Πιπέρι στο στόμα!
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΤΣΑΡΕΛΗΣ

Μαρία Καμηλάκη, Γεωργία Κατσούδα, Μαρία Βραχιονίδου, Πιπέρι στο στόμα! Όψεις των λέξεων-ταμπού στη Νέα Ελληνική, πρόλογος: Θανάσης Νάκας (Αθήνα: Καλλιγράφος, 2015), 480 σελ. ISBN 978-960-9568-41-8 


Οι γλωσσολόγοι Μαρία Καμηλάκη, Γεωργία Κατσούδα και Μαρία Βραχιονίδου συνέπραξαν στη δημιουργία ενός ωφέλιμου και τερπνού πονήματος με τον τίτλο Πιπέρι στο στόμα! Όψεις των λέξεων-ταμπού στη Νέα Ελληνική από τις εκδόσεις Καλλιγράφος. Ήδη ο τίτλος αποδίδει έξυπνα και με χιούμορ το αντικείμενο της μελέτης και καθιστά το βιβλίο ελκυστικό. Στο πλαίσιο της αγαστής συνεργασίας των τριών συγγραφέων, η δρ Μαρία Καμηλάκη, μέλος του Συνδέσμου Υποτρόφων, ανέλαβε τη σύνταξη της εισαγωγής, καθώς και τη συναρμογή και την επιμέλεια του τελικού κειμένου, η δρ Γεωργία Κατσούδα επικεντρώθηκε στους μηχανισμούς παραγωγής των λέξεων-ταμπού και παρείχε το μεγαλύτερο κομμάτι των ετυμολογικών πληροφοριών, και η δρ Μαρία Βραχιονίδου, ως λαογράφος και διαλεκτολόγος, συνέβαλε στη διαμόρφωση των πληροφοριών και του γλωσσολογικού τους πλαισίου. 

Ο βασικός άξονας διερεύνησης αυτού του βιβλίου είναι ο κοινωνιογλωσσολογικός, καθώς η υφιστάμενη ύλη εξειδικεύεται ανάλογα με την κοινωνιόλεκτο στην οποία ανήκει (π.χ. στη γλώσσα των νέων ή στη γλώσσα περιθωριοποιημένων ομάδων). Το βιβλίο είναι οργανωμένο μεθοδικά σε 16 θεματικά κεφάλαια. Η αντί προλόγου αναφορά στην αρχή έχει θεμελιώδη ρόλο, καθώς εισάγει τον αναγνώστη στις βασικές έννοιες, στη δομή και το περιεχόμενο του βιβλίου μέσα από τη ματιά των συγγραφέων. Επιπλέον, άλλα στοιχεία αυτού του πονήματος, όπως το ελκυστικό περιεχόμενο και η γλαφυρότητα των τίτλων, που πολλές φορές περιέχουν έντονη δόση χιούμορ (βλ. κεφ. 3.5.1 και 8), καθιστούν την ανάγνωσή του απολαυστική. 

Για να μελετήσει κάποιος ένα θέμα πρέπει να εισχωρήσει σε αυτό. Έτσι, και με αυτό το βιβλίο, ο αναγνώστης πρέπει να ξέρει ότι θα έρθει αντιμέτωπος με «απαγορευμένες» λέξεις και υβριστικές εκφράσεις, που μπορεί να τον προβληματίζουν ή να τον σοκάρουν. Ωστόσο, μόνο αν εκτεθεί σε αυτό το λεξιλόγιο, θα μπορέσει να το κατανοήσει. Αν και το βιβλίο θίγει φλέγοντα ζητήματα, που προφανώς ακουμπούν ευαίσθητες χορδές του αναγνωστικού κοινού, οι συγγραφείς καταφέρνουν με αξιοπρέπεια και επιτυχία να αναλύσουν τα θέματά τους κρατώντας απόσταση από ποιοτικούς χαρακτηρισμούς, αφενός, του ιδεολογικού φορτίου που μεταφέρουν οι λέξεις-ταμπού και, αφετέρου, αυτών που τις εκφράζουν. Ως εκ τούτου, με εγκυρότητα και επιστημονική ματιά δίνουν τις κοινωνιογλωσσολογικές πτυχές αυτών των λέξεων κάνοντας εκτενή χρήση παραδειγμάτων και αποφεύγοντας τον σχολιασμό πρακτικών ή την εκδήλωση προτιμήσεων έκφρασης. 

