Τα Οικονομικά του υποκόσμου
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΜΕΡΙΔΗΣ

Υπάρχουν δύο ειδών κόσμοι. Ένας στην επιφάνεια και ένας στις σκιές, στο περιθώριο της κοινωνίας μας: ο υπόκοσμος. Πώς όμως λειτουργούν η κοινωνία και η οικονομία του υποκόσμου; Ποιος είναι ο ρόλος των ευκαιριών και των προνομίων και πώς αυτά επηρεάζουν την εγκληματική συμπεριφορά;

Θα προσπαθήσω να φωτίσω κάποιες από αυτές τις σκοτεινές πτυχές της κοινωνίας μας, οι οποίες παραμένουν ανεξιχνίαστες, μέσα από την προσωπική μου ιστορία και χρησιμοποιώντας τα Οικονομικά ως όχημα, ως τρόπο για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η κοινωνία μας, αλλά και πώς μπορούμε να τη βελτιώσουμε.

Γεγονός είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως τα Οικονομικά είναι μια βαρετή ή –όπως συνηθίζουν να την αποκαλούν– καταθλιπτική επιστήμη. Για μένα όμως, υπήρξε ανακουφιστική και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η αποκάλυψη της δυνατότητας κατανόησης και μελέτης σχεδόν όλων των θεμάτων μέσα από τα Οικονομικά: θεμάτων όπως το έγκλημα, το σεξ, τα ναρκωτικά, ακόμη και το ροκ εντ ρολ. Για παράδειγμα, ερευνητικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι οι ιερόδουλες προβαίνουν σε διακρίσεις τιμών και χρεώνουν λιγότερο τους πελάτες που προτιμούν περισσότερο, οι συμμορίες ναρκωτικών λειτουργούν με βάση εξελιγμένες ιεραρχικές δομές παρόμοιες με εκείνες των πολυεθνικών εταιρειών, ενώ οι κάτοχοι πνευματικών δικαιωμάτων συνεργάζονται με λόμπι για να παρατείνουν τη διάρκεια των δικαιωμάτων και να συνεχίσουν να λαμβάνουν προνόμια από τα ίδια επιτυχημένα τραγούδια των Beatles και του Jimi Hendrix.

Αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα για το τι μπορούμε να εξετάσουμε με τη χρήση της οικονομικής επιστήμης. Ποια όμως είναι τα θεμελιώδη οικονομικά προβλήματα που προσπάθησαν και ακόμη προσπαθούν να λύσουν οι σπουδαιότεροι οικονομολόγοι του κόσμου; Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα τίθεται σε σχέση με το τι προωθεί την οικονομική και κοινωνική πρόοδο. Είναι εντυπωσιακό ότι για τη μέτρηση της ευημερίας στηριζόμαστε ουσιαστικά σε έναν και μόνο δείκτη, στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Φυσικά, αυτός είναι ένας πολύ ουσιώδης και χρήσιμος δείκτης ευημερίας, δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων, συσχετίζεται και με άλλες ποιοτικές μεταβλητές που αφορούν την υγεία και την παιδεία. Όμως, αν, για παράδειγμα, οι δέκα πλουσιότεροι άνθρωποι της γης διπλασιάσουν το εισόδημά τους, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα αυξηθεί, ενώ η ευημερία για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών δεν θα αλλάξει. Αυτός ήταν και ο λόγος που ποτέ δεν ένιωσα άνετα με την αποκλειστική χρήση του ΑΕΠ ως μονάδας μέτρησης της ευημερίας, συνειδητοποιώντας παράλληλα ότι η διανομή του πλούτου και η κατανομή των πόρων είναι παράγοντες εξίσου καθοριστικής σημασίας.

