Φωτογραφια: Ελενη Μπαγακη

Έχοντας ως αφετηρία το ημερολόγιο του Κ. Π. Καβάφη και την πρώτη του επίσκεψη στην Αθήνα το 1901, η Ελένη Μπαγάκη ακολουθεί τα βήματα του ποιητή σε μια πόλη που εκείνος βίωσε ως αποπνικτικά ζεστή, υγρή και εκτυφλωτικά φωτεινή. Μέσα από αυτήν την αναδρομή –σωματική και λογοτεχνική– υφαίνει μια αφήγηση που συνδέει εμπειρίες μέσα στον χρόνο, χρησιμοποιώντας το παράπονο ως μέσο αναστοχασμού πάνω στον καιρό, τον τόπο και την ταυτότητα.

Η πρακτική της, ριζωμένη σε μια προσωπική ανάγκη κατανόησης του τόπου και του εαυτού, χρησιμοποιεί την αυτομυθοπλασία για να συγχωνεύσει την αυτοβιογραφία με τη μυθοπλασία. Ακολουθώντας τα ίχνη του Καβάφη στη σύγχρονη Αθήνα, η Μπαγάκη επιχειρεί να αναπαραστήσει την εμπειρία του, αλλά και να επαναπροσδιορίσει τις αφηγήσεις του μέσα από το πρίσμα της δικής της υποκειμενικότητας. Οι σκέψεις του Καβάφη λειτουργούν ως φόντο για μια νέα αφήγηση που εκφράζει τη δική της σχέση με την πόλη και εξερευνά τις πολυπλοκότητες της ταυτότητας και του ανήκειν σήμερα.

Παράλληλα, εξετάζει πώς ο καιρός διαμορφώνει την εμπειρία του τόπου και παράγοντες όπως η θερμοκρασία και το φως επηρεάζουν όχι μόνο την αντίληψή μας για τον κόσμο, αλλά και το σώμα και τη διάθεσή μας. Ο καιρός βιώνεται σωματικά και ψυχικά. Καθώς η καλλιτέχνιδα περπατά στην πόλη ιδρωμένη, το απλό καθημερινό ερώτημα –«Τι να φορέσω σήμερα;»– αποκτά νέα σημασία, αναδεικνύοντας όχι μόνο την απροσδιοριστία του καιρού, αλλά και το παράλογο της ένδυσης για ένα κλίμα που δεν ακολουθεί πλέον γνώριμα μοτίβα. Αυτό το ερώτημα γίνεται εργαλείο διερεύνησης της συνάντησης ανάμεσα στην προσωπική αφήγηση και στην παγκόσμια πραγματικότητα, αποκαλύπτοντας πώς οι ιδιωτικές εμπειρίες διαμορφώνονται όλο και περισσότερο από το ευρύτερο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης.

Για να διευρύνει την έρευνά της, μελετά ποιητές και συγγραφείς που έχουν προσεγγίσει τον καιρό μέσα από προσωπικές οπτικές, αναλύοντας πώς οι σκέψεις τους συγκροτούν αφηγήσεις γύρω από τον τόπο και την ταυτότητα. Αυτό δημιουργεί ένα πλουσιότερο λογοτεχνικό πλαίσιο, που της επιτρέπει να βρει συνδέσεις και αντιθέσεις με το έργο του Καβάφη, ενώ εμβαθύνει στην επίδραση του καιρού στα συναισθηματικά τοπία.

Μέσα από το περπάτημα, τη φωτογραφία και τη γραφή, η Μπαγάκη εξετάζει πώς το σώμα και οι αισθήσεις συνδέονται με το φυσικό περιβάλλον, δημιουργώντας έναν χώρο περισυλλογής, κριτικής και καλλιτεχνικής έκφρασης. Αυτός ο διάλογος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν –μέσω του καιρού, του σώματος και της περιπλάνησης– συνεχίζει την έρευνα της καλλιτέχνιδας γύρω από τον τόπο και την ταυτότητα, προσκαλώντας το κοινό σε προβληματισμό γύρω από το πώς βιώνει μια διαρκώς μεταβαλλόμενη πόλη, ενώ ταυτόχρονα παλεύει με την ευμετάβλητη φύση της έννοιας του σπιτιού και του εαυτού.

Φωτογραφια: Ελενη Μπαγακη

Σημειωμα δημιουργου

Το πρότζεκτ μου ξεκίνησε από το ημερολόγιο του Καβάφη «Το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα (13 Ιουνίου – 5 Αυγούστου 1901)», γραμμένο κατά την πρώτη του επίσκεψη στην Αθήνα. Με εντυπωσίασε η δυσφορία του για το κλίμα της πόλης –τη ζέστη, το έντονο φως, την υγρασία– αλλά και οι μέρες που σημείωνε πως δεν αισθανόταν αρκετά καλά για να βγει έξω. Αυτές οι μικρές ομολογίες έκαναν το ημερολόγιο να μοιάζει απρόσμενα σύγχρονο και πολύ ανθρώπινο. Το ταξίδι δεν παρουσιάζεται ως μια αδιάκοπη αλληλουχία ανακαλύψεων, αλλά και ως κούραση, αδράνεια, ενόχληση και απόσυρση. Αυτό μου φάνηκε ιδιαίτερα επίκαιρο σήμερα, που τα ταξίδια έχουν γίνει τόσο προσιτά, εξιδανικευμένα και βαθιά ενσωματωμένα στην κυρίαρχη κουλτούρα.

