[+]ΗΧΗΣΕΙΣ 2017: Mια μουσική μονογραφία αφιερωμένη στην Άννα Αχμάτοβα
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ
Από αριστερά, ο Γιώργος Μάνδυλας, ο Φαίδων Μηλιάδης, η Νεφέλη Μούσουρα, η Κρυσταλία Γαϊτάνου και ο Αλέξης Καραϊσκάκης
Από αριστερά, ο Γιώργος Μάνδυλας, ο Φαίδων Μηλιάδης, η Νεφέλη Μούσουρα, η Κρυσταλία Γαϊτάνου και ο Αλέξης Καραϊσκάκης
Η Κρυσταλία Γαϊτάνου στη βιόλα
Η Κρυσταλία Γαϊτάνου στη βιόλα
Ο Αλέξης Καραϊσκάκης στο βιολοντσέλο
Ο Αλέξης Καραϊσκάκης στο βιολοντσέλο
Ο Φαίδων Μηλιάδης και η Νεφέλη Μούσουρα
Ο Φαίδων Μηλιάδης και η Νεφέλη Μούσουρα
Η Μάιρα Μηλολιδάκη και ο Άγγελος Λιακάκης
Η Μάιρα Μηλολιδάκη και ο Άγγελος Λιακάκης
Από αριστερά, η Μάιρα Μηλολιδάκη, ο Όσβαλντ Αμιράλης, η Ζωή Ζενιώδη και ο Σπύρος Κλείσσας
Από αριστερά, η Μάιρα Μηλολιδάκη, ο Όσβαλντ Αμιράλης, η Ζωή Ζενιώδη και ο Σπύρος Κλείσσας
   

Στα σύνορα του πουθενά βρισκόμουν

Στον τόπο που δεν έχει όνομα...

Α. Αχμάτοβα, «Θάνατος» (1942)


Η έννοια του «συνόρου» στις μέρες μας βρίσκεται στο επίκεντρο μιας βασανιστικής προβληματικής με αιχμηρές προεκτάσεις: οι βίαιες γεωπολιτικές αναδιατάξεις με οδυνηρή συνέπεια μια μείζονα –σε διαστάσεις και σε βάθος– ανθρωπιστική κρίση δεν θα μπορούσαν παρά να προκαλούν κραδασμούς πολλαπλής ανάγνωσης στο πλαίσιο των κοινωνιών όπου εκδηλώνονται, συχνά ως ένα σαρωτικό φαινόμενο. Μιας τέτοιας έντασης συνθήκη είναι αναπόφευκτο να επαναπροσδιορίζει τόσο το βλέμμα μας στη σύγχρονη πραγματικότητα όσο και τον τρόπο μας να προσλαμβάνουμε την ιστορική μνήμη και τη σχέση της με το παρόν.

Αυτήν ακριβώς τη σχέση επιχείρησε να «μεταβολίσει» σε αισθητική απόλαυση η συναυλία που οργάνωσε ο Σύνδεσμος Υποτρόφων για τρίτη συνεχόμενη χρονιά στο πλαίσιο του θεσμού Συνηχήσεις, στη Μικρή Σκηνή της Στέγης στις 6 Φεβρουαρίου, με επίκεντρο τη ζωή της σπουδαίας Ρωσίδας ποιήτριας Άννας Αχμάτοβα και με τον εύγλωττο τίτλο «Μουσικές διαδρομές χωρίς σύνορα». Μια πλειάδα άξιων μουσικών ένωσε τις δυνάμεις της σε ένα πρόγραμμα υψηλών απαιτήσεων, παρουσιάζοντας έργα εμπνευσμένα από την ποίηση και την ταραχώδη ζωή της Αχμάτοβα, επώνυμο που η Άννα Αντρέγιεβνα Γκορένκο (1889–1966) δανείζεται από την ταταρικής καταγωγής προγιαγιά της. «Πέντε άλφα, μια παρατεταμένη κραυγή», γράφει η ίδια. 

