Επίσκεψη στην περιοδική έκθεση «εmotions, ένας κόσμος συναισθημάτων» στο Μουσείο της Ακρόπολης
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΣΤΡΑΤΟΣ
   

Την Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017 ο Σύνδεσμος Υποτρόφων του Ιδρύματος Ωνάση πραγματοποίησε επίσκεψη στην περιοδική έκθεση «εmotions, ένας κόσμος συναισθημάτων» , που συνδιοργανώθηκε από το Μουσείο Ακρόπολης και το Ίδρυμα Ωνάση (18/07‒19/11/2017). Την ξενάγηση ανέλαβε με αφηγηματική ενάργεια και πάθος ο δρ Νικόλαος Καλτσάς (επίτιμος διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου), ο οποίος ήταν και ο επιμελητής της έκθεσης και του συνοδευτικού επιστημονικού καταλόγου, μαζί με τους καθηγητές Άγγελο Χανιώτη (Institute for Advanced Study, Πρίνστον) και Ιωάννη Μυλωνόπουλο (Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Νέα Υόρκη).

Η έκθεση είχε προηγουμένως παρουσιαστεί με μεγάλη επιτυχία στο Ωνάσειο Πολιτιστικό Κέντρο Νέας Υόρκης. Πρόκειται για την πρώτη διεθνώς απόπειρα να φωτιστούν τα συναισθήματα του αρχαίου κόσμου μέσω 129 μνημείων της αρχαίας ελληνικής τέχνης, πολλά από τα οποία παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό. Η περιήγηση στα μονοπάτια των ψυχικών διεργασιών επετεύχθη μουσειογραφικώς μέσω μιας τεράστιας σπείρας, αποτελούμενης από κρεμάμενα πετάσματα βινυλίου, τα οποία περιέβαλαν τα δύο κεντρικά εκθέματα, τα αγάλματα του Έρωτα και του Πόθου, λουσμένα στο φως. Τα χρώματα των πετασμάτων –από ανοιχτό ροδί έως βαθύ κόκκινο– συμβόλιζαν την ποικιλία και την ένταση των συναισθημάτων. Τα υπόλοιπα εκθέματα τοποθετήθηκαν γύρω από τα πετάσματα, με τους τοίχους σε ανοιχτό γκρίζο χρώμα, σημαίνοντας τη μετριασμένη ένταση των συναισθημάτων και κατ' επέκταση τον λογικό κόσμο της ψυχής. Σε μικρή σκοτεινή αίθουσα τοποθετήθηκε η τοιχογραφία με τη θυσία της Ιφιγένειας, ώστε να αποδοθεί η τραγικότητα του μύθου με σκηνογραφική αμεσότητα. Η έκθεση διέθετε 11 βίντεο, τοποθετημένα πλάι σε αγγεία με πολυπρόσωπες παραστάσεις, τις οποίες και προέβαλλε με εύληπτο τρόπο (εικόνα και σύντομο κείμενο), βοηθώντας τον επισκέπτη στην περιήγησή του.

Η έκθεση διακρινόταν σε πέντε βασικές ενότητες. Στην πρώτη ενότητα («Η τέχνη των συναισθημάτων ‒ Tα συναισθήματα στην τέχνη») διακρίναμε το διαφορετικό χαμόγελο πολλών όντων, όπως το γεμάτο αυτοπεποίθηση και υπερηφάνεια χαμόγελο μαρμάρινου αναθήματος ιππέα από το Μεγάλο Ιερό της Ελευσίνας (περ. 540 π.Χ.), το αποτροπαϊκό και τρομακτικό χαμόγελο της Μέδουσας-Γοργούς σε πήλινο, αρχαϊκό ακροκέραμο από την Αθηναϊκή Ακρόπολη (510‒500 π.Χ.), το χαριτωμένο, ανέμελο και γεμάτο αθωότητα χαμόγελο παιδικής μορφής (μαρμάρινο ανάθημα) στο ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδας (325‒300 π.Χ.), το τυποποιημένο ανοικτό στόμα χάλκινου αναθηματικού προσωπείου τραγωδίας από τον Πειραιά (4ος αι. π.Χ.) και το σαρκαστικό, ζωώδες χαμόγελο Σατύρου από τη Δήλο (2ος‒1ος αι. π.Χ.). 

