Ένας πατέρας, ένας γιος και το oμηρικό έπος
ΑΠΟΔΟΣΗ: ΛΗΔΑ ΜΠΟΥΖΑΛΗ
   

Το πρόσφατο βιβλίο του Daniel Mendelsohn An Odyssey: A Father, a Son, and an Epic [Μια Οδύσσεια: Ένας πατέρας, ένας γιος και ένα έπος], που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2017, διηγείται μια προσωπική ιστορία του διακεκριμένου Αμερικανού συγγραφέα, αρθρογράφου και ελληνιστή: την περιπλάνηση μαζί με τον πατέρα του μέσα σε πανεπιστημιακές αίθουσες, κρουαζιέρες και δωμάτια νοσοκομείου, όπου τελικά γιος και πατέρας εξερευνούν σε βάθος τον κόσμο του Ομήρου, ενώ ταυτόχρονα κατανοούν περισσότερα ο ένας για τον άλλον. Χρησιμοποιώντας σαφείς παραλληλισμούς με την oμηρική Οδύσσεια, ο Mendelsohn αντιπαραθέτει δύο διαφορετικούς κόσμους: τον κόσμο του συναισθήματος, της τέχνης και της φαντασίας του συγγραφέα με τον κόσμο της λογικής και των μαθηματικών του ηλικιωμένου επιστήμονα πατέρα του. Παράλληλα, αναδεικνύει την ομορφιά της ελληνικής γλώσσας και το μεγαλείο του αρχαίου έπους. 

Προσκεκλημένος του θυγατρικού Ιδρύματος Ωνάση, ο Daniel Mendelsohn μίλησε για το βιβλίο αυτό, για τη διαδικασία της δημιουργικής γραφής και τη χαρά της μάθησης στην αρθρογράφο του περιοδικού New Yorker Rebecca Mead, στην κατάμεστη αίθουσα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης, στο πλαίσιο του κύκλου «LIVE from the NYPL», στις 16 Νοεμβρίου 2017. 


 D.M.: Το βιβλίο είναι ένα απομνημόνευμα, μια αφήγηση του τελευταίου, όπως αποδείχθηκε, χρόνου της ζωής του πατέρα μου. Αποτελείται από τρεις «Πράξεις». Τον Ιανουάριο του 2011, λίγο πριν ξεκινήσω να διδάσκω στο Κολέγιο Bard, ο πατέρας μου μού ανακοίνωσε την πρόθεσή του να παρακολουθήσει το μάθημά μου. Τότε ήταν 81 ετών. Συμφώνησα. Καθώς τελείωνε το εξάμηνο, η φίλη μου Froma Zeitlin, μου είπε ότι πριν από μερικά χρόνια είχε πάει σε μια κρουαζιέρα, ακολουθώντας τα ίχνη του Οδυσσέα. Πήγαμε λοιπόν κι εμείς στην κρουαζιέρα. Δέκα ημέρες, μία για κάθε έτος της Οδύσσειας. Δύο μήνες μετά την επιστροφή μας, ο πατέρας μου σκόνταψε, έπεσε, κι αυτό ήταν η αρχή του τέλους της ζωής του. Πέθανε έναν χρόνο μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων μου που είχε παρακολουθήσει. Αναλογιζόμενος τα όσα είχαν συμβεί, διέκρινα σε αυτά ένα είδος αφήγησης. Το δύσκολο ήταν να ανακαλύψω τη δομή της αφήγησης, ώστε η ιστορία μου να «πατήσει» επάνω στον χάρτη της δομής της Οδύσσειας. Έκανα πολλές άστοχες προσπάθειες, ώσπου άρχισα να σκέφτομαι ομηρικά.

