Εκτός ύλης, εντός επικαιρότητας: Το λεκτικό bullying στο σχολικό περιβάλλον
ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΚΑΜΗΛΑΚΗ

«Κουνήσου, μωρή μοσχάρα!»

«Φύγε από δω, ρε κωλοαλβανέ»!

«Άντε, ρε γύφτουλα, μιλάς κι εσύ!»

«Είσαι τελείως μόγγολο, έτσι;» 


Όλα τα παραπάνω εκφωνήματα δεν αποτελούν τεχνητά παραδείγματα. Αναφέρθηκαν, μαζί με έναν μακρύ κατάλογο ανάλογων χαρακτηρισμών, από εκπαιδευτικούς που εφημέρευαν στην αυλή του σχολείου τους και κλήθηκαν να διαχειριστούν περιστατικά λεκτικού bullying – ελληνιστί, λεκτικού εκφοβισμού. Χιούμορ; Χοντροκομμένος αστεϊσμός; Ή διάθεση να πληγεί ο αποδέκτης στο ευαίσθητό του σημείο, σε κάποια πτυχή της ταυτότητάς του που ο ομιλητής ή η ομιλήτρια περιφρονεί κατ’ ουσίαν;

Τα ερωτήματα αυτά συνδέονται άρρηκτα με το θέμα των λέξεων-ταμπού, όλων εκείνων των μη προτιμώμενων, ακατάλληλων λέξεων ή εκφράσεων που προκαλούν ψυχική αναστάτωση ή και κοινωνική αμηχανία και που δυνητικά είναι απειλητικές για τη δημόσια εικόνα του ομιλητή ή της ομιλήτριας. Πρόκειται για εκείνους τους όρους που εμπεριέχουν το στοιχείο του «απαγορευμένου», του «αμίλητου», και που, ακριβώς γι’ αυτό, λειτουργούν ως καταλυτικοί διεγέρτες της επιθυμίας, με αποτέλεσμα να εκστομίζονται ασύστολα παρά τις συχνά δυσμενείς τους συνέπειες.

Και αν πολλές φορές η χρήση τους είναι χιουμοριστική ή ενισχυτική της ενδοομαδικής ταυτότητας και αλληλεγγύης (θυμίζουμε τη συχνή στη γλώσσα των νέων σεκάνς: «Ρε μαλάκα, είσαι μαλάκας;»), υπάρχουν άλλες περιστάσεις στις οποίες μπορούν να τραυματίσουν βαθιά (ως γνωστόν, «η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει») και να μετατραπούν σε πανίσχυρο όπλο στα χέρια του επίδοξου «εκφοβιστή». Και αυτό συμβαίνει κυρίως όταν αναφέρονται σε ανεπιθύμητες μορφές διαφορετικότητας, στο λεγόμενο «στίγμα» για το οποίο έκανε λόγο ο Goffman: όταν π.χ. αποκαλούμε κάποιον/κάποια τόφαλο, γκάβακα, μπάζο, φλόμπα, καθυστέρα, αμέο, γκέουλα, μούλο, σκυλάραπα, σχιστομάτη –και άλλα, ων ουκ έστιν αριθμός–, στην ουσία τον αντιδιαστέλλουμε προς όλους εμάς τους «φυσιολογικούς», τους «κανονικούς», που εναρμονιζόμαστε με τις νόρμες της κοινωνίας στην οποία ζούμε.

Θα μου πείτε, είναι αυτές διακρίσεις τις οποίες μπορεί να αντιληφθεί ένα παιδί, ένας μαθητής ή μια μαθήτρια; Φυσικά. Και εδώ υπεισέρχεται ο ρόλος του/της εκπαιδευτικού, που οφείλει να βοηθήσει τα παιδιά να κατανοήσουν ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο να αποκαλέσουν κάποιον «σακάτη» ή άτομο με κινητικά προβλήματα, «κουφάλογο» ή βαρήκοο, «λούγκρα» ή ομοφυλόφιλο, «ψυχανώμαλο» ή ψυχικώς πάσχοντα, «πρεζάκι» ή ουσιοεξαρτημένο κ.ο.κ. – με άλλα λόγια, να καταστήσει σαφές ότι τα πρώτα μέλη των παραπάνω ζευγών είναι άκρως στιγματιστικά και περιφρονητικά, ενώ οι δεύτεροι όροι προστατεύουν τη διαφορετικότητα και σέβονται το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού ευαίσθητων πληθυσμιακών ομάδων.

Σε μια εποχή στην οποία πληροφορούμαστε εμβρόντητοι για τη δολοφονία ενός εφήβου από συμμαθητή του επειδή τον αποκαλούσε «γκαγκά» ή το λιντσάρισμα μιας μαθήτριας διότι είχε πεταχτά αυτιά, δεν υπάρχει χώρος για καθωσπρεπισμό και σεμνοτυφία. Ο λεκτικός εκφοβισμός, υποπερίπτωση του γενικότερου φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού (bullying), πρέπει να θεματοποιηθεί ρητά, να γίνει αντικείμενο εκπαιδευτικών προγραμμάτων μεταγλωσσικής αφύπνισης και ευαισθητοποίησης της σχολικής κοινότητας, των παιδιών, των γονέων και των εκπαιδευτικών.

Γιατί η γλωσσική χρήση δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Μέσω των αναπαραστάσεών της διαιωνίζει στερεότυπα και προκαταλήψεις που κατασκευάζει η κοινωνία. Ούτε και εμείς όμως, ως μέλη της ελληνόφωνης γλωσσικής κοινότητας, είμαστε άβουλα θύματα της γλωσσικής σαγήνης. Έχουμε τη δύναμη να επιφέρουμε γλωσσικές και, ευρύτερα, κοινωνικές μεταδομήσεις. Όταν οι λέξεις αλλάζουν, σταδιακά ατονούν και οι στάσεις απέναντι στα πράγματα που τις υποστηρίζουν. Και αυτό είναι ευθύνη όλων μας και πρωτίστως όσων, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία.


(Η Μαρία Καμηλάκη είναι δρ Γλωσσολογίας ΕΚΠΑ.)

 


..