Δραματουργία και δημιουργική διαδικασία
ΓΡΑΦΕΙ Η ΣΤΕΡΙΑΝΗ ΤΣΙΝΤΖΙΛΩΝΗ

Konstantina Georgelou, Efrosini Protopapa, Danae Theodoridou (επιμ.), The Practice of Dramaturgy. Working on Actions in Performance, Άμστερνταμ: Valiz / Antennae Series, 302 σελ., ISBN 978-94-92095-18-3 


Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα και επιστέγασμα μιας νομαδικής τριετούς έρευνας (2013‒2015) με τίτλο «Dramaturgy at work», η οποία εκπονήθηκε από τις τρεις υπεύθυνες της έκδοσης σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και σε ποικίλα ιδρύματα και φορείς (πανεπιστήμια, φεστιβάλ, θέατρα). Έρχεται να εμπλουτίσει, με εξαιρετικά γόνιμο τρόπο, το αυξημένο ενδιαφέρον για τη δραματουργία στο σύγχρονο θέατρο και τον χορό των τελευταίων ετών. 

Η Κωνσταντίνα Γεωργέλου, η Ευφροσύνη Πρωτοπαππά (υπότροφος) και η Δανάη Θεοδωρίδου, έχοντας η καθεμία στιβαρή βάση τόσο στην πρακτική όσο και στη θεωρία του θεάτρου, των παραστατικών τεχνών και του χορού, προσέγγισαν το θέμα της δραματουργίας μέσα από ένα ερευνητικό πρίσμα που σε όλα του τα στάδια βασιζόταν στην αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση θεωρίας και πράξης και στην εκάστοτε προσαρμογή του στο πλαίσιο όπου φιλοξενούνταν οι ερευνητικές συναντήσεις. 

Το βιβλίο τους δεν αποτελεί απλώς το απαύγασμα της έρευνας αυτής, αλλά αυτονομείται ως λογική διευρύνοντας το πεδίο της έρευνας στον γραπτό λόγο. Η εισαγωγή, το βασικό θεωρητικό κεφάλαιο και ο επίλογος τους βιβλίου έχουν γραφτεί από τις ίδιες, δίνοντας έτσι το υπόβαθρο και το σκεπτικό του όλου εγχειρήματος, ενώ τα υπόλοιπα δώδεκα κεφάλαια έχουν γραφτεί από καλλιτέχνες, θεωρητικούς, δραματουργούς και ερευνητές που έλαβαν μέρος στο πρόγραμμα. 

Τα κείμενα γράφτηκαν ειδικά για το βιβλίο, ακολουθώντας μια διαδικασία αναστοχασμού της προσωπικής μεθόδου δουλειάς και των ενδιαφερόντων των συγγραφέων, έτσι όπως ανατροφοδοτήθηκαν, άλλαξαν ή συνδιαλέχθηκαν με τις μεθοδολογικές αρχές της δραματουργίας που τους προσέφερε η ερευνητική διαδικασία. Τα κεφάλαια δομούνται σε τέσσερις ενότητες, προσφέροντας έτσι στον αναγνώστη μια νοηματική συνοχή. Η πρώτη ενότητα ονομάζεται «Η δραματουργία ως συνομιλία», η δεύτερη «Παράδοξη δραματουργία», η τρίτη «Δραματουργία ή όχι: Κλονίζοντας τα θεμέλια», ενώ η τελευταία φέρει τον τίτλο «Πέρα από αυτόν τον κόσμο: Αλλάζοντας την κλίμακα της δραματουργίας».

Το κεντρικό ερώτημα εκκίνησης είναι το εξής: «Τι έχει να προσφέρει σήμερα η δραματουργία και τι εννοούμε με τον όρο "δραματουργία";» Σε αντίθεση με άλλες απόψεις που συνδέουν τη δραματουργία με τη δημιουργία συνοχής, νοήματος ή ακόμη και ενός «καλού» καλλιτεχνικού αποτελέσματος, η βασική θέση του βιβλίου είναι ότι η δραματουργία αποτελεί μια μεθοδολογία εργασίας κατά τη δημιουργία του καλλιτεχνικού έργου, η οποία δεν ανήκει μόνο στον δραματουργό αλλά και σε όλους τους συμμετέχοντες. Επιδιώκει την ανεύρεση μιας πρακτικής, ενός πρωτοκόλλου πράξεων που υπερβαίνει τα άτομα και ανοίγει έναν χώρο ανάμεσά τους και επομένως μέσω αυτών, ώστε να παραχθεί καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. 