‒ R.M.: Τι εννοείτε, «να σκέφτομαι ομηρικά»; 

‒ D.M.: Τα γεγονότα της Οδύσσειας εκτυλίσσονται με σειρά κάθε άλλο παρά χρονολογική. Το έπος διαρκώς αναδιπλώνεται και περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του. Ξεκινά με τον τελευταίο χρόνο των περιπλανήσεων του Οδυσσέα και, ύστερα, με τρόπο περίπλοκο και βασανιστικό, μέσα από αναδρομές, αφηγήσεις και ιστορίες ένθετες σε άλλες ιστορίες, προκύπτει η συνολική αφήγηση, από την ημέρα της πτώσης της Τροίας και έπειτα. Είχα ουσιαστικά ολοκληρώσει το κείμενο το καλοκαίρι του 2016, το οποίο όμως «δεν λειτουργούσε», καθώς είχα διατάξει τα γεγονότα με τη σειρά που μόλις σας είπα (μαθήματα ‒ κρουαζιέρα ‒ ασθένεια ‒ θάνατος). Δεν είχε νεύρο, του έλειπε η ένταση. Συζητώντας με ανθρώπους ευφυέστερους από εμένα, συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Είχα, τότε, μια στιγμή έκλαμψης: κατάλαβα ότι έπρεπε να ακολουθήσω τον ομηρικό τρόπο και να ενσωματώσω ορισμένα από εκείνα τα στοιχεία σε κάποια άλλα. Στις σελίδες του βιβλίου αναλύω αρκετά την ομηρική σύνθεση, την κυκλοτερή εξιστόρηση, έναν ιδιαίτερα «προφορικό» τρόπο αφήγησης. Από τη στιγμή που ακολούθησα αυτόν τον δρόμο, τελείωσα το βιβλίο σε δύο μήνες.

‒ R.M.: Από την πρώτη κιόλας πρόταση του βιβλίου αφήνετε να διαφανεί ότι γεφυρώνετε το παρόν με το παρελθόν…

‒ D.M.: Μου έδωσαν κάποτε να απαντήσω σε ένα ερωτηματολόγιο. Μία από τις ερωτήσεις ήταν: «Καταφεύγετε καμιά φορά στη μυθοπλασία προκειμένου να ξεκουραστείτε από την αυστηρότητα της πραγματολογικής πεζογραφίας [non-fiction];». «Ισχύει όντως κάτι τέτοιο;», σκέφτηκα. Η πραγματολογική πεζογραφία δεν περιορίζεται στη δημοσιογραφία και τις βιβλιοπαρουσιάσεις. Πολλοί είναι εκείνοι που γράφοντας απομνημονεύματα ή κάποιο αντίστοιχο κείμενο αναζητούν την κατάλληλη δομή ώστε το κείμενό τους να κεντρίζει το ενδιαφέρον σαν μυθιστόρημα. Μία από τις προκλήσεις της συγγραφής απομνημονευμάτων είναι το πώς δημιουργούμε ένταση, πώς φυτεύουμε στην πρώτη πράξη τους σπόρους που θα βλαστήσουν στην πέμπτη. Αυτό ακριβώς κάνουν και οι μυθιστοριογράφοι. Η πραγματολογική πεζογραφία δεν συνίσταται στην απλή καταγραφή γεγονότων που συνέβησαν. Στην ιδανική περίπτωση, αποτελεί καρπό δημιουργικής ικανότητας, όπως και η μυθιστοριογραφία. Όταν ήμασταν παιδιά, στα προάστια του Λονγκ Άιλαντ, ο πατέρας μου είχε κατασκευάσει τα παιδικά μας κρεβάτια για εμένα και τα αδέλφια μου. Όσοι έχουν διαβάσει την Οδύσσεια ξέρουν ότι η κλιμάκωση της ιστορίας σχετίζεται με ένα μυστικό σχετικό με την κλίνη που είχε φτιάξει ο Οδυσσέας για την Πηνελόπη. Προσπάθησα να βρω έναν τρόπο ώστε να αντιστοιχίσω την ιστορία αυτού του κρεβατιού με το δικό μου, κλιμακώνοντας την αφήγηση. Είναι θέμα δομής. Ανέκαθεν με ενδιέφεραν, ως κριτικό, η δομή και ο τρόπος που λειτουργούν τα διάφορα συστατικά μιας αφήγησης. Πιστεύω ότι τα καλά αφηγήματα μοιάζουν με μικρά αυγά Φαμπερζέ: κρύβουν μέσα τους απίθανους μηχανισμούς.

