Ο σχολικός ψυχολόγος στη σύγχρονη εκπαίδευση
ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΓΚΟΥΝΤΡΑ

Η αυξημένη εκδήλωση δυσκολιών και προβλημάτων μάθησης και συμπεριφοράς των παιδιών στο σχολείο, οι νέες κοινωνικές συνθήκες και η ανάγκη για παροχή ψυχολογικών υπηρεσιών στα παιδιά συνέβαλαν στην ανάδυση και ανάπτυξη της Σχολικής Ψυχολογίας, προκειμένου να καλυφθούν οι ιδιαίτερες μαθησιακές και ψυχοκοινωνικές ανάγκες των μαθητών. 

Η Σχολική Ψυχολογία είναι ένας κλάδος της επιστήμης της Ψυχολογίας ο οποίος, τα τελευταία χρόνια, σημειώνει ιδιαίτερη ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο. Ειδικότερα, αποτελεί εφαρμοσμένο κλάδο της Ψυχολογίας ο οποίος συνδέεται άμεσα με την καθημερινή σχολική πραγματικότητα. Ως επιστήμη και επάγγελμα η Σχολική Ψυχολογία αφορά την παροχή υπηρεσιών σε όλα τα μέλη της ευρύτερης σχολικής κοινότητας, δηλαδή τους μαθητές, τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς, καθώς και όλους τους φορείς και τις υπηρεσίες που εμπλέκονται στο εκπαιδευτικό σύστημα (Χατζηχρήστου, 2011). Ο σχολικός ψυχολόγος υποστηρίζει τους μαθητές, τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, και προάγει τη συνεργασία σχολείου, οικογένειας και υπηρεσιών κοινότητας με σκοπό την προαγωγή της ψυχικής υγείας του μαθητικού πληθυσμού και την προσαρμογή των μαθητών στο σχολείο και την οικογένεια. 

Τις τελευταίες δεκαετίες, στα σχολεία των ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών έχει διαπιστωθεί ότι τα παιδιά αντιμετωπίζουν ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων τα οποία επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα όλους τους τομείς της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης, της μάθησης και της σχολικής τους προσαρμογής. Πολλά παιδιά εμφανίζουν κοινωνικά και συναισθηματικά προβλήματα, μαθησιακές δυσκολίες, καθώς και δυσκολίες συμπεριφοράς που σχετίζονται με ποικίλες κοινωνικοοικονομικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους κινδύνου και παρεμποδίζουν την ικανότητά τους για μάθηση και επιτυχία στο σχολείο. 

Η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της πολυπολιτισμικότητας, η αυξανόμενη εισροή μεταναστών και οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες, σε συνδυασμό με τη δραματική αύξηση των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που φοιτούν στο γενικό σχολείο και, επιπλέον, την αύξηση φαινομένων σχολικού εκφοβισμού, αντικοινωνικής και παραβατικής συμπεριφοράς, καθιστούν σημαντικό τον ρόλο του σχολικού ψυχολόγου και την παροχή σχολικών ψυχολογικών υπηρεσιών, έτσι ώστε τα σχολεία να μπορέσουν να ανταποκριθούν στο έργο τους. 

Επιπλέον, ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των παιδιών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες μάθησης και συμπεριφοράς και η συσχέτιση των δυσκολιών αυτών με τη σχολική αποτυχία και την ανάπτυξη ποικίλων ψυχικών διαταραχών στην εφηβική και ενήλικη ζωή υποδεικνύουν τη σημασία και την αναγκαιότητα εφαρμογής προγραμμάτων ψυχικής υγείας και μορφών παρέμβασης –πέρα από τη συμβουλευτική υποστήριξη και την άμεση παροχή ψυχολογικών υπηρεσιών– με έμφαση στην πρόληψη μέσα στον χώρο του σχολείου. Η έγκαιρη παρέμβαση για την αντιμετώπιση των δυσκολιών των μαθητών, η προώθηση της ψυχοκοινωνικής τους ανάπτυξης και η προαγωγή της ψυχικής υγείας στο πλαίσιο του σχολείου διευκολύνουν τη μαθησιακή διαδικασία και προάγουν τη μάθηση ενώ ταυτόχρονα συμβάλλουν στη γενικότερη προσαρμογή των μαθητών τόσο στο σχολείο όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο.

Τα προγράμματα προαγωγής της ψυχικής υγείας των παιδιών και οι παρεμβάσεις πρόληψης στη σχολική κοινότητα εφαρμόζονται σε τρία επίπεδα (πρωτογενής, δευτερογενής, τριτογενής πρόληψη). Τα προγράμματα πρωτογενούς πρόληψης αφορούν όλο το μαθητικό πληθυσμό και αποσκοπούν στην προαγωγή της ψυχικής υγείας, στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης, στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων επικοινωνίας, των κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων των μαθητών και στη δημιουργία θετικού ψυχολογικού κλίματος και υποστηρικτικού περιβάλλοντος στην τάξη. Τα προγράμματα δευτερογενούς πρόληψης στοχεύουν στην υποστήριξη μαθητών που εκδηλώνουν κάποιες αρχικές ενδείξεις δυσκολιών ή που ανήκουν σε ομάδες «υψηλού κινδύνου» για την εμφάνιση σοβαρότερων προβλημάτων. Τα προγράμματα τριτογενούς πρόληψης αφορούν κυρίως μαθητές με διαγνωσμένες διαταραχές και ειδικές ανάγκες και αποσκοπούν στην κατάλληλη υποστήριξή τους σε διαφορετικά εκπαιδευτικά πλαίσια, στην οικογένεια και στην κοινότητα (Χατζηχρήστου, 2011).