Επίσης, θαυμάσαμε το «αρχαϊκό μειδίαμα» ενός κούρου από το ιερό του Απόλλωνα στο Πτώον της Βοιωτίας και μίας κόρης από την Αθηναϊκή Ακρόπολη (6ος αι. π.Χ.), ιδανικές εικόνες της νιότης της τοπικής αριστοκρατίας, που προπαγανδίζει το κοινωνικό κύρος και την ευμάρειά της. Στην ίδια ενότητα εντοπίσαμε τα συναισθήματα, που εκφράζονται μέσω των χειρονομιών και της στάσης του σώματος, όπως στο παράδειγμα του θλιμμένου και θυμωμένου Αχιλλέα από θραύσμα ερυθρόμορφου ελικωτού κρατήρα (Αρχαία Αγορά, περ. 480 π.Χ.) και του τραυματισμένου και εγκαταλελειμμένου Φιλοκτήτη στη Λήμνο σε ερυθρόμορφη αρυβαλλοειδή λήκυθο (Αττική, περ. 420 π.Χ.). Ανάλογο χειρισμό των εκφραστικών μέσων παρατηρήσαμε στην ικετευτική στάση του Χρύση ενώπιον του άτεγκτου Αγαμέμνονα και της αγωνιούσας Χρυσηίδας σε ερυθρόμορφο ελικωτό κρατήρα από τον Τάραντα (360‒350 π.Χ.).

Η δεύτερη ενότητα («Οι χώροι των συναισθημάτων») διακρινόταν σε πέντε υποενότητες: «Ο ιδιωτικός χώρος», «Το πεδίο της μάχης», «Ο δημόσιος χώρος», «Οι ιεροί χώροι» και «Το νεκροταφείο». Στον χώρο του δημόσιου βίου ανήκουν τέσσερα όστρακα με επιγραφές του ονόματος του Θεμιστοκλή, γιου του Νεοκλέους (Αθηναϊκή Ακρόπολη, 487‒482 π.Χ.), που μας θύμισαν τον οστρακισμό της Αθηναϊκής Δημοκρατίας ως μέτρου διαφύλαξής της και τον θυμό των πολιτών εναντίον πολιτικών προσώπων με υπέρμετρη φιλοδοξία. Εντύπωση προκάλεσε η ψηφισματική στήλη των Σαμίων προς τιμήν του ηθοποιού Πώλου, γιου του Σωσιγένους, ο οποίος δώρισε τη μισή αμοιβή του από θεατρική παράσταση στην πόλη (Ηραίο Σάμου, 306/5 π.Χ.). Η Σάμος έδειξε την ευγνωμοσύνη της, αποδίδοντας πολιτικά δικαιώματα στον Πώλο και στους απογόνους του, προτρέποντας και άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. 

Στον χώρο του θρησκευτικού βίου και των ιερών τόπων είδαμε την επίκληση των ασθενών στους θεούς μέσω αναθηματικών ενεπίγραφων αναγλύφων με απεικόνιση μελών του ανθρώπινου σώματος, όπως το πλακίδιο με γυναικείο αιδοίο, αφιέρωμα της εταίρας Σμαράγδιον στην Αφροδίτη (Σάμος, 2ος αι. π.Χ.) είτε λόγω θεραπείας της είτε λόγω επαγγελματικής επιτυχίας, και το ανάθημα του Ελευθερίωνος στο Ασκληπιείον του Πειραιά (2ος‒3ος αι. μ.Χ.), ο οποίος έπασχε από φίμωση. Τα πλακίδια με παράσταση αυτιού ή αυτιών υπαινίσσονται ότι η προσευχή των ασθενών εισακούστηκε από τους ευήκοους θεούς (Σεραπείον Θεσσαλονίκης, 2ος αι. μ.Χ.). Επιπρόσθετα, διαπιστώσαμε την αέναη αγωνία του ανθρώπου για τη γνώση των μελλούμενων: στο μαντείο του Δωδωναίου Διός και της Διώνης οι λατρευτές χάρασσαν τα ερωτήματά τους, που κάλυπταν όλες τις όψεις της ζωής, σε μολύβδινες πινακίδες. Χαριτωμένο και ανέμελο, γεμάτο υπερηφάνεια που έπιασε μια χήνα, ήταν το μαρμάρινο άγαλμα αγοριού, αφιέρωμα των γονιών του στον ποτάμιο θεό Κηφισό (Λίλαια, Παρνασσός, 3ος αι. π.Χ.).

