Η ελληνική τέχνη στη Σικελία
ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΚΑΚΗ

Ερνέστo Nτε Μίρο, Η ελληνική τέχνη στη Σικελία. Μαρτυρίες του κλασσικού πολιτισμού στη Δύση, μτφρ. και επιμ. Πάολο Ντανιέλε Σίρπο (Αθήνα: Γκόνη, 2015), 125 σελ., 115 ασπρομ. εικ. και σχέδια, ISBN 9789609509060 


To βιβλίο του καθηγητή Ernesto De Miro L’arte greca in Sicilia: testimonianze della cultura classica d’Occidente (Παλέρμο: Kalòs, 2008) –ή, σε ελληνική μετάφραση και επιμέλεια του Πάολο Ντανιέλε Σίρπο, Η ελληνική τέχνη στη Σικελία. Μαρτυρίες του κλασσικού πολιτισμού στη Δύση (Αθήνα: Γκόνη, 2015)– αποτελεί σταθμό για τον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο όσον αφορά τη μελέτη και έρευνα της αρχαιολογίας της Σικελίας από τους επιστήμονες, αλλά και τη γνωριμία και εξοικείωση του ευρύτερου κοινού με τα μνημεία αυτής της ελληνικής πατρίδας. Πράγματι, έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στον χώρο της ελληνικής βιβλιογραφίας παρουσιάζοντας μια περιεκτική και ταυτόχρονα ευσύνοπτη θεώρηση των μνημείων της Σικελίας. Το βιβλίο χωρίζεται σε οκτώ ενότητες: «Πολεοδομία», «Εξελληνισμένα αυτόχθονα κέντρα», «Τα τείχη της πόλης», «Αρχιτεκτονική», «Πλαστική και Γλυπτική», «Νομισματική», «Κεραμική», «Ελληνικά πρότυπα και αυτόχθονας κόσμος».

Στον πρόλογο, ο Ντε Μίρο, ο ακαταπόνητος αυτός ερευνητής της αρχαιολογίας της Σικελίας, δίνει την ιστορία της έννοιας «Μεγάλη Ελλάδα». Πρόκειται για έκφραση που δεν περιέχει οποιαδήποτε αξίωση συγκριτικής φύσεως, αλλά είναι ριζωμένη στις απόψεις του Πινδάρου, του Ηροδότου, του Θουκυδίδη, όπως αυτές σώθηκαν στους αιώνες, ότι δηλαδή οπουδήποτε οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν και ίδρυσαν τις πόλεις τους «εξακολουθεί να ενσαρκώνεται η Ελλάς». Η τέχνη της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας ειδικότερα αποτελεί ένα μοναδικό δημιούργημα, ζωντανό αμάλγαμα της παράδοσης που έφεραν μαζί τους οι άποικοι και της συνεισφοράς των αυτοχθόνων. 

Η θαυμάσια ιστορική εισαγωγή συνοδεύεται από άφθονους χάρτες και δίνει ευσύνοπτα το γενικό περίγραμμα. Από τα μέσα του 8ου αι. ώς την «εποχή των τυράννων» και τον ύστερο 5ο αι. η Σικελία γνωρίζει την ίδρυση και την άνθηση των αποικιών. Είναι εποχές ακμής, όχι ωστόσο χωρίς απειλές και εξωτερικούς κινδύνους. Κυρίως όμως είναι εποχές ευνοϊκές για την πρόοδο του πολιτισμού σε όλα τα επίπεδα. 

Η πολεοδομία των αποικιών είναι ήδη το πρώτο και πολύ ουσιαστικό σημείο διαφοροποίησης από τις συνθήκες στη μητροπολιτική Ελλάδα, αφού οι άποικοι ανταποκρίθηκαν με τον καλύτερο τρόπο στις προκλήσεις σε θέματα χωροταξικά και εντέλει κοινωνικά και πολιτικά, χωρίς μάλιστα να διαθέτουν πρότερη εμπειρία στην αστική οργάνωση του χώρου. Πολλά είναι τα καίρια παραδείγματα που εξετάζονται στο βιβλίο – τα Μέγαρα Υβλαία, οι Συρακούσες, η Νάξος, η Γέλα, ο Σελινούς, η Ιμέρα. Ξεχωρίζει ωστόσο ο Ακράγας, η μαγευτικότερη πολεοδομική οργάνωση που μπορεί να τεκμηριωθεί σε σικελιωτική πόλη. Η πόλη του Ακράγαντα οργανωνόταν σε πέντε αναβαθμίδες, από υψόμετρο 70 μέτρων η χαμηλότερη σε υψόμετρο 190 μέτρων η υψηλότερη, με δρόμους παράλληλους, στραμμένους προς τον βορρά και πλάτους 7 μέτρων, με εξαίρεση την «πλατεία οδό» (πλάτους 11 μέτρων). Αξιόλογα είναι και τα αμυντικά συστήματα των πόλεων της Σικελίας. Ιδιαίτερα καλά μελετημένες είναι οι οχυρώσεις του Ακράγαντα, όπου τα τείχη μπορούμε σήμερα να τα παρακολουθήσουμε στο τοπίο σε μήκος 12 περίπου χιλιομέτρων. 