Ωστόσο, πολλές φορές, η ανέχεια δεν επιτρέπει στους λιγότερο προνομιούχους να έχουν νόμιμη πρόσβαση σε πόρους, οδηγώντας μερικούς από αυτούς στην παρανομία. Με αυτόν τον τρόπο, η εγκληματική συμπεριφορά εισέρχεται στον πυρήνα του θεμελιώδους οικονομικού προβλήματος – χωρίς, βέβαια, αυτό να αναιρεί το γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις το έγκλημα είναι απλώς το αποτέλεσμα της απληστίας ή των λανθασμένων αντιλήψεων συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Συνεπώς, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα Οικονομικά για να απαντήσουμε και στο βασικό, σχεδόν σαιξπηρικό ερώτημα: «Να εγκληματεί κανείς ή να μην εγκληματεί;» Ο νομπελίστας οικονομολόγος και κοινωνιολόγος Gary Becker, της Σχολής του Σικάγο, ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε τα Οικονομικά προκειμένου να εξετάσει την εγκληματική συμπεριφορά. Παρά την έλλειψη κατάλληλων εμπειρικών δεδομένων, προσέφερε σημαντικό έργο στη διασαφήνιση και την κατανόηση του φαινομένου, χάρις στην οξυδέρκεια και την καθαρή του αντίληψη.

Σύμφωνα με τη θεωρία του Becker, εφόσον διατηρήσουμε σταθερές τις υπόλοιπες μεταβλητές, ένα άτομο που βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας θα αποφασίσει να διαπράξει έγκλημα αν τα προσδοκώμενα παράνομα κέρδη του είναι μεγαλύτερα από τα νόμιμα κέρδη του. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, αυτήν τη συλλογιστική βήμα προς βήμα: αν αυξηθούν τα νόμιμα οφέλη –όπως κατά προσέγγιση μετρώνται μέσα από την απασχόληση, τα εισοδήματα ή τους κατώτατους μισθούς–, η εγκληματικότητα αναμένεται να μειωθεί. Αν οι κυρώσεις ή οι ποινές αυξηθούν, το έγκλημα αναμένεται να μειωθεί. Ομοίως, αν αυξηθεί η πιθανότητα να συλληφθεί κάποιος, η εγκληματικότητα θα μειωθεί. Και το σημαντικότερο: αν αυξηθούν τα παράνομα κέρδη ή η απόδοση του εγκλήματος, η παρανομία αναμένεται να αυξηθεί. 

Αυτή η απλή ανάλυση περιέχει πολλά και ενδιαφέροντα διδάγματα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα σύμφωνα με το οποίο, στις περιπτώσεις όπου είναι πολύ χαμηλή η πιθανότητα να συλληφθεί κάποιος, μπορούμε να εξισορροπήσουμε τα κίνητρα κάνοντας την τιμωρία πιο αυστηρή. Άραγε, όμως, αυτές οι λογικές θεωρητικές προβλέψεις αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, δεδομένου ότι πολλές φορές στην πραγματική κοινωνία παρατηρούμε ανορθόδοξες και ανεξήγητες συμπεριφορές;

Μπορούμε ίσως να ελέγξουμε, με εμπειρικά πια δεδομένα, τις θεωρητικές αυτές υποθέσεις μέσα από μιαν άλλη σχολή σκέψης, τη Σχολή της Γλασκώβης. Πιο συγκεκριμένα, ο Adam Smith επικεντρώθηκε σε κάποιες καθοριστικές έννοιες, όπως τη συμπάθεια και αργότερα το ατομικό συμφέρον, έννοιες οι οποίες κρατούν την κοινωνία σε ισορροπία, αλλά θεμελίωσε επίσης έννοιες όπως ο καταμερισμός της εργασίας, την αποτελεσματικότητα της οποίας μέτρησε σε ένα εργοστάσιο πινέζας. 

Κατά παρόμοιο τρόπο, η άλλη καθοριστική προσωπικότητα της Σχολής της Γλασκώβης, ο Λόρδος Kelvin, δήλωσε ότι, αν μπορείς να μετρήσεις αυτό για το οποίο μιλάς και να το εκφράσεις σε αριθμούς, τότε ξέρεις κάτι για αυτό· αντίθετα, αν δεν μπορείς να το μετρήσεις, απέχεις ακόμη πολύ από την επιστήμη. Στο παρελθόν, δεν είχαμε τα εμπειρικά δεδομένα για τη μελέτη και τη μέτρηση της εγκληματικότητας. Τώρα πια έχουμε και τα δεδομένα και τις κατάλληλες ερευνητικές μεθόδους, γι’ αυτό και αξίζει να αναλύσουμε τις θεωρητικές αυτές προβλέψεις εμπειρικά.