Τονίζεται ιδιαίτερα ότι αυτή η διαδικασία δημιουργίας πράξεων ενυπάρχει ανεξαρτήτως του είδους της καλλιτεχνικής παραγωγής, δηλαδή δεν επιδιώκει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα και, ταυτόχρονα, είναι πέρα από το έργο καθαυτό, καθώς ενεργοποιεί με μη εργαλειακό τρόπο τη δημιουργική διαδικασία λειτουργώντας ως ανεξάρτητος καταλύτης. Το νόημα της δραματουργίας που προτείνεται, λοιπόν, επιδιώκει να αντανακλά και να βρίσκεται σε διάδραση με τα ιδιαίτερα κάθε φορά χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίο δουλεύουν οι καλλιτέχνες, και μάλιστα πυροδοτώντας τη συλλογική δημιουργία (με την έννοια της συνεργασίας πολλών ανθρώπων, όχι της συνδημιουργίας) ενώ αποτελεί μια χειρονομία που τείνει ευρύτερα και πέρα από το πλαίσιο της τέχνης. 

Ως βασικές αρχές εργασίας για μια τέτοιου τύπου προσέγγιση της δραματουργίας ορίζονται η ενεργοποίηση ερωτήσεων (mobilizing questions), με σκοπό να προχωρά η καλλιτεχνική διερεύνηση και πράξη σε ανεξερεύνητα πεδία· η αποστασιοποίηση (alienating), με την έννοια της αποξένωσης του «δημιουργού» από το έργο του και της διαδικασίας από τον εαυτό της, δηλαδή της δημιουργίας μιας συνθήκης απρόβλεπτης εκ των προτέρων, που θα οδηγεί στο αναπάντεχο, στο απρόβλεπτο ή ακόμη και στο άστοχο· και, τέλος, η δημιουργία ενός «κοινού» (commoning), μιας συνεκτικής συνθήκης που δεν θα ομογενοποιεί.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η θεωρητική προσέγγιση της δραματουργίας ξεκινά από την ετυμολογική ανάλυση της λέξης δράμα και έργο. Η έννοια του δράματος ήδη από τον Αριστοτέλη συνδέεται με την έννοια της δράσης (από το ρήμα δρω), εν προκειμένω επί σκηνής. Όταν όμως το θέατρο ανεξαρτητοποιείται από την πρόσδεσή του στο θεατρικό κείμενο, μπορεί να δει κανείς μιαν άλλη διάσταση στην έννοια της επί σκηνής πράξης, που συνδέεται περισσότερο με την επιτέλεση.

Επιπλέον, με βάση τις ιδέες της Hannah Arendt, οι τρεις ερευνήτριες επισημαίνουν τη διάκριση που κάνει η Arendt μεταξύ μόχθου, εργασίας και πράξης, σύμφωνα με την οποία η πράξη σχετίζεται με την ικανότητα του πολίτη να εμφανίζεται δημόσια και να επεμβαίνει στα πράγματα με στόχο να τα αλλάξει και άρα να παραγάγει ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα που όμως ενέχει πολιτική βαρύτητα. Μέσα από μια τέτοια οξυδερκή θεωρητική αποσαφήνιση διαφαίνεται πώς μπορεί η έννοια της δραματουργίας να έχει όχι μόνο καλλιτεχνικές αλλά και πολιτικές δυνατότητες, καθώς δίνει στην έννοια της πράξης τη δημόσια σημασία της και την υλική της υπόσταση.

Πρόκειται λοιπόν για έναν τόμο με εξαιρετική σημασία για τις Θεατρικές, Παραστατικές και Χορευτικές Σπουδές, που έχει όμως ενδιαφέρον και για κοινωνικούς επιστήμονες, καλλιτέχνες, εκπαιδευτικούς αλλά και όσους αναζητούν τρόπους για να προσεγγίσουν τη δημιουργικότητα, τη συλλογικότητα και τις δυνατότητές τους ως αντίβαρο στην παρούσα κοινωνικοϊστορική συνθήκη, όπου η ποσοστοποίηση και η άυλη εργασία μοιάζει να αποτελούν έναν ανυπέρβλητο κανόνα. 


(Η Στεριανή Τσιντζιλώνη είναι θεωρητικός του χορού και καλλιτεχνική σύμβουλος για τον χορό στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.)

 


..