‒ R.M.: Προσχεδιάζετε τη δομή; Φτιάχνετε διαγράμματα; Ή την έχετε μόνο στο μυαλό σας;

‒ D.M.: Ουσιαστικά, δεν φτιάχνω τον σκελετό της αφήγησής μου, δεν φτιάχνω λίστες με τα θέματα που θα θίξω, δεν κάνω τίποτε από αυτά που λέω στους φοιτητές μου ότι πρέπει να κάνουν! Όταν δουλεύεις για πολύ καιρό μια ιστορία, έρχεται μια στιγμή που η ιστορία βρίσκεται ολόκληρη στο μυαλό σου. Παρόλο που δεν διαρκεί, τη στιγμή εκείνη ξέρεις ακριβώς πού βρίσκεται κάθε τι. Είναι αποτέλεσμα ενός είδους δημιουργικής συνειδητότητας μέσα στην οποία βρίσκεσαι όταν δουλεύεις ένα μεγάλο πρότζεκτ και όλα τα κομμάτια είναι μέσα στη σκέψη σου. 

‒ R.M.: Ποια στιγμή αυτής της δωδεκάμηνης διαδρομής με τον πατέρα σας συνειδητοποιήσατε ότι είχατε το υλικό για ένα βιβλίο; 

‒ D.M.: Θα έλεγα, στη φάση της κρουαζιέρας. Αρχικά, όταν ο πατέρας μου μού τηλεφώνησε και με ρώτησε «Μπορώ να παρακολουθήσω το μάθημά σου μαζί με τους πρωτοετείς;», σκέφτηκα ότι θα προέκυπτε ένα διασκεδαστικό προσωπικό κείμενο για το New Yorker, ιδιαίτερα δε όσο προχωρούσαν τα μαθήματα. Υπήρχε εξαρχής ένα κωμικό στοιχείο, καθώς αποκαλύφθηκε ότι ο πατέρας μου μισούσε την Οδύσσεια και δεν ενέκρινε στο παραμικρό όσα έκανε ο Οδυσσέας. Ήταν το μόνιμο αστείο στην πορεία των μαθημάτων αλλά και στην εξέλιξη του βιβλίου ‒ ήταν πολύτιμο, ανέλπιστα καλό! Υπήρξαν επίσης πολλές συγκινητικές στιγμές μέσα στην αίθουσα, γιατί η Οδύσσεια αναδείκνυε τις αντιστάσεις του πατέρα μου. Πρέπει να πω ότι ο πατέρας μου ήταν μαθηματικός, επιστημονικός ερευνητής στην Eταιρεία Αεροδιαστημικής, και του ήταν αδύνατον να διανοηθεί για ποιο λόγο ο Οδυσσέας μπορεί να θεωρείται σπουδαίος! Όποιος έχει παρακολουθήσει κάποια λέσχη ανάγνωσης καταλαβαίνει τι εννοώ. Τα σχόλια των συμμετεχόντων γύρω από τα βιβλία που διαβάζουν αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα για τους ίδιους παρά για τα ίδια τα βιβλία. 