Ας εξετάσουμε πρώτα τα νόμιμα κέρδη. Σύμφωνα με τη θεωρία μας, αν αυξηθεί η ανεργία, θα αυξηθεί και η εγκληματικότητα. Τα στοιχεία για την ανεργία και την εγκληματικότητα από πολλές και διάφορες χώρες δείχνουν ότι όντως υπάρχει στενή συσχέτιση ανάμεσα στις δύο. Το βασικό θεωρητικό μοντέλο προτείνει επίσης ότι, αν αυξηθούν οι κυρώσεις, η εγκληματικότητα θα μειωθεί. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτήν, λίγο πριν και λίγο μετά την ηλικία των 18, η εγκληματικότητα θα έπρεπε να μειώνεται δραστικά, δεδομένου ότι οι κυρώσεις αυξάνονται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 200%. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι κυρώσεις αυξάνονται μεν σημαντικά, αλλά η εγκληματική συμπεριφορά δεν επηρεάζεται σε αντίστοιχο βαθμό, γεγονός που καταδεικνύει σαφώς ότι οι κυρώσεις έχουν περιορισμένο αποτρεπτικό αντίκτυπο. Αν και τα στοιχεία είναι ακόμη πρώιμα, οι μελέτες αυτές θα μπορούσαν να είναι διαφωτιστικές σε σχέση με τα αμφιλεγόμενα ζητήματα της αυστηρότητας των κυρώσεων, όπως για παράδειγμα τη θανατική ποινή. 

Μία άλλη θεωρητική πρόβλεψη υποστηρίζει ότι, αν αυξηθεί η πιθανότητα να συλληφθεί κάποιος, η εγκληματικότητα θα μειωθεί. Τα στοιχεία σχετικά με την ταχύτητα ανταπόκρισης της αστυνομίας, όπως αυτή προσεγγίζεται από την απόσταση μεταξύ του αστυνομικού τμήματος και του τόπου του εγκλήματος, δείχνουν ότι πράγματι υπάρχει συσχέτιση.

Στρεφόμαστε τώρα σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του όλου ζητήματος, η οποία σχετίζεται με τις ευκαιρίες εγκλημάτων και τις αποδόσεις τους. Παραδόξως, αυτό το θεμελιώδες χαρακτηριστικό έχει αγνοηθεί από τους περισσότερους ερευνητές και τους φορείς χάραξης πολιτικής – αλλά όχι και από τους ίδιους τους εγκληματίες! Με δύο συνεργάτες μου συγγραφείς, τον Mirko Draca (Πανεπιστήμιο του Γουόρικ) και τον Stephen Machin (London School of Economics), συλλέγουμε λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τα εγκλήματα, από τη μητροπολιτική αστυνομία του Λονδίνου, τη λεγόμενη New Scotland Yard, με σκοπό να εξετάσουμε αυτήν ακριβώς την εναλλαγή αποδόσεων των εγκλημάτων. Πιο συγκεκριμένα, συσχετίζουμε την κλοπιμαία ποσότητα με την τιμή του κάθε προϊόντος για 132 συνεχόμενους μήνες και αποδεικνύουμε πως οι εγκληματίες ανταποκρίνονται στις μεταβολές των τιμών και κλέβουν με μεγαλύτερη συχνότητα τα προϊόντα που έχουν υψηλότερη απόδοση.

Χαρακτηριστικά είναι τα συμπεράσματα από την παράλληλη μείωση των τιμών και της κλοπιμαίας ποσότητας των συσκευών αναπαραγωγής DVD, αλλά και από την αύξηση των τιμών και της κλοπιμαίας ποσότητας των ωρολογίων χειρός. Πέραν των δύο αυτών παραδειγμάτων, η ίδια λογική εφαρμόζεται και σε μία ομάδα εμπορικών αγαθών που καλύπτει σχεδόν το σύνολο των κλοπιμαίων, γεγονός που καταδεικνύει την ισχυρή θετική σχέση μεταξύ του εγκλήματος και των σχετικών τιμών, ακόμη και αφού λάβουμε υπόψη τις ιδιαιτερότητες του κάθε αγαθού.

