© Siemon Scamell-Katz

Θα ήθελα να συνδυάσω νέους μη παραστατικούς πίνακες με ένα ηχοτοπίο και, ενδεχομένως, με ένα οσφρητικό περιβάλλον, προκειμένου να εξελίξω περαιτέρω τη δουλειά μου γύρω από την αισθητηριακή καταγραφή και αναπαράσταση του τοπίου. Φαντάζομαι αυτό το πρότζεκτ ως μια συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες για την υλοποίησή του.

© Siemon Scamell-Katz

Approach, 2025

Σημειωμα δημιουργου

Ξεκίνησα από την ασθένεια – όχι μόνο ως μια ιδιωτική κατάσταση, αλλά ως έναν τρόπο σκέψης: ένα σώμα που καταρρέει, συστήματα που δυσλειτουργούν, κακομεταχείριση που αγνοείται μέχρι τα προειδοποιητικά σημάδια να γίνουν αναπόφευκτα. Από εκεί, σχεδόν αυθόρμητα, η προσοχή μου στράφηκε προς τα έξω, προς την κλιματική απορρύθμιση. Χρειαζόμουν μια μεταφορά που να μην είναι ούτε αφηρημένη ούτε μακρινή. Μένοντας στην Αθήνα, δεν χρειάστηκε να ψάξω πολύ. Η πυρκαγιά αναδείχθηκε ως η πιο άμεση και ορατή μορφή περιβαλλοντικής κατάρρευσης.

Μελέτησα επιστημονική βιβλιογραφία γύρω από την οικολογία και τη συμπεριφορά των δασικών πυρκαγιών, καθώς και αναφορές επαγγελματιών (πυροσβεστών, δασολόγων και ερευνητών/τριών), κυρίως από τη Βόρεια Αμερική και την Αυστραλία, όπου η πυρκαγιά αντιμετωπίζεται εδώ και δεκαετίες τόσο ως φυσική διαδικασία όσο και ως ανθρώπινη καταστροφή. Παρακολούθησα ειδησεογραφικό υλικό και διάβασα μαρτυρίες που κατέγραψαν δημοσιογράφοι και ειδικοί, σχετικά με τα αίτια, την εξάπλωση και τις επιπτώσεις των πυρκαγιών. Σταδιακά, η εστίαση περιορίστηκε. Στο κάδρο μπήκε η Ελλάδα – και μαζί της η πυρκαγιά στο Μάτι το 2018.

Το Μάτι δεν μπορούσε να προσεγγιστεί μόνο ως ένα περιβαλλοντικό γεγονός. Η έκταση της ανθρώπινης απώλειας, η σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του οικισμού και η πολιτική διαχείριση που ακολούθησε το κατέστησαν σημείο ρήξης στη σύγχρονη ελληνική συνείδηση. Ανέδειξε αστοχίες όχι μόνο στις υποδομές και τον σχεδιασμό, αλλά και στην ανάληψη ευθύνης, στη δημόσια αφήγηση και στη συλλογική μνήμη. Για να προσεγγίσω αυτό το τοπίο πιο άμεσα, επισκέφτηκα δασικές και περιαστικές περιοχές γύρω από την Αθήνα – τόπους που βρίσκονται ανάμεσα στην αναγέννηση και την ερήμωση. Φωτογράφισα ό,τι έβλεπα: απανθρακωμένους κορμούς δίπλα σε νέα βλαστάρια, σπίτια χτισμένα σε εύφλεκτη γη, την ανήσυχη ηρεμία που ακολουθεί μια καταστροφή. Παράλληλα, αναζήτησα καλλιτεχνικές αποκρίσεις στην πυρκαγιά στο Μάτι –το φωτογραφικό έργο του Βασίλη Βρεττού και ηχοτοπία καλλιτεχνών όπως ο Στράτος Μπιχάκης– προκειμένου να κατανοήσω πώς άλλοι προσπάθησαν να δώσουν μορφή σε αυτό που αντιστέκεται στην αναπαράσταση.