Πολλά θαυμάσια πράγματα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της κρουαζιέρας. Η Οδύσσεια περιέχει πολλές σημαντικές στιγμές οι οποίες συνδυάζουν όλα τα κεντρικά ζητήματα που θίγει το ομηρικό έπος: τη μνήμη και τον πόνο, τα δεινά και την αναγνώριση. Σε μια σκηνή του έπους, ο Οδυσσέας έχει επιστρέψει, είναι μεταμφιεσμένος και, μέσα στο ανάκτορό του πια, αφήνει να του πλύνει τα πόδια μια ηλικιωμένη τροφός, η οποία και τον αναγνωρίζει από τη βαθιά ουλή που έχει στον μηρό του από τα εφηβικά του χρόνια. Βρισκόμαστε, λοιπόν, στην κρουαζιέρα, όπου μαζί μας ταξιδεύει μια γυναίκα, Ευρωπαία, περίπου στην ηλικία μου, η οποία επίσης συνοδεύει τον ηλικιωμένο πατέρα της. Με αναγνώρισε· είχε διαβάσει το βιβλίο μου για το Ολοκαύτωμα [(Σ.τ.Μ.) The Lost: A Search for Six of Six Million (2006)] και μου είπε: «Ο πατέρας μου θα ήθελε να σας μιλήσει για μια ενδιαφέρουσα εμπειρία που είχε στον πόλεμο». «Ωραία. Πού θα τον βρω;», τη ρώτησα. Μου απάντησε ότι βρισκόταν στο κατάστρωμα, δίπλα στην πισίνα. «Θα τον αναγνωρίσετε εύκολα, έχει μια μεγάλη ουλή!», μου είπε. Πετάχτηκα λέγοντας «Αστειεύεστε! Δεν το πιστεύω!» και αμέσως σκέφτηκα: «Αυτό ήταν! Πρέπει να γράψω βιβλίο!». Όπως λέω συχνά, πραγματικά δεν ξέρω γιατί να γράψει κάποιος ένα μυθιστόρημα, αφού μπορεί να κοιτάξει γύρω του και να ανακαλύψει τις πιο απίθανες ιστορίες…

‒ R.M.: …και δεν ξέρουμε εάν το εμπνευστήκαμε ή έχουμε πάθει ψύχωση…

‒ D.M.: Αυτά τα δύο συχνά συμβαδίζουν. Όταν βρίσκεσαι σε «δημιουργικό οίστρο» και σκέφτεσαι το κείμενό σου, τα θέματά σου αρχίζουν ξαφνικά να αναδύονται από παντού. Γι’ αυτό είναι χρήσιμοι οι επιμελητές, γιατί, καμιά φορά, «ένα πούρο είναι απλώς ένα πούρο» [(Σ.τ.Μ.) Φράση που αποδίδεται στον Freud και υπονοεί ότι δεν είναι όλες μας οι πράξεις αποτέλεσμα υποσυνείδητων επιθυμιών].

‒ R.M.: Έχουμε, λοιπόν, ένα βιβλίο γραμμένο από έναν μεσήλικα, το οποίο μιλάει για το πώς κατανοεί κάποιος την Οδύσσεια στη μέση ηλικία. Θα ήθελα, όμως, να κάνουμε μιαν αναδρομή στις προγενέστερες συναντήσεις σας με την Οδύσσεια, σε νεανική ή σε εφηβική ηλικία. Πόσο διαφορετικά την αντιλαμβανόσασταν τότε;