Πέρα από την έρευνα μεταξύ διαφόρων προϊόντων, μπορούμε να εστιάσουμε την προσοχή μας και σε μία ομάδα ειδικών εγκλημάτων που σχετίζονται με τα μέταλλα, μιας και το είδος αυτών των κλοπών παρουσιάζει άνοδο στις μέρες μας. Ενώ οι υπόλοιπες κλοπές, σε γενικές γραμμές, μειώθηκαν αισθητά, οι κλοπές μετάλλων αυξήθηκαν ραγδαία. Για παράδειγμα, μόνο οι κλοπές καλωδίων χαλκού (τα οποία είναι σχετικά εύκολο να κλαπούν, αφού είναι διαθέσιμα σε μη φυλασσόμενους δημόσιους χώρους) κοστίζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο 770 εκατομμύρια λίρες ανά έτος. Ένας άλλος τρόπος να αντιληφθούμε το κόστος είναι πως μόνο το 2006 στο Ηνωμένο Βασίλειο σπαταλήθηκαν 240.000 λεπτά επιβατών λόγω των καθυστερήσεων που προκλήθηκαν από την κλοπή καλωδίων χαλκού σε γραμμές τρένων. Καθώς αυξάνονται οι τιμές των μετάλλων, οι εγκληματίες αρχίζουν να κλέβουν μέχρι και καμπάνες από εκκλησίες, ενώ έκλεψαν και μία γέφυρα 10 τόνων στην Τσεχία, κλουβιά ζώων κ.λπ. Τα εμπειρικά δεδομένα δείχνουν ότι η εγκληματικότητα και οι τιμές παρουσιάζουν άμεσα συνδεόμενες διακυμάνσεις για όλα τα μέταλλα και για τον χαλκό ειδικότερα. 

Εκτός από την εξέταση απλών συσχετισμών, είμαστε σε θέση να καταδείξουμε και αιτιώδεις σχέσεις, δηλαδή τη σύνδεση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος. Πιο συγκεκριμένα, με τη μέθοδο των βοηθητικών μεταβλητών συνδέουμε τιμές μεταπώλησης από ανακυκλώσιμα μέταλλα με εναλλαγές στις παγκόσμιες τιμές των βασικών μετάλλων, οι οποίες είναι εξωγενείς ως προς τα εγκλήματα που λαμβάνουν χώρα στο Λονδίνο, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι και οι εγκληματίες ανταποκρίνονται σε ευκαιρίες και συμπεριφέρονται με ορθολογικό τρόπο, όπως κάνουν και οι νομοταγείς πολίτες και επιχειρηματίες.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι άνθρωποι βρίσκονται σε αέναη αναζήτηση ευκαιριών και ότι η προσέγγιση καταπολέμησης του εγκλήματος αποκλειστικά μέσα από την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων είναι παραπλανητική και ελλιπής. Όταν τα άτομα δεν έχουν πρόσβαση σε πόρους και ευκαιρίες, ψάχνουν για διεξόδους εκτός της νομιμότητας. Η σχέση μεταξύ ευκαιριών και εγκληματικότητας είναι η θεμελιώδης αρχή σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να σχεδιαστούν οι μελλοντικές πολιτικές που θα πρέπει πλέον να βασίζονται στην αυστηρή εμπειρική τεκμηρίωση και όχι σε προκαταλήψεις. 

Συγκλονιστικό είναι το γεγονός ότι, από τους εμπόρους ναρκωτικών στη Γλασκώβη και τους κλέφτες μετάλλων στο Λονδίνο μέχρι τους επιχειρηματίες στη Silicon Valley και τους τραπεζίτες στη Wall Street, όλοι υπακούουν σε κάποιες βασικές αρχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Όλοι τους ακολουθούν κάποιες θεμελιώδεις δυνάμεις που καθορίζουν τη λειτουργία τόσο της οικονομίας στην επιφάνεια όσο και της οικονομίας του υποκόσμου, η οποία εξακολουθεί να παραμένει μια ανεξιχνίαστη και συναρπαστική πτυχή της κοινωνίας μας.


(Ο Θοδωρής Κουτμερίδης είναι οικονομολόγος, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.) 


Σχετική ομιλία TEDx και επιστημονική έρευνα του Θοδωρή Κουτμερίδη διατίθενται στους παρακάτω συνδέσμους:  

Ομιλία TEDx

Έρευνα

 


..