Φυσιογνωμία μαγνητική, με θυελλώδη συναισθηματική ζωή και με την τραγική της βιογραφία να τροφοδοτεί το ποιητικό της έργο, η Αχμάτοβα υφίσταται τη μοίρα της γενιάς που σπατάλησε τους ποιητές της (η ρήση ανήκει στον Ρομάν Γιάκομπσον), ωστόσο καταφέρνει να επιβιώσει μέσα στην τρομοκρατία και τις διώξεις του σταλινικού καθεστώτος και να δημιουργήσει μια γλώσσα απαλλαγμένη από τα βάρη του συμβολισμού και απογυμνωμένη από λυρικές ασάφειες. 

Η ποίησή της διατηρεί μιαν απλότητα που ανυψώνει την καθημερινότητα σε μυστήριο εξομολόγησης. Αυτή ακριβώς η πλευρά τού έργου της συναντά την πνευματικότητα του Άγγλου συνθέτη John Tavener (1944–2013) στον κύκλο έξι τραγουδιών για σοπράνο και βιολοντσέλο βασισμένων σε ποιήματα από διαφορετικές περιόδους της ζωής της, που ερμήνευσαν οι υπότροφοι Μάιρα Μηλολιδάκη και Άγγελος Λιακάκης. Κορυφαίος εκπρόσωπος του ρεύματος του «ιερού μινιμαλισμού», ο Tavener, ευθέως επηρεασμένος από τον πλούτο της βυζαντινής μουσικής, αποτυπώνει στα τραγούδια αυτά την αφοπλιστική λιτότητα της ποιητικής γραφής. Η φωνή κινείται συχνά σε ακραίες περιοχές της έκτασής της, με γνήσια εσωτερική δραματικότητα. Οι δύο σολίστες απέδωσαν συγκινητικά την υπερβατικότητα μιας μουσικής που, όπως αξίζει να σημειωθεί, σπάνια παρουσιάζεται επί σκηνής. 

Ανάλογης ποιητικότητας υπήρξε και η συνολική δομή του πρώτου μέρους της συναυλίας: η βραδιά ξεκίνησε με το Κουιντέτο για πιάνο και έγχορδα σε σολ ελάσσονα, έργο 57 του Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906–1975), αριστοτεχνικά εκτελεσμένο από τον Φαίδωνα Μηλιάδη (στο βιολί), τον Αλέξη Καραϊσκάκη (στο βιολοντσέλο) και τους υποτρόφους Γιώργο Μάνδυλα (επίσης στο βιολί), Κρυσταλία Γαϊτάνου (στη βιόλα) και Νεφέλη Μούσουρα (στο πιάνο). Το έργο, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 1940 στο Ωδείο της Μόσχας με τον Σοστακόβιτς στο πιάνο και το ρωσικό κουαρτέτο Μπετόβεν, έτυχε θερμής υποδοχής και άνοιξε τον δρόμο για την απονομή του βραβείου Στάλιν στον συνθέτη την επόμενη χρονιά. Αμοιβαίος και ειλικρινής θαυμασμός συνέδεε τον Σοστακόβιτς και την Αχμάτοβα. Εκείνη είχε παρευρεθεί στις περισσότερες πρεμιέρες των έργων του. Όταν τελικά συναντήθηκαν το 1961, η Αχμάτοβα έγραψε στο ημερολόγιό της: «Καθίσαμε σε απόλυτη σιωπή επί είκοσι λεπτά. Ήταν υπέροχα». Το πρώτο μέρος της συναυλίας ολοκληρώθηκε με ένα εντυπωσιακό (δεξιοτεχνικά και εκφραστικά) σόλο από τον Άγγελο Λιακάκη στο βιολοντσέλο, τη Σερενάτα του H. W. Henze (1926–2012). 

Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, συνεπείς ως προς την πρόθεσή τους να προάγουν τη σύγχρονη ελληνική λόγια μουσική, οι Συνηχήσεις παρουσίασαν σε πρώτη εκτέλεση την μονόπρακτη όπερα του Χάρη Βρόντου με τίτλο Ρέκβιεμ Αχμάτοβα για σοπράνο, βαρύτονο και σύνολο δωματίου στο οποίο συμμετείχαν οι υπότροφοι Αγγελική Πουλημένου (κόρνο), Γιώργος Μάνδυλας (βιολί), Κρυσταλία Γαϊτάνου (βιόλα), Νεφέλη Μούσουρα (πιάνο), καθώς και ο Αλέξης Καραϊσκάκης (βιολοντσέλο), ο Σπύρος Μουρίκης (κλαρινέτο), ο Φαίδων Μηλιάδης (βιολί) και ο Όσβαλντ Αμιράλης (κοντραμπάσο). Η υπότροφος αρχιμουσικός Ζωή Ζενιώδη, η οποία είχε και τον συντονισμό της εκδήλωσης, ηγήθηκε αυτού του δυναμικού σχήματος. 

Στην όπερα του Χάρη Βρόντου, βασισμένη σε λιμπρέτο του Χάρη Βλαβιανού και ποιήματα της Αχμάτοβα, ο βαρύτονος (Σπύρος Κλείσσας) αφηγείται την τραγική ζωή της Ρωσίδας ποιήτριας (Μάιρα Μηλολιδάκη), από τον γάμο της με τον ποιητή Γκουμιλιώφ, την καταδίωξή της από το καθεστώς, την εξόντωση φίλων της, όπως του ποιητή Μαντελστάμ, τον εκτοπισμό του γιου της και την απαγόρευση των ποιημάτων της, ώς τον θάνατό της. 

Γράφει ο συνθέτης για την όπερά του: «Η άσκηση ωμής βίας από μια εξουσία που συγκροτήθηκε στο όνομα της ελευθερίας, της ισότητας και της δημοκρατίας, αλλά και της βίας κάθε είδους μηχανισμών εξουσίας, με απασχόλησε στις περισσότερες όπερές μου. Στο Ρέκβιεμ Αχμάτοβα περιλαμβάνονται, με τη μορφή στίχων, περιστατικά εξόντωσης, εν ψυχρώ εκτέλεσης, φυλακίσεων και εξορίας ποιητών και καλλιτεχνών που δεν υπάκουσαν τυφλά στο δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην τέχνη. Την ίδια περίοδο, καταδικασμένοι ως καλλιτέχνες της παρακμής, εξοντώνονταν, εξορίζονταν και έβλεπαν τα έργα τους να καίγονται ή να απαγορεύονται πολλοί συγγραφείς, μουσικοί και ζωγράφοι, κυρίως Εβραίοι, από το ναζιστικό καθεστώς στη Γερμανία, την Αυστρία και την Κεντρική Ευρώπη. Σήμερα πια, περίπου έναν αιώνα μετά, γνωρίζουμε ολόκληρη σχεδόν την αλήθεια. Το μόνο που μπορούμε –και πρέπει να κάνουμε– είναι, νομίζω, να αποτρέψουμε την επιστροφή αυτής της βίας που σπρώχνει τον άνθρωπο στον πρωτογονισμό και την απώλεια της αυτοεκτίμησης. Ο τελευταίος στίχος του Ρέκβιεμ Όλα είναι μόνο τέφρα μακάρι να μην ξαναγραφτεί από τους σημερινούς ποιητές». 

Με τις μουσικές επιλογές, το υψηλό επίπεδο των ερμηνειών και το ήθος των προβληματισμών που προβάλλουν οι Συνηχήσεις προσέφεραν, ακόμη μία φορά, σε όλους μας μια μοναδική καλλιτεχνική εμπειρία αλλά και τροφή για γόνιμη σκέψη. 


(Ο Τίτος Γουβέλης είναι πιανίστας, υπεύθυνος προγραμμάτων της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.)

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση
Η υπότροφος πιανίστα Νεφέλη Μούσουρα
Ο συνθέτης Χάρης Βρόντος δέχεται τα συγχαρητήρια κοινού και ερμηνευτών
Η υψίφωνος Μάιρα Μηλολιδάκη

Κορυφή της σελίδας