Λίγο πριν ξεκινήσει το residency, πέρασα αρκετές μέρες περπατώντας στην Αθήνα, ακολουθώντας κάποια από τα βήματα του Καβάφη στην πόλη και επισκεπτόμενη μέρη που είχε αναφέρει. Η Αθήνα είναι η πόλη όπου ζω, οπότε δεν την προσέγγιζα ως επισκέπτρια που ανακαλύπτει κάτι καινούργιο. Αντίθετα, προσπαθούσα να ξανακοιτάξω έναν τόπο που μου ήταν ήδη βαθιά οικείος, χαρτογραφώντας την εμπειρία της πόλης για τον Καβάφη πάνω στη δική μου.

Χρησιμοποίησα αναλογική φωτογραφία για να καταγράψω αυτούς τους περιπάτους. Το να κουβαλάω μια φωτογραφική μηχανή εισήγαγε ένα επιτελεστικό στοιχείο στη διαδικασία: το περπάτημα, η στάση, το καδράρισμα, το βλέμμα και η λήψη μιας φωτογραφίας έγιναν μέρος του ίδιου του έργου. Η φωτογραφική μηχανή έγινε λιγότερο ένα εργαλείο για την καταγραφή της πόλης και περισσότερο ένας τρόπος να επιβραδύνω τον ρυθμό μου και να δώσω προσοχή.

Παράλληλα, άρχισα να επιστρέφω στο προσωπικό μου αρχείο εικόνων ανδρικών σωμάτων που είχα βρει στο διαδίκτυο: γυμνά, όμορφα, συχνά κομμένα και χωρίς πρόσωπα. Δεν ξέρω τίποτα για τους άνδρες που απεικονίζονται και συνήθως δεν υπάρχει βλέμμα που να με κοιτάζει. Άρχισε να με γοητεύει η ελευθερία που προκύπτει από αυτήν τη μονόδρομη πράξη της παρατήρησης. Μπορώ να μεγεθύνω, να κροπάρω, να απομονώσω μια λεπτομέρεια, να αλλάξω τους τόνους της εικόνας και να αποφασίσω τι θα παραμείνει ορατό. Η επεξεργασία είναι θεμελιώδης για αυτή τη διαδικασία: μέσω της επιλογής και της τροποποίησης, η εικόνα αποσπάται σταδιακά από το αρχικό της πλαίσιο και ανακατασκευάζεται μέσα από το δικό μου βλέμμα.

Αυτή η παράλληλη δραστηριότητα –το να κοιτάζω την πόλη και να κοιτάζω σώματα– έγινε κεντρική για την εξέλιξη του έργου. Άρχισα να αναρωτιέμαι τι μπορεί να είχε στο μυαλό του ο Καβάφης καθώς περπατούσε στην Αθήνα: εικόνες, λέξεις, αναμνήσεις, σώματα. Αυτό το ερώτημα με οδήγησε στη σχέση του με τη φωτογραφία.

    εικόνα 1 / 3

    Φωτογραφια: Ελενη Μπαγακη

    εικόνα 2 / 3

    Φωτογραφια: Ελενη Μπαγακη

    εικόνα 3 / 3

    Φωτογραφια: Ελενη Μπαγακη

Κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας μου στο Onassis AiR, ανακάλυψα το κείμενο της Ελένης Παπαργυρίου για τον Καβάφη και τη φωτογραφία. Μέσα από αυτό, και μέσω αναφορών στον Ρολάν Μπαρτ, άρχισα να ενδιαφέρομαι για τη φωτογραφία όχι μόνο ως αναπαράσταση αλλά και ως απόδειξη παρουσίας – κάτι που φέρει το ίχνος ενός σώματος που υπήρξε φυσικά μπροστά στον φακό. Τα ποιήματα του Καβάφη που αναφέρονται σε φωτογραφίες, όπως τα «Απ’ το συρτάρι» και «Έτσι», απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία για μένα. Σε αυτά τα έργα, το να κοιτάζεις μια φωτογραφία γίνεται ένας τρόπος επιστροφής σε ένα σώμα, μια στιγμή ή μια επιθυμία.

