Marc Da Costa

Φωτογραφια: Lauren Duque

Marc Da Costa

Ο Marc Da Costa (γεν. 1984, ΗΠΑ) είναι καλλιτέχνης και ανθρωπολόγος που ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη. Η πρακτική του επικεντρώνεται στους τρόπους με τους οποίους οι τεχνικές υποδομές διαμορφώνουν την προσοχή μας και την αντίληψή μας για τον κόσμο. Το έργο του διερευνά την ένταση ανάμεσα στα αρχεία και τη βιωμένη εμπειρία, εξετάζοντας τι μπορούν να χωρέσουν τα συστήματα και τι αφήνουν εκτός. Τα πρότζεκτ του ξεκινούν συνήθως με εις βάθος μελέτη συγκεκριμένων αρχείων ή συστημάτων, πριν πάρουν μορφή ως εγκαταστάσεις, κινούμενη εικόνα και περφόρμανς.

Στα πρόσφατα έργα του περιλαμβάνονται το “AlphaGo_Lee: Theory of Sacrifice” (2025), μια θεατρική παράσταση που επαναπροσεγγίζει δημιουργικά την παρτίδα Γκο μεταξύ του Lee Sedol και της Google DeepMind το 2016 ως τελετουργία θυσίας· το “The Golden Key” (2024), μια διαδραστική εγκατάσταση που εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην τεχνητή νοημοσύνη και τις λαογραφικές ταξινομήσεις του 19ου αιώνα· και το “Tulpamancer” (2023), μια εμβυθιστική εγκατάσταση που εξερευνά τη μνήμη και την οικειότητα, μέσα από μια φαντασιακή ιστορία της τεχνητής νοημοσύνης.

Προηγούμενα έργα του αφορούσαν την επιτήρηση και τη διαμόρφωση του χώρου: το “The Border Line” (2022) κατέγραφε τα ψηφιακά ίχνη κατά μήκος των συνόρων Τουρκίας-Συρίας στη διάρκεια του Συριακού Εμφυλίου Πολέμου, ενώ το “Parallels” (2023) ενέτασσε τη μηχανική όραση σε μια ευρύτερη ιστορία του πώς η τεχνολογία μεταβάλλει την αντίληψή μας για τον χώρο – ερωτήματα που ο Ντα Κόστα αρχικά προσέγγισε μέσω έρευνας πεδίου στο πλαίσιο της διδακτορικής του διατριβής, με επιστήμονες της Ανταρκτικής και κριτικούς χαρτογράφους.

Η δουλειά του έχει παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, στο Ars Electronica, στο Lincoln Center, στο Centre PHI, στη Μουσική Ακαδημία του Μπρούκλιν (BAM) και στο Ίδρυμα Ωνάση. Έχει λάβει τα βραβεία Lumen Prize και SXSW Jury Prize, καθώς και υποτροφία από το National Science Foundation. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στους “The New York Times”, στον “The Guardian” και στο “Lapham’s Quarterly.”