Μεγαλειώδης είναι και η έκφραση της αρχιτεκτονικής των ναών της Σικελίας. Οι αρχιτέκτονες θα αναμετρηθούν με τα προβλήματα της απολιθοποίησης, της μετάβασης δηλαδή από τα περισσότερα φθαρτά υλικά στον λίθο και στο μάρμαρο. Θα συγχωνεύσουν δημιουργικά τις επιρροές από τα υπόλοιπα μεγάλα κέντρα του ελληνικού κόσμου και θα φτάσουν σε έργα μοναδικής αξίας. Στην κλασική τους φάση, οι ναοί έχουν στην κάτοψη 6 επί 13 κίονες και διπλή γωνιακή συρρίκνωση, προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα της γωνιακής τριγλύφου. Θυμίζουμε εδώ την ιδιαίτερη συμβολή του Ντε Μίρο στη θεσμοθέτηση μέτρων προστασίας για την Κοιλάδα των Ναών στον Ακράγαντα. Ζωηρή ευρυθμία χαρακτηρίζει τις κεραμώσεις των ιερών οικοδομημάτων. Γνωστό παράδειγμα και στον ελληνικό χώρο είναι ο Θησαυρός των Γελώων στην Ολυμπία. 

Στην πλαστική και γλυπτική της Σικελίας, η έρευνα έχει από καιρό καταλήξει στην αντιφατική διαπίστωση της παντελούς σχεδόν έλλειψης γραπτών πηγών ή έστω στη σιωπή τους, από τη μία πλευρά, και στην πληθώρα έργων υψηλής ποιότητας, από την άλλη, τα οποία με ευκολία κατατάσσονται στα αριστουργήματα του ανθρώπινου πολιτισμού γενικά. Έργα όπως η Κουροτρόφος των Υβλαίων Μεγάρων, ο Σωμβρωτίδας από την ίδια πόλη (6ος αι. π.Χ) ή ακόμη οι μετόπες του Ηραίου του Σελινούντα (5ος αι. π.Χ.) δείχνουν ότι η Σικελία βρισκόταν στην πρωτοπορία από άποψη ποιότητας και καινοτομίας. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει ο Ορχούμενος Σάτυρος, που ανελκύστηκε από το στενό μεταξύ της Σικελίας και της Αφρικής και για τον οποίο έχει προταθεί η ταύτιση με τον περιβόητο Σάτυρο του ανεπανάληπτου Πραξιτέλη. 

Στη νομισματοκοπία των πόλεων της Σικελίας συγκαταλέγονται μερικά πραγματικά αριστουργήματα: ένα από αυτά είναι το τετράδραχμο της Αίτνας, που συχνά αποκαλείται «η Μόνα Λίζα των νομισμάτων» και πιθανότατα αποτελεί το πιο πολύτιμο νόμισμα όλων των εποχών. Μέσα σε λίγες σελίδες παρουσιάζονται με τρόπο εύληπτο οι σημαντικοί σταθμοί στην ιστορία της σικελιωτικής νομισματικής.

Τέλος, ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην κεραμική. Αν και τελευταία στον κατάλογο των «επιτευγμάτων» της Σικελίας, η κεραμική έχει τη δική της γοητεία. Ξεκινά όταν αγγειοπλάστες και αγγειογράφοι του αττικού Κεραμεικού μεταφέρουν την τέχνη τους ή ίσως ακόμη και τον πηλό τους ως πρώτη ύλη. Πολύ σύντομα όμως, μέσα στο διάστημα μίας γενιάς, η κεραμική της Σικελίας αποκτά τη δική της ταυτότητα.  

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μετάφραση διατηρεί μεγάλο μέρος της ζωντάνιας του πρωτοτύπου με λόγο ρέοντα και μεστό ταυτόχρονα. Επιπλέον, προδίδει την κατάρτιση ενός πεπειραμένου ερευνητή της σικελιωτικής αρχαιολογίας, όπως ακριβώς είναι ο μεταφραστής. Το βιβλίο συμπληρώνεται από πλούσια βιβλιογραφία, χωρισμένη ανά κεφάλαια, ιδανική για μελέτη και εμβάθυνση.

Συνοψίζοντας, το βιβλίο του Ντε Μίρο, Η ελληνική τέχνη στη Σικελία, σε μετάφραση και επιμέλεια του Σίρπο, προσκαλεί το αναγνωστικό κοινό σε νοερό ταξίδι στα μνημειακά τοπία αυτής της ελληνικής πατρίδας και προσφέρεται τόσο για ανάγνωση στο εκλεκτικό περιβάλλον της «ιδιωτικότητας» ενός σπουδαστηρίου όσο και ως ταξιδιωτικός σύντροφος ή, καλύτερα, ως οδηγός στο πραγματικό πεδίο.


(Η δρ Μαίρη Γκικάκη είναι αρχαιολόγος-νομισματολόγος.)

 

Oρχούμενος Σάτυρος. Χαλκός, ύψ. 2μ. (Αρχαιολογικό Μουσείο Mazara del Vallo)
Η κεράμωση του Θησαυρού των Γελώων στην Ολυμπία (Μουσείο Αρχαίας Ολυμπίας)
Ο ιχθυοπώλης. Κωδωνόσχημος κρατήρας του Ζωγράφου του Ιχθυοπώλη (Μουσείο Μανδραλίσκα, Cefalù)

..