης και της διαστρωμάτωσης του ήχου. Σταδιακά ο ήχος έγινε ταυτόχρονα μια μεθοδολογία έρευνας και ένας τρόπος προσέγγισης της ατμόσφαιρας του κήπου – ενώ άρχισε επίσης να διαφαίνεται η ταινία που θέλω να φτιάξω. Αντί να τεκμηριώσω το μουσείο ως μνημείο, με ενδιαφέρει να ανιχνεύσω τις σχέσεις που ξεδιπλώνονται μέσα σε αυτόν τον κοινό χώρο: ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, στην ανθρώπινη και στη μη ανθρώπινη διάσταση, στο μόνιμο και στο εφήμερο.
Μέσα από τη συμμετοχή μου στο Onassis AiR residency κατάφερα να δω πιο καθαρά τη φύση της σχέσης μου με το μουσείο και την ταινία που θα προκύψει από αυτήν. Οι συζητήσεις, η αλληλεπίδραση και η υποστήριξη που μου πρόσφεραν η ομάδα του Onassis AiR, τα υπόλοιπα άτομα που συμμετείχαν στο πρόγραμμα και ο μέντοράς μου με βοήθησαν να καταλάβω ότι το πρότζεκτ δεν αφορά τελικά μόνο το ίδιο το μουσείο, αλλά και τις μορφές συνύπαρξης, φροντίδας και ανήκειν που καθιστά δυνατές η τρέχουσα μορφή του εσωτερικού κήπου μέσα στο αστικό περιβάλλον, καθώς και τη σημασία τέτοιων χώρων στις σύγχρονες πόλεις όπως η Αθήνα.
Στιγμιοτυπα απο την επιτοπια ερευνα στο μουσειο
εικόνα 1 / 6
Φωτογραφια: Λουιζα Ντουρου
εικόνα 2 / 6
Φωτογραφια: Λουιζα Ντουρου
εικόνα 3 / 6
Φωτογραφια: Λουιζα Ντουρου
εικόνα 4 / 6
Φωτογραφια: Λουιζα Ντουρου
εικόνα 5 / 6
Φωτογραφια: Λουιζα Ντουρου
εικόνα 6 / 6
Φωτογραφια: Λουιζα Ντουρου
περισσοτερα:
Ludovico Paladini | LovePoem
Carol Sansour: I can’t talk about this on the phone…
νέα









