Σκηνοθεσία
Ιόλη Ανδρεάδη
 

Το έμμετρο θεατρικό έργο του T.S. Eliot Murder in the Cathedral, σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη, αποτελεί τη βάση της παράστασης Ένας άνθρωπος επιστρέφει στην πατρίδα του πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσουν και τον σκοτώνουν, την οποία υπογράφει σκηνοθετικά η Ιόλη Ανδρεάδη. Τα δύο πρόσωπα του έργου υποδύονται η Ρούλα Πατεράκη και ο Γιώργος Νανούρης, οι οποίοι συναντιούνται για πρώτη φορά στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. 

Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται στην Αγγλία τον 12ο αιώνα. Ο Θωμάς Μπέκετ, αδελφικός φίλος του βασιλιά Ερρίκου Β΄ και διάσημος μπον βιβέρ, γίνεται αρχιεπίσκοπος του Κάντερμπερι και, σαν από θείο φως, απαρνιέται μονομιάς τις ξέφρενες απολαύσεις και αφιερώνει τη ζωή του στην υπηρεσία όσων τον έχουν ανάγκη, αλλά και στη μάχη για την κατάλυση της κοσμικής εξουσίας. Ανεπιθύμητος πια στον τόπο του, αυτοεξορίζεται στη Γαλλία. Ύστερα από μια επιφανειακή συμφιλίωση με τον βασιλιά Ερρίκο Β΄ επιστρέφει, αλλά δολοφονείται από τέσσερις ιππότες μέσα στην ίδια του την εκκλησία, παραμονές της πρωτοχρονιάς του 1170. Πρόκειται για την πραγματική ιστορία του Αγίου Θωμά της Καθολικής και Αγγλικανικής Εκκλησίας.

Στον πρόλογό του ο Σεφέρης γράφει: «Τα πρόσωπα του έργου δεν είναι πολλά – είναι ένα, ο Θωμάς. Η μάχη του με το αξεχώριστο κακό. Ο αγώνας ενός ανθρώπου με την περηφάνια του, η προσπάθειά του να καθαριστεί από την ίδια του την περηφάνια. Να μην επιθυμεί τίποτα πια, ούτε καν την δόξα του μάρτυρα. Κάτι που σήμερα δεν το χωράει ο νους μας». 

Όταν ζήτησαν από τον Eliot να περιγράψει μέσα σε μία παράγραφο την πλοκή του έργου, εκείνος έδωσε μόνο μία φράση: «Ένας άνθρωπος επιστρέφει (ύστερα από επτά χρόνια) στην πατρίδα του πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσουν και τον σκοτώνουν». Σε αυτή την ιστορική φράση βασίζεται και ο τίτλος της παράστασης η οποία έκανε πρεμιέρα στις 4 Δεκεμβρίου.

Η σύλληψη και η σκηνοθεσία είναι της Ιόλης Ανδρεάδη, η οποία υπογράφει και το κείμενο μετεγγραφής μαζί με τον Άρη Ασπρούλη. Η σκηνογραφία και τα κοστούμια είναι της Δήμητρας Λιάκουρα και οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα. Η παράσταση ανεβαίνει έως τις 27 Μαρτίου 2018.


Νάνσυ Μπινιαδάκη
 

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Νάνσυς Μπινιαδάκη, Η Επιφάνεια των Πραγμάτων,  συμμετείχε στο διεθνές διαγωνιστικό πρόγραμμα του 58ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και έκανε πρεμιέρα στις 6 Νοεμβρίου 2017. Η ταινία πραγματεύεται έναν αστικό μύθο για ένα κορίτσι που παρασύρθηκε τη δεκαετία του ’80 από ένα αρχαίο υπόγειο ποτάμι, τον Ερρινυό, που κανείς ποτέ δεν το έχει δει. Σήμερα μια νεαρή ανθρωπολόγος ερευνά τον μύθο και εντοπίζει τους ανθρώπους που γνώριζαν το κορίτσι. Είναι οι τρεις καλύτερές της φίλες και μια καθηγήτριά τους, ιστορικός. Μέσα από αποσπάσματα επιστολών, ηχογραφήσεων και συνεντεύξεων, αυτές οι γυναίκες αφηγούνται την τραγική ιστορία που συνέβη πριν από 30 χρόνια και σημάδεψε τις ζωές τους καθώς και τη συλλογική μνήμη της πόλης. 

Το σενάριο βασίζεται στο βιβλίο Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού της Άντζελας Δημητρακάκη (εκδ. Εστία). Τους ρόλους ερμηνεύουν η Μαρία Σκουλά, η Μαρία Καλλιμάνη, η Θέμις Μπαζάκα και η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου. Την πρωτότυπη μουσική της ταινίας έγραψε ο βραβευμένος συνθέτης Alexander Muell στο πλαίσιο της δεύτερης συνεργασίας του με τη σκηνοθέτρια. 

Η Νάνσυ Μπινιαδάκη λέει για την ταινία: «Η δεκαετία του ’80 θεωρείται από πολλούς ως κομβική για να κατανοήσει κανείς τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα του σήμερα, όλες αυτές τις αντιφάσεις και τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν σε απογοητεύσεις. Εμείς που μεγαλώσαμε ως έφηβοι στην Αθήνα εκείνης της εποχής ξέρουμε τι σημαίνει να ζεις σε μια άσχημη αλλά παράξενα ελκυστική πόλη, με προοδευτικές πολιτικές αλλά και με συντηρητική νοοτροπία, σε καιρούς αισιοδοξίας και αφέλειας, σε άσχημες γειτονιές έτοιμες να αναπτυχθούν με οποιοδήποτε κόστος, σε κλειστοφοβικά διαμερίσματα, βρώμικα άχτιστα οικόπεδα, καταθλιπτικά σχολικά κτίρια και με μια καταθλιπτική καθημερινότητα. Ήμασταν παιδιά που μεγαλώναμε σε μια ιδιαίτερη δεκαετία, η οποία τελείωσε με πάταγο, με την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου, αν και τότε δεν είχαμε ιδέα για το τι σήμαινε όλο αυτό».