Στον χώρο των νεκροπόλεων και του επέκεινα ανιχνεύσαμε τον βουβό πόνο ή τον γοερό θρήνο του πένθους σε επιτύμβια μνημεία, όπως της νεκρής Αλεξιβώλας στον γεμάτο τρυφερότητα και μελαγχολία ύστατο αποχαιρετισμό (δεξίωσις) προς τον γέρο πατέρα της (Αρχαία Θήρα, 3ος αι. π.Χ.) και του ηθοποιού, που κοιτάζει κατάματα θεατρικό προσωπείο γυναικείας μορφής από τραγωδία (Αμπελάκια Σαλαμίνας, 420‒410 π.Χ.) σε πλήρη αντίστιξη του προσωρινού με το αιώνιο. Η επιτύμβια στήλη της Ζωής, κόρης του Πηνειού, μας συγκίνησε έντονα, λόγω του επιγράμματος: η Ζωή έχασε τη ζωή της δεκαοχτώ ετών, λίγο μετά τον γάμο της, γεννώντας πρόωρα ένα νεκρό παιδί και αφήνοντας μόνους γονείς και παππούδες (Κρήνη Φαρσάλων, 3ος αι. μ.Χ.). Όμως, το επίγραμμα που εξέπληξε περισσότερο τους ξεναγουμένους ήταν εκείνο της επιτύμβιας στήλης ενός χοίρου (Έδεσσα, 2ος‒3ος αι. μ.Χ.), ο οποίος σκοτώθηκε κατά λάθος από τους τροχούς της άμαξας του κυρίου του. Επειδή το γουρουνάκι εκτελούσε ακροβατικές επιδείξεις σε πανηγύρια, ήταν αξιαγάπητο, και ο κύριός του με πίκρα και αγάπη αφιέρωσε στη μνήμη του επιτύμβια στήλη στον τόπο του ατυχήματος!

Στην τρίτη ενότητα («Τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα»), η εκδήλωση των συναισθημάτων μέσω της αρχαίας τέχνης ήταν ακόμη εντονότερη. Τα δύο κεντρικά εκθέματα αιχμαλώτισαν την προσοχή μας: το μαρμάρινο άγαλμα του Έρωτα, ο οποίος τεντώνει το τόξο του, έτοιμος να ανάψει το πάθος στην καρδιά θεών και θνητών ή να βάλει τάξη στο χάος (Ρώμη, Παλατίνος Λόφος, αντίγραφο του 2ου αι. μ.Χ. πιθανώς πρωτότυπου έργου του Λυσίππου στις Θεσπιές της Βοιωτίας) και το μαρμάρινο άγαλμα του Πόθου (Ρώμη, αντίγραφο του 2ου αι. μ.Χ. ενός πρωτότυπου έργου του Σκόπα στα Μέγαρα), γιου ή αδελφού του Έρωτα, που προσωποποιεί τη νοσταλγία για κάτι χαμένο στο παρελθόν. Ακριβώς απέναντι, σε οπτική συνομιλία, μέσα σε σκοτεινό δωμάτιο, η πομπηιανή τοιχογραφία με τη συγκλονιστική παράσταση της θυσίας της Ιφιγένειας (62‒79 μ.Χ.). Τα υψωμένα χέρια της δηλώνουν απελπισία· ο Αγαμέμνων, με καλυμμένο το κεφάλι και το χέρι να κρύβει το πρόσωπο, εκφράζει την ενοχή και το πένθος του· ο μάντης Κάλχας με το βλέμμα στον ουρανό και το χέρι στο πηγούνι προσμένει τη θεϊκή επέμβαση. 