Αυτό που επίσης με ενδιέφερε ήταν η διάρκεια αυτού του είδους της ματιάς. Σε αντίθεση με την κινούμενη εικόνα, η φωτογραφία δεν καθορίζει πόσο καιρό την κοιτάζουμε. Το βλέμμα μπορεί να παραμείνει επ’ αόριστον. Βρήκα αυτή την ιδιότητα της παραμονής πολύ κοντά στην ποίηση του Καβάφη, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο δουλεύω με τις εικόνες στο δικό μου αρχείο.

Παράλληλα με αυτή την έρευνα, διάβασα περισσότερα για τη ζωή του Καβάφη, τη γραφή του και την οργάνωση του αρχείου του. Με γοήτευσαν οι συνεχείς αναθεωρήσεις του, τα συστήματα ταξινόμησής του και ο προσεκτικός έλεγχος που ασκούσε πάνω σε ό,τι δημοσιευόταν και κυκλοφορούσε για εκείνον. Το έργο του συχνά φαίνεται να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, ανάμεσα στην αποκάλυψη και την απόκρυψη. Αυτό με οδήγησε να σκεφτώ το αρχείο όχι ως μια ουδέτερη καταγραφή ενός εαυτού, αλλά ως ένα ακόμη μέσο μέσω του οποίου ο εαυτός κατασκευάζεται ενεργά.

Αυτές οι ιδέες συντέθηκαν σταδιακά στην εγκατάσταση που δημιούργησα για τα Καλοκαιρινά Open Days στο Galaxy Studio του Onassis AiR. Αντιμετώπισα το στούντιο ως έναν προσωρινό χώρο που φιλοξενεί διάφορα θραύσματα της έρευνας: την πόλη, τα σώματα, τις φωτογραφίες, τα αντικείμενα και τα κείμενα.

Φωτογραφια: Stephie Grape

Τα μεγάλα παράθυρα του δωματίου απέκτησαν κεντρικό ρόλο στην εγκατάσταση. Τα κάλυψα με διαφανείς κουρτίνες, επιτρέποντας στον θεατή να κοιτάζει ταυτόχρονα μέσα στον χώρο και προς την πόλη έξω. Ήθελα να διατηρήσω μια σύνδεση με την Αθήνα, αντί να μετατρέψω το στούντιο σε έναν κλειστό εκθεσιακό χώρο.

Ένα μεγάλο κολάζ στον τοίχο συνδύαζε φωτογραφίες από τις βόλτες μου με εικόνες ανδρικών σωμάτων από το αρχείο μου. Η σύνδεση αυτών των δύο σειρών εικόνων επέτρεψε στην πόλη και στο σώμα να αλληλεπικαλύπτονται, εμφανιζόμενα και τα δύο ως ασταθείς και συνεχώς μεταβαλλόμενες μορφές.

Κατά τη διάρκεια του residency, πειραματίστηκα επίσης με την υλικότητα της φωτογραφίας. Χρησιμοποιώντας τεχνικές φωτογραφικής μεταφοράς σε διάφανη κολλητική ταινία, δημιούργησα λεπτές εικόνες που μπορούσαν να κρεμαστούν και να αλληλεπικαλύπτονται. Η διαφάνειά τους προσέδωσε στις φωτογραφίες μια πιο εύθραυστη και ρευστή ποιότητα και μου επέτρεψε να απομακρυνθώ από την εικόνα ως σταθερή, επίπεδη επιφάνεια.

Δημιούργησα επίσης τυπωμένα κουτιά καλυμμένα με μέρη σωμάτων, επεκτείνοντας το κολάζ στις τρεις διαστάσεις και επιτρέποντας στις εικόνες να καταλαμβάνουν φυσικά τον χώρο του στούντιο. Άλλες φωτογραφίες τοποθετήθηκαν σε λιγότερο εμφανή ή μερικώς κρυμμένα σημεία του χώρου – ένα παιχνίδι μεταξύ ορατότητας και απόκρυψης που παραπέμπει στον ίδιο τον Καβάφη και τον προσεκτικό έλεγχο που ασκούσε πάνω σε ό,τι επέλεγε να αποκαλύψει.

Κατά τη διάρκεια του residency, το πρότζεκτ μετακινήθηκε από ένα σχετικά απλό σημείο εκκίνησης –τις βόλτες στην Αθήνα ακολουθώντας το ημερολόγιο του Καβάφη– προς μια ευρύτερη διερεύνηση του βλέμματος, της επιθυμίας, της φωτογραφίας, του σώματος και της κατασκευής του εαυτού. Αντί να προσπαθήσω να απεικονίσω τον Καβάφη ή να ανακατασκευάσω την Αθήνα του, με ενδιέφερε να χρησιμοποιήσω τις μεθόδους του όσον αφορά την παρατήρηση, τη μνήμη, την επεξεργασία και την απόκρυψη, ως τρόπο επανεξέτασης της δικής μου σχέσης με την πόλη, με τις εικόνες και με τη θέση μου ως το πρόσωπο πίσω από το βλέμμα.

Φωτογραφια: Stephie Grape