‒ D.M.: Είναι παράξενο το πώς όλα συνδέονται με τον πατέρα μου. Θυμάμαι ζωηρά κάποια φορά, το 1974, που οι γονείς μου είχαν καλέσει κόσμο στο σπίτι, έναν φίλο του πατέρα μου από τη δουλειά, με τη γυναίκα του, η οποία ήταν καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας. Μας άφησαν, εμένα και τα αδέλφια μου, να κατεβούμε και να χαιρετήσουμε τους καλεσμένους. Ήμουν τότε 14 ετών και μου άρεσε η μυθολογία. «Να διαβάσεις την Οδύσσεια», μου είπε εκείνη, «όχι την Ιλιάδα, δεν θα την καταφέρεις, αλλά την Οδύσσεια θα την αγαπήσεις, έχει σπουδαίες περιπέτειες». Σε πολλά νέα παιδιά αρέσει η Οδύσσεια γιατί είναι κάτι σαν ιστορία «αρχαίας επιστημονικής φαντασίας». Είναι σαν το Χαμένοι στο Διάστημα. Έτσι μου φάνηκε κι εμένα. Η αφήγηση της Οδύσσειας σε ηλεκτρίζει. Ένα βιβλίο είναι καλό όταν το αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά μεγαλώνοντας (πράγμα που δεν νομίζω ότι ισχύει για τον Φύλακα στη σίκαλη…) [(Σ.τ.Μ.) Το εξαιρετικά δημοφιλές εφηβικό μυθιστόρημα του J.D. Salinger, The Catcher in the Rye (1951)]. Ένα σπουδαίο κείμενο επιτρέπει πολλές αναθεωρήσεις· καθώς μεγαλώνεις αρχίζεις να παρατηρείς διαφορετικά πράγματα. Είσαι, ως αναγνώστης, κινούμενος στόχος. Μεγάλο μέρος της Οδύσσειας αναφέρεται στην πάροδο του χρόνου και στο κατά πόσον μεγαλώνοντας παραμένει κανείς ίδιος. Εκεί βρίσκεται και η κλιμάκωση της Οδύσσειας: μπορούν δύο άνθρωποι που χώρισαν για 20 χρόνια να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον; Πρόκειται για μεταλογοτεχνικό ερώτημα: Είσαι ίδιος με τον εαυτό σου όταν διάβαζες νέος την Οδύσσεια; Η απάντηση είναι: «Όχι». Ένα από τα πράγματα που διαπιστώνω τώρα και που δεν μπορούσα να αντιληφθώ όταν ήμουν 14 ετών είναι ότι η Οδύσσεια αφορά τον θεσμό της οικογένειας, τον οποίο και προσεγγίζει με ιδιαίτερη σοφία. Αφηγείται την ιστορία ενός μεσήλικα ο οποίος προσπαθεί να αναγνωρίσει και πάλι την οικογένειά του αλλά και να αναγνωριστεί από την οικογένειά του. Αυτή η πλευρά του έπους με συγκλόνισε διαβάζοντάς το κοντά στα 50 μου χρόνια. Η παρουσία του πατέρα μου μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας μού φανέρωσε πάρα πολλά στοιχεία της Οδύσσειας

‒ R.M.: Γιατί η αναγνώριση της οικογένειας συνέβαινε και μέσα στην αίθουσα…

‒ D.M.: Ναι, και ταυτόχρονα μάθαινα πολλά πράγματα για τον πατέρα μου. Μη νομίσετε ότι το βιβλίο μου μιλάει για μια ξαφνική προσέγγιση ανάμεσα σε έναν αποξενωμένο πατέρα και τον γιο του. Ήμασταν κοντά με τον πατέρα μου, είχαμε ταξιδέψει μαζί, ωστόσο έμαθα πολλά πράγματα που δεν ήξερα. Η Οδύσσεια ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη σχέση πατέρα και γιου. Όπως σε όλες τις πατριαρχικές κοινωνίες, έτσι και οι Έλληνες είχαν εμμονή με αυτό το θέμα. Η Οδύσσεια, λένε κάποιοι, αντανακλά το άγχος των Ελλήνων ανδρών. Λίγοι γιοι είναι ισάξιοι των πατέρων τους, οι περισσότεροι υστερούν. Έτσι ξεκίνησα κι εγώ, θεωρώντας την Οδύσσεια μιαν απίθανη περιπέτεια με πολύ περισσότερα επίπεδα από όσα μπορεί να εκτιμήσει ένα δεκατετράχρονο παιδί, αλλά καταλήγω να πιστεύω πως είναι ένα εξαιρετικό ποίημα για την οικογενειακή ζωή και τα παράδοξά της: ανάμεσα σε άλλα, για το πόσο λίγα πράγματα γνωρίζουν τα παιδιά σχετικά με τον γάμο των γονιών τους. Στους τρεις μήνες της ασθένειας του πατέρα μου αναδύθηκαν πράγματα που ποτέ δεν φανταζόμουν, φέρνοντας στο προσκήνιο «οδυσσειακά» ερωτήματα: Γίνεται να αλλάξεις δραστικά αλλά να παραμείνεις ο εαυτός σου;