Επιχειρώντας να ορίσουμε τις λέξεις-ταμπού θα λέγαμε ότι πρόκειται για λέξεις που στέκονται απέναντι στους θεσμούς και στις κάθε είδους επιταγές, δίνοντας εκφραστική διέξοδο στα «αμίλητα» (σ. 4). Η ανθρώπινη φύση αντιστέκεται με αυτό το είδους λόγου σε φραγμούς και καταναγκασμούς, που πολλές φορές αποτελούν προϊόντα του κυρίαρχου επίσημου λόγου. Οι λέξεις αυτές αποτελούν ένα κανονικό και ουσιώδες –αν και σεσημασμένο– κομμάτι της γλώσσας που δεν έχει διερευνηθεί διεξοδικά και είναι ισχυρές και πολύ εκφραστικές, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επικοινώνηση των συναισθημάτων, γεγονός που εξηγεί την ευκολότερη εντύπωσή τους στη μνήμη (σ. 8).

Για την κατανόηση των λέξεων-ταμπού και των λεξιλογικών μετασχηματισμών τους, το βιβλίο προτείνει «το συνεχές αποδεκτότητας των λέξεων-ταμπού» (σ. 31). Το συνεχές αυτό ξεκινάει από ορθοφημισμούς, οι οποίοι περιλαμβάνουν ουδέτερες εκφράσεις που ούτε είναι επί τούτου ευγενικές, δηλαδή ευφημιστικές, ούτε είναι όμως ωμές ή προσβλητικές, δηλαδή δυσφημιστικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ιατρικοί όροι που αποφεύγουν το φορτισμένο εκφραστικά περιεχόμενο. Μετά τον ορθοφημισμό ακολουθεί ο ευφημισμός που αφορά στην ωραιοποίηση μιας χυδαίας λέξης ή έκφρασης από μια πιο ευγενική και στρογγυλεμένη χροιά με υπερώνυμους όρους (π.χ. «το κάναμε» ή «κοιμηθήκαμε μαζί»). Προχωρώντας στο συνεχές αποδεκτότητας συναντάμε τον δυσφημιστικό ευφημισμό (π.χ. «τα κακάρωσε» αντί «πέθανε») και, κατόπιν, τον ευφημιστικό δυσφημισμό που προκαλεί μικρότερο βαθμό προσβολής (π.χ. «μακάκας»). Τέλος, ο  δυσφημισμός είναι η πιο καταφανής λειτουργία των λέξεων-ταμπού, καθώς συνιστά μια σκόπιμα προσβλητική λέξη ή φράση που αντικαθιστά μια ουδέτερη ή εύσημη λέξη. (σ. 14‒19)

Το βιβλίο αφιερώνει το μεγαλύτερό του κεφάλαιο στη σεξουαλική έκφραση ως πεδίο μελέτης των λέξεων-ταμπού αναλύοντας εις βάθος τις κοινωνιολογικές συνιστώσες που σχετίζονται με τη σεξουαλική έκφραση και συντελούν στον σχηματισμό λέξεων-ταμπού, οι οποίες με τη σειρά τους αντανακλούν συχνά τις έμφυλες διακρίσεις και τον σεξισμό. Έτσι, μεταξύ άλλων, υπάρχει αναφορά στον φυσικοποιημένο χαρακτήρα της ετεροφυλοφιλίας (σ. 97), στις «διαταραχές» της ταυτότητας φύλου (σ. 148) και στα κατάλοιπα της πατριαρχικής σεξουαλικής κουλτούρας που ενοχοποιούν την ελεύθερη σεξουαλική έκφραση οδηγώντας στον σχηματισμό πολλών λέξεων-ταμπού, οι οποίες εγγράφουν κοινωνικοπολιτισμικές διακρίσεις. Η εμμονή που δείχνει η συντηρητική πλευρά της κοινωνίας για αυτά τα θέματα εξηγεί την εκτενή γλωσσική κατασκευή και διάδοση των λέξεων-ταμπού που σχετίζονται με τη σεξουαλική έκφραση. 

