Μελέτη για το έργο «Επιτύμβιο»
Πίνακας ζωγραφικής
περιγραφή
Το γυναικείο γυμνό διαμόρφωσε το ύφος της ζωγραφικής του Γιάννη Μόραλη. Ήταν ο πυλώνας της τέχνης του, η κινητήρια δύναμη, ο ρυθμιστής της εικαστικής του γλώσσας. Από τα προπολεμικά γυμνά της Ρώμης και του Παρισιού έως τα τελευταία γεωμετρικά «Ερωτικά» του, ο Μόραλης τιθάσευσε και κωδικοποίησε το γυναικείο σώμα, το αποδόμησε και το αναδόμησε.
Η μελέτη για το «Επιτύμβιο» φιλοτεχνήθηκε τον Ιούνιο του 1955, τρία χρόνια πριν από την τελική σύνθεση. Πρόκειται για ένα ολόσωμο πορτρέτο σε φυσικό μέγεθος δουλεμένο σε μακρόστενο τελάρο. Το γυμνό μοντέλο παραπέμπει στη Φιλίτσα, που έχει ποζάρει και σε άλλους δύο πίνακες του 1954. Η νεαρή γυναίκα στέκεται με σταυρωμένα τα πόδια μπροστά από μια μισάνοιχτη πόρτα. Με το δεξί χέρι στηρίζει τον αγκώνα του λυγισμένου αριστερού χεριού, με το οποίο ακουμπάει το πιγούνι της. Μας κοιτάζει κατάματα. Το βλέμμα της είναι διαπεραστικό, τα χείλη της μισάνοιχτα. Πίσω της, το σκοτάδι συμβολίζει το άγνωστο, τον θάνατο, τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Η λιτή χρωματική γκάμα είναι απόλυτα εναρμονισμένη με τον χώρο και τη μορφή: το βαθύ κόκκινο της θύρας και η τιρκουάζ γραμμή της κάσας· το πρωσικό μπλε και το μαύρο που χρησιμοποιεί ο ζωγράφος για να τονίσει τη σιλουέτα της κοπέλας· το ροζ στα χείλη, στο μέτωπο, στα ζυγωματικά, στη θηλή και στους βραχίονες· και μια σκιά-κρυψώνα που υποδέχεται την υπογραφή του. Σε σχέση με την επεξεργασμένη εκδοχή της στο «Επιτύμβιο», η στοχαστική γυναίκα της «Μελέτης» δείχνει ζωντανή, ανήκει στον πραγματικό κόσμο και όχι σε αυτόν των νεκρών ή των ονείρων.

