Φωτογραφια: Ti Jácome

Το “Luta Livre” ξεκινά από μια κριτική ανάγνωση της έννοιας της πάλης στη δυτική παράδοση, η οποία ιστορικά οργανώνεται γύρω από τις διχοτομίες της νίκης και της ήττας, της κυριαρχίας και της υποταγής. Αυτή η κληρονομιά, που εντείνεται από τα πολεμικά μοντέλα και τη βία της αποικιοκρατίας, συνεχίζει να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σύγκρουση σήμερα. Το “Luta Livre” αντιμετωπίζει τη βία ως συστατικό στοιχείο του κόσμου, χωρίς να δαιμονοποιεί τη μάχη· αντίθετα, επιδιώκει να την τιμήσει, απελευθερώνοντάς την από αυτές τις δυαδικές λογικές.

Αντλώντας στοιχεία από τη βιολογία των φυτών, τη μυθολογία των Orisha και τις πολεμικές παραδόσεις, το πρότζεκτ διερευνά τη σύγκρουση ως ένταση και όχι ως καταστροφή ή βαναυσότητα. Ως προς τη μορφή, το “Luta Livre” οικειοποιείται την αμερικανική πάλη και τη θεατρική της υπερβολή –τα υπερτροφικά σώματα, τη θεαματική βία και τις μανιχαϊστικές αφηγήσεις– προσεγγίζοντάς τα μέσω της λογικής του drag. Η πάλη μετατρέπεται σε μια επιτέλεση υπερβολικής αρρενωπότητας: μια καρικατούρα δύναμης, ανδρισμού, επιθετικότητας και βίας που, μέσα από την ίδια της την υπερβολή, αποκαλύπτει το φύλο ως κατασκευή.

Το “Luta Livre” αρνείται την παραδοσιακή αφηγηματική γραμμικότητα ενός τύπου λογοτεχνικού θεάτρου, ενώ προτείνει έναν χώρο όπου η παραγωγή σκηνικών εικόνων μπορεί να μεταδώσει νοήματα χωρίς να εξαρτάται από κειμενική επικύρωση, δίνοντας έτσι προτεραιότητα στην παρέκκλιση και τον ελεύθερο συνειρμό έναντι της σύγκρουσης. Αντιμετωπίζει τη διάσπαση ως αντίσταση στην πειθαρχημένη προσοχή, την αποδοτικότητα και την αμεσότητα που απαιτεί ο ύστερος καπιταλισμός.