Τα τελευταία χρόνια, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην έρευνα των χαρακτηριστικών που καθιστούν ένα σχολείο αποτελεσματικό. Η προσέγγιση αυτή στηρίζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι όλοι οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από την εκπαίδευση και ότι όλα τα σχολεία, ανεξαρτήτως κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, μπορούν να είναι αποτελεσματικά προσαρμόζοντας τους στόχους και τη λειτουργία τους στις ανάγκες των μαθητών (Bickel, 1999· Rutter και Maughan, 2002· Gettinger και Stoiber, 2009). 

Επίσης, οι σύγχρονες διεθνείς τάσεις στον χώρο της Σχολικής Ψυχολογίας δεν επικεντρώνονται πλέον μόνο στη μορφή της εκπαίδευσης, αλλά και στο κοινωνικό πλαίσιο του σχολείου. Συγκεκριμένα, δίνεται έμφαση στην ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων των μελών της σχολικής κοινότητας και στον ρόλο που αυτές διαδραματίζουν στη γενικότερη προσαρμογή των μαθητών. Η προσέγγιση αυτή αποσκοπεί στη δημιουργία σύγχρονων σχολείων ως «κοινοτήτων που νοιάζονται και φροντίζουν» («schools as caring communities»). Τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν την κοινότητα είναι ότι τα μέλη της νοιάζονται και στηρίζουν το ένα το άλλο, έχουν ενεργό συμμετοχή στις δραστηριότητες και τις αποφάσεις της κοινότητας, ταυτίζονται με την ομάδα και αισθάνονται ότι ανήκουν σε αυτήν (Χατζηχρήστου, Λαμπροπούλου και Λυκιτσάκου, 2004· Χατζηχρήστου, 2011). 

Μέσα από αυτή την οπτική, το σχολείο δεν μεριμνά μόνο για τη μόρφωση και την κοινωνικοποίηση των παιδιών, αλλά «νοιάζεται» για αυτά και τα στηρίζει με ποικίλους τρόπους και σε διάφορες περιστάσεις ή χρονικές στιγμές (Baker, Bridger, Terry και Winsor, 1997). Σε ένα τέτοιο σχολείο, όπου οι μαθητές νιώθουν μέλη της σχολικής κοινότητας και αναπτύσσουν ποιοτικές διαπροσωπικές σχέσεις με τους συμμαθητές τους και τους εκπαιδευτικούς, προωθείται η ενεργός συμμετοχή όλων των μαθητών στη σχολική ζωή και διευκολύνεται η σχολική προσαρμογή. 


(Η Μαργαρίτα Γκούντρα είναι ψυχολόγος, με μεταπτυχιακή ειδίκευση στη Σχολική Ψυχολογία και εξειδίκευση στη Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία.)



Βιβλιογραφικές αναφορές

– Baker, J. A., Bridger, R., Terry, T. και Winsor, A., «Schools as caring communities: A relational approach to school reform», School Psychology Review, 26 (4), 1997, σελ. 586–602.

– Bickel, W. E., «The implications of the effective schools literature for school restructuring», στο T. B. Gutkin και C. R. Reynolds (επιμ.), The Handbook of School Psychology (3η έκδ.) (Hoboken, NJ: Wiley, 1999), σελ. 959–983.

– Gettinger, M. και Stoiber, K., «Effective teaching and effective schools», στο T. B. Gutkin και C. R. Reynolds (επιμ.), The Handbook of School Psychology (4η έκδ.) (Hoboken, NJ: Wiley, 2009), σελ. 769–790.

– Rutter, M. και Maughan, B., «School effectiveness findings, 1979–2002», Journal of School Psychology, 40, 2002, σελ. 451–475. 

– Χατζηχρήστου, Χ., Σχολική Ψυχολογία (Αθήνα: Τυπωθήτω, 2011).

– Χατζηχρήστου, Χ. (επιστ. επιμ.), Κοινωνική και συναισθηματική αγωγή στο σχολείο: Πρόγραμμα για την προαγωγή της ψυχικής υγείας και της μάθησης στη σχολική κοινότητα. Εκπαιδευτικό υλικό ΙΙ: Πρωτοβάθμια εκπαίδευση (Γ΄, Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ Δημοτικού) (Αθήνα: Τυπωθήτω, 2011).

– Χατζηχρήστου, Χ., Λαμπροπούλου, Α. και Λυκιτσάκου, Κ., «Ένα διαφορετικό σχολείο: Το σχολείο ως κοινότητα που νοιάζεται και φροντίζει», Ψυχολογία, 11, 2004, σελ. 1–19.

 


..