Φώτης Κόντογλου

Ο Φώτης Κόντογλου ήταν πεζογράφος, ζωγράφος και αγιογράφος. Γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας γύρω στο 1895. Μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών (1908-13), εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1915 διέκοψε τις σπουδές του για να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Στο Παρίσι γνώρισε τη μοντέρνα τέχνη και έγραψε την ιστορία «Pedro Cazas» (1920). Το 1919 επέστρεψε στο Αϊβαλί και διορίστηκε καθηγητής στο γυμνάσιο. Το 1921 έλαβε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή κατέφυγε αρχικά στη Μυτιλήνη και αργότερα στην Αθήνα, στη συνοικία Κυπριάδου. Εργάστηκε ως συγγραφέας και εικονογράφος λημμάτων στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη. Την άνοιξη του 1923 επισκέφτηκε για πρώτη φορά το Άγιον Όρος, όπου ήρθε σε επαφή με τη βυζαντινή ζωγραφική και την αγιογραφία. Tην ίδια χρονιά εκδόθηκαν τα βιβλία του, «Η Τέχνη του Άθω» και «Βασάντα», εξέθεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Μαλέα στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης και το φθινόπωρο παρουσίασε τη δουλειά του στο Λύκειο των Ελληνίδων στην Αθήνα. Το 1925 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και απέκτησαν μαζί μία κόρη, τη Δέσπω (1927–2009). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Φιλική Εταιρία», «Ελληνικά Γράμματα» και «Νέα Εστία». Τη δεκαετία του ’30 εργάστηκε ως συντηρητής στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, στο Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου και στο Μουσείο της Κέρκυρας. Το 1932, με τη βοήθεια του Νίκου Εγγονόπουλου και του Γιάννη Τσαρούχη, ζωγράφισε με την τεχνική της νωπογραφίας το μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού του. Το 1933, του απονεμήθηκε από τη Σχολή Καλών Τεχνών το «Απολυτήριον γραφικής» και το 1934 συμμετείχε στην Μπιενάλε Βενετίας. Το 1935 τυπώθηκε το βιβλίο του, «Αστρολάβος», με εικονογράφηση του ιδίου και του Γιάννη Τσαρούχη. Μεταξύ 1937 και 1939 τοιχογράφησε το Δημαρχείο Αθηνών με μυθολογικά και ιστορικά πρόσωπα. Αγιογράφησε ιδιωτικά παρεκκλήσια και ναούς (Μοναστηράκι, Ρίο Πατρών, Λιόπεσι, Καπνικαρέα, Αιγάλεω, Πολύγωνο, Κυψέλη, Κάτω Πατήσια, Μανδράκι Ρόδου) και συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά. Το 1950 ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Ελευθερία», γράφοντας κείμενα που εξυμνούν την παράδοση και στηλιτεύουν την αφηρημένη τέχνη. Λίγους μήνες πριν πεθάνει –στις 13 Ιουλίου 1965 στην Αθήνα– του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Καλών Τεχνών.