Το έργο μου επηρεάζεται εδώ και καιρό από την έννοια του υψηλού: τη φιλοσοφική του ιστορία, τη θέση του στη ζωγραφική, τη δύναμή του να υπερβαίνει τη λογική. Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, συνάντησα την έννοια του «μεγαλειώδους αφανισμού» (sublime annihilation), όπως τη διατυπώνει η Amaris Enid Montes στη μελέτη της για την ταινία “Annihilation” του Alex Garland και το ομώνυμο μυθιστόρημα του Jeff VanderMeer. Και τα δύο έργα περιγράφουν έναν κόσμο μεταμορφωμένο πέρα από κάθε αναγνώριση, όχι μόνο μέσα από θεαματικές αλλαγές, αλλά μέσα από την αργή διάβρωση του οικείου – «τα ερείπια αυτού που έχει γίνει το συλλογικό μας σπίτι». Η έννοια αυτή ξεκαθάρισε κάτι που ήδη διερευνούσα: τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί το υψηλό όχι για να εξυψώσει τον άνθρωπο, αλλά για να τον διαλύσει.

Ο σύγχρονος περιβαλλοντικός λόγος βασίζεται υπερβολικά στη ρεαλιστική αναπαράσταση –γεγονότα, εικόνες, στατιστικά στοιχεία– που εύκολα απορρίπτονται, εργαλειοποιούνται πολιτικά ή χάνονται μέσα στον διαρκή θόρυβο της καταστροφολογίας. Ακόμη χειρότερα, συχνά οδηγούν σε παράλυση αντί για δράση. Η προσέγγιση της Montes πρότεινε μια διαφορετική κατεύθυνση. Το υψηλό, ακριβώς επειδή διαφεύγει της πλήρους κατανόησης, είναι αλλόκοτο. Μπορεί να διαρρήξει την ανθρωποκεντρική βεβαιότητα. Στη στιγμή της υπερβολής του –στην ξενότητά του, στον τρόμο που προκαλεί– καθιστά τον θεατή στιγμιαία «άσκεπτο» και, με αυτόν τον τρόπο, αποκαλύπτει τη βαθύτερη ασκεψία που έχει οδηγήσει στην οικολογική καταστροφή.

Η ζωγραφική διαδικασία προέκυψε μέσα από αυτή την ένταση. Ξεκίνησα δουλεύοντας σε εξωτερικούς χώρους, σχεδιάζοντας επιτόπου σε σημεία γύρω από την Αθήνα και σε κοντινά νησιά, σε άμεση ανταπόκριση στο τοπίο και το φως. Επιστρέφοντας στο εργαστήριο, τα σχέδια αυτά αποτέλεσαν τη βάση για μια δεύτερη φάση εργασίας, με έμφαση στο χρώμα και την ύλη. Πειραματίστηκα με υδατοδιαλυτά λάδια — μια τεχνική μετατόπιση που αντανακλούσε την εννοιολογική: πιο αργή, πιο αβέβαιη, λιγότερο ελέγξιμη.

To έργο δεν επιχειρεί να καταγράψει τις πυρκαγιές ή τις ασθένειες. Αντίθετα, καταλαμβάνει τον χώρο όπου η προσωπική ευαλωτότητα και η περιβαλλοντική κατάρρευση αντανακλούν η μία την άλλη – εκεί όπου το υπερφυσικό δεν είναι πλέον λυτρωτικό, αλλά σιωπηλά καταστροφικό. Από αυτή τη διαδικασία προέκυψε η σειρά των εννέα ζωγραφικών έργων με τίτλο «I’m Burnt».

Εργα της σειρας "I'm Burnt"

    εικόνα 1 / 5

    © Siemon Scamell-Katz

    Aftermath, 2025

    εικόνα 2 / 5

    © Siemon Scamell-Katz

    Wildfire, 2025

    εικόνα 3 / 5

    © Siemon Scamell-Katz

    Pine, 2025

    εικόνα 4 / 5

    © Siemon Scamell-Katz

    I'm burnt, 2025

    εικόνα 5 / 5

    © Siemon Scamell-Katz

    WUI, 2025