‒ R.M.: Στην αρχή του βιβλίου σας περιγράφετε τις επισκέψεις του πατέρα σας στον δικό του πατέρα, που ήταν ετοιμοθάνατος. Κι εσείς, ως νεαρός, δεν μπορούσατε να καταλάβετε γιατί ο πατέρας σας πήγαινε κάθε μεσημέρι να κάνει συντροφιά στον δικό του πατέρα, αφού δεν ήταν πια σε θέση να τον αναγνωρίσει. Η απάντηση του πατέρα σας ήταν…

‒ D.M.: «Ο πατέρας είναι πατέρας». Ο πατέρας μου, ως μαθηματικός, είχε ένα πολύ αυστηρά οργανωμένο μυαλό («το x είναι x και τίποτε άλλο»). Γι’ αυτό και απέρριπτε την ποπ μουσική που ακούγαμε. Τον ενδιέφεραν όμως οι στίχοι, αλλά μόνο όταν είχαν αυστηρή ομοιοκαταληξία. «Η ρίμα είναι ρίμα, δεν νοθεύεται», έλεγε. Έτσι και «ο πατέρας είναι πατέρας».

‒ R.M: Θα ρωτούσαν πολλοί τι νομίζετε πως θα έλεγε ο πατέρας σας για το βιβλίο. Εμένα όμως με ενδιαφέρει περισσότερο να μας πείτε τι πιστεύετε ότι καταλάβατε για τον πατέρα σας.

‒ D.M.: Ενδιαφέρον αλλά και δύσκολο ερώτημα. Έρχεται μια στιγμή που δεν μπορούμε πλέον να διακρίνουμε εάν εμείς «κατοικούμε μέσα στο κείμενο» ή εάν «το κείμενο κατοικεί μέσα μας» και αρχίζουμε κατά κάποιον τρόπο να ζούμε «διαμέσου» του κειμένου, φιλτράροντας τις εμπειρίες μας μέσα από τις γραμμές του, φτιάχνοντας χαρακτήρες με βάση τους ανθρώπους γύρω μας, ίσως και ασυνείδητα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο βιβλίο μου έχω μυθοποιήσει τον πατέρα μου και μάλιστα συνειδητά. Όμως νιώθω και κάπως αμήχανα, μια και έχω τέσσερα αδέλφια, που είναι όλοι τους πολύ έξυπνοι άνθρωποι ‒δύο μάλιστα είναι και πολύ καλοί συγγραφείς‒ και θα μπορούσαν κάλλιστα να γράψουν και οι ίδιοι ένα βιβλίο για τον πατέρα μας, το οποίο όμως θα διέφερε πολύ από το δικό μου. Επομένως, και για λόγους που εξυπηρετούν την αφήγησή μου, δεν θεωρώ ότι ο χαρακτήρας στο βιβλίο μου ανταποκρίνεται απολύτως στον πατέρα μου· αντιπροσωπεύει πάντως ορισμένες πλευρές του. 

‒ R.M.: Το βιβλίο αναφέρεται επίσης στην εκπαίδευση, τη χαρά της μάθησης. Μου άρεσε ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο μιλάτε για τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Διαβάζω μια πρόταση: «Αυτό που βρήκα συναρπαστικό σχετικά με τους χρόνους των ρημάτων της ελληνικής ήταν οι εκπληκτικές μεταλλάξεις τους, οι χρονικές μετατοπίσεις που σηματοδοτούνται από προθέματα τα οποία συσσωρεύονται σαν κρύσταλλοι, καταλήξεις οι οποίες τραβούν τις άκρες των λέξεων σαν το μέλι που στάζει από την άκρη του κουταλιού στο πιατάκι». Είναι τόσο όμορφο αυτό που λέτε και με κάνει να μετανιώνω που ποτέ δεν έμαθα ελληνικά. Θέλω να σας ρωτήσω για αυτή την ευχαρίστηση που αντλείτε από την υφή της γλώσσας, αλλά και για τη βαθύτερη κατανόηση που αποκομίζετε για τις λέξεις που χρησιμοποιούμε στα αγγλικά, γνωρίζοντας ελληνικά και λατινικά. 