Πιο δίπλα, ο μύθος της βασίλισσας των Αμαζόνων Πενθεσίλειας εκφράζει την τραγική μοίρα του ανθρώπου, που η τύχη του κρίνεται στην κόψη του ξυραφιού. Τα κεφάλια του Αχιλλέα και της Πενθεσίλειας από μαρμάρινο σύμπλεγμα (Ιταλία, 2ος αι. μ.Χ., αντίγραφο ελληνιστικού πρωτοτύπου) και μία ερυθρόμορφη κύλικα (Vulci Ετρουρίας, 470‒460 π.Χ.) αποδίδουν τον έρωτα του Αχιλλέα προς το θύμα του, το οποίο βυθίζεται στον θάνατο, κοιτάζοντας τον θύτη με πόθο, αλλά και την απελπισία και τη μεταμέλεια του ήρωα, που δεν μπορεί να σώσει την Αμαζόνα. Αντιθετικά συναισθήματα διαπιστώσαμε, εξάλλου, και στην ομάδα των έργων με σκηνές ερωτικών καταδιώξεων. Σε ερυθρόμορφο αμφορέα (Αττική, 430‒420 π.Χ.) ο Μενέλαος καταδιώκει την Ελένη για να τη θανατώσει εξαιτίας της προδοσίας της, όταν όμως αντικρίζει την ομορφιά της, πετά το σπαθί του και τρέχει να την αγκαλιάσει. Αντιθέτως, η Ελένη τρέχει πανικόβλητη, χειρονομώντας ικετευτικά. 

Στην τέταρτη ενότητα («Τα ανεξέλεγκτα συναισθήματα») εντυπωσιαστήκαμε από την προθήκη, που αναφερόταν στη χρήση της μαγείας εναντίον ανθρώπων είτε για να υποστούν τα χειρότερα είτε για να κρατηθούν κοντά σε εκείνους που την επικαλούνταν. Μολύβδινα ελάσματα με εγχάρακτες αρές (δηλαδή κατάρες), που στρέφονται εναντίον της εργασίας και της ιδιοκτησίας των αντιπάλων ή αντιδίκων σε δικαστικό αγώνα, αποκαλύπτουν το μίσος εκείνων που κατέφυγαν στα μάγια. Επίσης, μολύβδινα μαγικά ειδώλια αιχμαλώτων με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα είχαν ως σκοπό να «δέσουν» τον αντίπαλο με παρόμοιο τρόπο, αποκαλύπτοντας την άσκηση συμπαθητικής μαγείας. 

Ανεξέλεγκτο ήταν και το ερωτικό πάθος του Δία για ωραίες γυναίκες, όπως σε δύο ερυθρόμορφα αγγεία (υδρία και λήκυθος, περ. 430 π.Χ.): ο θεός κινείται έντονα, απλώνοντας το χέρι του προς τη γυναίκα, η οποία προσπαθεί να διαφύγει πανικόβλητη. Ο ίδιος θεός απεικονίζεται σε μαρμάρινο ανάγλυφο μεταμορφωμένος σε κύκνο, να γραπώνει με τα νύχια του τη Λήδα, η οποία δέχεται εκστασιασμένη τον θείο έρωτα (Κνωσός, 1ος‒2ος αι. μ.Χ.). Σε μαρμάρινο τραπεζοφόρο (Βέροια, 2ος αι. μ.Χ.) πάλι ο Ζευς, μεταμορφωμένος σε αετό, παριστάνεται να αρπάζει τον νεαρό Γανυμήδη, κοιτάζοντάς τον με τρυφερότητα, ενώ ο Τρώας πρίγκιπας κοιτάζει με αμηχανία τον άρπαγά του. Σε εντελώς διαφορετικό ψυχολογικό κλίμα μάς μετέφερε μια ερυθρόμορφη λήκυθος με παράσταση της αυτοκτονίας του Αίαντα (Αττική, περ. 460 π.Χ.). Ο ήρωας γονατίζει στο έδαφος γυμνός και με σηκωμένα χέρια δέεται στους θεούς, πριν αφήσει το σώμα του να πέσει πάνω στο σπαθί, που είναι κατακόρυφα στερεωμένο στο έδαφος εμπρός του. Με λιτά εκφραστικά μέσα ο ζωγράφος μεταδίδει την τραγικότητα του ήρωα στον μέγιστο βαθμό. 