Αν και το περιεχόμενο ολόκληρου του βιβλίου είναι ελκυστικό, θεωρώ ότι το 14ο κεφάλαιο, που αναφέρεται στην πολιτική ορθότητα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς εδώ μιλάμε για μια «νεογλώσσα» η οποία παρουσιάζει το δυσάρεστο ως ευχάριστο ή τουλάχιστον ως ανεκτό, απαλλάσσοντας από τις ευθύνες και παραποιώντας την ορθή σημασία των πραγμάτων. Συνεπώς, πρόκειται για μια διπλή γλώσσα, εξαιρετικά χρήσιμη σε αυτούς που ασκούν εξουσία και στοχεύουν στην εύνοια της κοινής γνώμης (σ. 302). Η πολιτική ορθότητα (political correctness) είναι ένα είδος διορθωτικής πρακτικής που επιδιώκει μια ακριβέστερη και όσο το δυνατόν πιο ουδέτερη περιγραφή (π.χ. «σωφρονιστικό κατάστημα» αντί για «φυλακή» ή, επίσης, το «Υπουργείο Πολέμου», που μετονομάστηκε σε «Υπουργείο Εθνικής Άμυνας»). Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, «κατά τον Chomsky η πολιτική ορθότητα είναι η υγιής επέκταση της ηθικής ανησυχίας» (σ. 293). Ιδιαίτερα στον χώρο της οικονομίας βρίσκουμε πολλά παραδείγματα πολιτικής ορθότητας, όπως το «Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής», την «εισφορά αλληλεγγύης» και το «κούρεμα μισθών».  

Το βιβλίο αυτό, φυσικά, δεν εξαντλεί τη μελέτη των λέξεων-ταμπού, καθώς αυτό θα ήταν ανέφικτο στο πλαίσιο μιας συγγραφής τέτοιου μεγέθους. Ουσιαστικά, θίγει βασικές πτυχές αυτής της κατηγορίας λέξεων υπογραμμίζοντας το κοινωνικοπραγματολογικό πλαίσιο που τις χαρακτηρίζει και στοχεύοντας να εμπνεύσει και να ενισχύσει την έρευνα του συγκεκριμένου πεδίου. Όπως χαρακτηριστικά λένε οι συγγραφείς στον επίλογό τους, «τελικά, αυτό που θέλαμε να καταδείξουμε μέσα από το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας είναι ότι οι λέξεις-ταμπού αποτελούν μια χαραμάδα πρόσβασης στην ανθρώπινη ψυχή, αλλά και ένα ερμηνευτικό κλειδί, για την ανάγνωση των κανονιστικών περιορισμών, που θέτει η κάθε κοινωνία, και των διεξόδων από αυτούς που εφευρίσκουν τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες» (σ. 374). 

Αν και μιλάμε για ένα καθαρώς γλωσσολογικό πόνημα, διαβάζοντας το βιβλίο το βίωσα ωσάν να ήταν μια περιπέτεια όπου πρωταγωνιστούν οι λέξεις-ταμπού στις διάφορες εκφάνσεις τους. Το βιβλίο αυτό ενδείκνυται ακόμη και για άτομα που δεν έχουν εξειδικευμένο ενδιαφέρον σε κάποιον από τους τομείς της γλωσσολογικής επιστήμης, καθώς η ανάλυσή του ακολουθεί μια ολιστική προσέγγιση. Ακόμη και εκείνοι που δεν είναι εξοικειωμένοι με τη μορφολογία και τις πραγματολογικές λειτουργίες της γλώσσας θα εντυπωσιαστούν, καθώς θα συναντήσουν λέξεις και φράσεις τις οποίες λένε ή ακούν σε πολύ μεγάλη συχνότητα στην καθημερινότητά τους, και συνεπώς, θα τις αντιμετωπίσουν με μία άλλη οπτική. 

Πρόκειται για ένα καλοδουλεμένο έργο, προσεγμένο στη λεπτομέρειά του, με ελκυστικό περιεχόμενο και πολύ καλή επιμέλεια, λαμβάνοντας υπόψιν ότι αναλύει πολλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής και της γλωσσικής έκφρασης με αρίφνητα παραδείγματα και παραπομπές.


(Ο Ευάγγελος Κατσαρέλης είναι κλασικός φιλόλογος και εργάζεται στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.)

 


..