Κωστής Γλύκαντζης | Πόσο αγαπάμε τον Λορίς Λοράν

Εικονα: Τασιαννα Κεχρακου

Αφού δεν τον αγαπάς, γιατί να του κάνεις κακό;

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, «Ο Ηλίθιος»

Μια μικρή ομάδα νέων ηθοποιών έχουν ιδρύσει μια ιδιότυπη κινηματογραφική λέσχη με σκοπό την προστασία και διάδοση του έργου του διεθνούς φήμης Έλληνα σκηνοθέτη Λορίς Λοράν. Ως φανατικοί θαυμαστές του, έχουν δημιουργήσει ένα καθημερινό πρόγραμμα ενασχόλησης με τις ταινίες του δημοφιλούς σκηνοθέτη, που περιλαμβάνει προβολές, συζητήσεις, κουίζ γνώσεων, παιχνίδια και υποκριτικές ασκήσεις γύρω από το κινηματογραφικό του έργο. Όταν όμως ένα μέλος της ομάδας τολμά να χαρακτηρίσει μια σεκάνς της τελευταίας του ταινίας ως «όχι και τόσο ευρηματική και μάλλον προβλέψιμη», διανοίγεται η δυνατότητα μιας νέας αποστολής για τη συνέχιση του έργου της λέσχης: η διόρθωση και τροποποίηση όλων των μικρών ατελειών των ταινιών του, πάντα με βασικό άξονα το πόσο πολύ αγαπάνε τον Λορίς Λοράν. Ύστερα από σκληρή δουλειά, όταν έχουν πια κατορθώσει με κόπο να διορθώσουν όλα τα κακώς κείμενα των ταινιών του και θεωρούν ότι πλέον διαθέτουν το σύνολο της φιλμογραφίας του χωρίς το παραμικρό ελάττωμα, ο Λορίς Λοράν ανακοινώνει συμπτωματικά ότι θα αποσυρθεί από τον κινηματογράφο. Η είδηση αυτή παραδόξως τους ανακουφίζει, αφού πλέον θα μπορούν να αναπαυθούν απολαμβάνοντας τις αποκαταστημένες από τους ίδιους ταινίες του, χωρίς τον κίνδυνο κάποιας νέας κινηματογραφικής αδεξιότητας. Έναν χρόνο αργότερα, όμως, ο Λορίς Λοράν αναγγέλλει την επιστροφή του στη μεγάλη οθόνη. Ενόψει αυτής της αιφνιδιαστικής είδησης, τα μέλη της λέσχης αποφασίζουν ότι δεν έχουν παρά μία και μοναδική επιλογή για να διασφαλίσουν μια για πάντα την τελειότητα του έργου του. Αγαπούν τόσο πολύ τον Λορίς Λοράν που πρέπει να τον σκοτώσουν.

Το «Πόσο αγαπάμε τον Λορίς Λοράν» είναι μια devised docu-fiction δημιουργία που εμπνέεται ελεύθερα από το διήγημα “Queremos tanto a Glenda” του Julio Cortázar («Πόσο αγαπάμε την Γκλέντα», μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Όπερα, 2019) και πραγματεύεται τη δημιουργική αλλά και καταστροφική δύναμη μιας ομάδας που αφιερώνεται εμμονικά στο όραμά της με απόλυτη πίστη και τρέλα. Γιατί τι άλλο, αν όχι αυτό, εννοούν όταν μας συμβουλεύουν “kill your darlings before they kill you”;

Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται το μυθοπλαστικό πρόσωπο του Λορίς Λοράν, που συντίθεται από έναν συνδυασμό επινοημένων και πραγματικών ντοκουμέντων από τη βιογραφία, τις συνεντεύξεις και τη φιλμογραφία εμβληματικών σκηνοθετών του ελληνικού και διεθνούς κινηματογράφου. Η αινιγματική προσωπικότητά του μας αποκαλύπτεται τελικά μέσα από τις θραυσματικές αφηγήσεις και τις ανακριβείς μαρτυρίες του φανατικού κοινού του.

Σε έναν σκηνικό χώρο που θυμίζει κινηματογραφικό στούντιο, τα μέλη της μυστικής λέσχης αλληλεπιδρούν με υλικό από ετερόκλητα κινηματογραφικά είδη, επανασυνθέτουν υπάρχουσες σεκάνς από ταινίες και συνυπάρχουν επί σκηνής με σκηνογραφικά και οπτικοακουστικά μέσα, όπως βίντεο, ζωντανή μουσική και χρήση live κάμερας.

Τελικά, το «Πόσο αγαπάμε τον Λορίς Λοράν», κινούμενο μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου, επιχειρεί να σκιαγραφήσει ένα σύμπαν απουσίας ορίων, μεταξύ φαντασίωσης και πραγματικότητας, εκεί όπου η βία μοιάζει ανησυχητικά οικεία και προσδιορίζεται ως «αναγκαίο καλό», ενώ η αγάπη προς τον άλλον γίνεται ανυπόφορη, όπως αυτή του παράφορου κάπρου της μυθολογίας που παίρνει φόρα και με τους «ερωτικούς» του χαυλιόδοντες σκοτώνει τον όμορφο Άδωνι, χωρίς καμία πρόθεση να τον πληγώσει, αλλά θέλοντας μόνο να τον θωπεύσει (βλ. Byung-Chul Han, «Τοπολογία της βίας», μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδόσεις Όπερα, 2022).

Ή, ίσως, είναι απλώς μια απόπειρα επαναπλαισίωσης των δικών μου προσωπικών εμμονών.