Η έκθεση κορυφώνεται και κλείνει με την πέμπτη ενότητα («Μήδεια»), αφιερωμένη στην ηρωίδα-σύμβολο, που εγκατέλειψε γονείς και πατρίδα και σκότωσε τον αδελφό της εξαιτίας του έρωτά της για τον Ιάσονα. Ένας ερυθρόμορφος κωδωνόσχημος κρατήρας (Απουλία, 400-380 π.Χ.) αποδίδει την εκδίκηση της Μήδειας κατά της Γλαύκης, πριγκίπισσας της Κορίνθου, την οποία νυμφεύθηκε ο Ιάσων. Η Μήδεια προσποιείται την αθώα, προσφέροντας πυξίδα και ιμάτιο στη Γλαύκη, που δεν αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Αντιθέτως, ο βασιλιάς Κρέων φαίνεται ταραγμένος, προσπαθώντας να αποτρέψει την αποδοχή των δώρων, που οδήγησαν την κόρη του στον θάνατο. Το ίδιο θέμα πραγματεύεται με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο ένας τεράστιος ερυθρόμορφος ελικωτός κρατήρας (Απουλία, περ. 330 π.Χ.). Στο μέσο της σύνθεσης η Γλαύκη καταρρέει, δηλητηριασμένη από το διάδημα της Μήδειας, ενώ οι γονείς της χειρονομούν με τρόμο και απελπισία. Ο Ιππότης, αδελφός της Γλαύκης, μάταια προσπαθεί να αποσπάσει το διάδημα από το κεφάλι της. Σε χαμηλότερο επίπεδο, η αλλόφρων Μήδεια αρπάζει ένα παιδί της για να το φονεύσει, ενώ το άλλο διασώζεται από κάποιον υπηρέτη. Την κορύφωση του δράματος αποδίδει ένας ερυθρόμορφος αμφορέας (Κύμη Κάτω Ιταλίας, 330‒320 π.Χ.). Η Μήδεια αρπάζει από τα μαλλιά ένα παιδί της και διατρυπά με ξίφος τη μασχάλη του. Η ικετευτική και τρομαγμένη ματιά του θύματος αντιδιαστέλλεται προς το απλανές βλέμμα της φρενήρους μητέρας του.

Η επίσκεψή μας στην έκθεση ήταν πολύ εποικοδομητική. Όλοι οι υπότροφοι δείξαμε μεγάλο ενδιαφέρον και την απολαύσαμε παρά την πολυκοσμία και τη στενότητα του χώρου. Στην επιτυχία συνέβαλαν, ασφαλώς, η άψογη διοργάνωση από πλευράς του νέου ΔΣ του Συνδέσμου και κυρίως η ουσία της εκδήλωσης, η ξενάγηση του δρα Νικόλαου Καλτσά, που ήταν επιστημονικώς πλήρης, αφηγηματικώς σαφής και δοσμένη με αμεσότητα και γλαφυρότητα.


(Ο Γεώργιος Μοστράτος είναι δρ Κλασικής Αρχαιολογίας, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.)

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Κορυφή της σελίδας