‒ D.M.: Όταν είσαι κλασικός φιλόλογος, είναι σαν να βλέπεις φαντάσματα συνεχώς μέσα στο σπίτι! Εγώ «βλέπω» νεκρές γλώσσες… Γνωρίζοντας τις αρχαίες γλώσσες, καταλαβαίνεις ότι κάθε λέξη είναι και ένα παλίμψηστο! Είναι κάτι συναρπαστικό και χρωματίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τις διάφορες λέξεις. Δεν θα μπορούσε να γράψει κανείς ένα βιβλίο για την Οδύσσεια χωρίς να εξηγήσει γιατί αυτή η γλώσσα είναι τόσο εκπληκτική. Σε κάποιο σημείο αναφέρομαι στα ρήματα. Όταν μάθαινα ελληνικά, πρωτοετής στο πανεπιστήμιο, χρησιμοποιούσαμε την ολιγοσέλιδη Εισαγωγή στην ελληνική γλώσσα των Chase και Phillips. Το ρήμα που είχε ως παράδειγμα για την κλίση ενός ομαλού ρήματος ήταν το παιδεύω. Στα αρχαία ελληνικά μπορεί κανείς να εκφράσει την έννοια «αυτός που πρόκειται να εκπαιδεύσει» με μία λέξη: παιδεύσων. Τότε ακριβώς σκέφτηκα: «Θέλω να γίνω μέλος αυτής της ομάδας!». Σε μια εποχή όπου η γλώσσα αντιμετωπίζεται με μεγάλη προχειρότητα, σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να ασχοληθώ με το παρελθόν. Είναι κι αυτό μέρος της απόλαυσης του φιλολόγου ‒ σε οποιαδήποτε γλώσσα: η ακρίβεια, η δομή και η σχεδόν μαθηματική ομορφιά της γραμματικής. Δεν είναι τυχαίο που ο πατέρας μου ενέκρινε την απόφασή μου να κάνω διδακτορικό στην Κλασική Φιλολογία. Θαύμαζε την ακρίβεια της ελληνικής γλώσσας γιατί του θύμιζε τα θεωρήματα των μαθηματικών: είναι τακτική και οργανωμένη και, κατά κάποιον τρόπο, επιβάλλει τάξη στα πράγματα. 

Ένα από τα πράγματα που έμαθα για τον πατέρα μου ήταν πως στη διάρκεια της ζωής του τού είχαν δοθεί διάφορες ευκαιρίες, τις οποίες όμως λόγω της προσωπικότητάς του δεν θεώρησε ότι μπορούσε να τις εκμεταλλευτεί. Για τον ίδιο λόγο αγαπώ το Stoner [(Σ.τ.Μ.) Μυθιστόρημα του John Williams (1965)], ένα βιβλίο που αρέσει σε όλους· δεν θεωρώ ότι μιλάει για έναν άνθρωπο ο οποίος καταφέρνει με εκπληκτικό τρόπο να υπερβεί τα όρια της κάπως περιορισμένης ζωής του. Νομίζω ότι εισχωρεί βαθύτερα, στο πώς η προέλευσή μας ορίζει έως ένα σημείο πόσα μπορούμε να πετύχουμε στη ζωή μας. Ο πατέρας μου προχώρησε πολύ περισσότερο από όσο κατάφεραν οι γονείς του ‒άλλωστε, αυτό είναι το μεγάλο αμερικανικό όνειρο‒, όμως δεν μπόρεσε τελικά να φτάσει μακριά. Έτσι εξηγείται γιατί μας πίεζε τόσο να πετύχουμε στο σχολείο και να αριστεύσουμε. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, η συνειδητοποίηση αυτή με κάνει να νιώθω μεγαλύτερη συμπόνια και κατανόηση για τον πατέρα μου.


Παρακολουθήστε όλη τη συζήτηση εδώ

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Κορυφή της σελίδας