The Theta Series – Ολονυχτία στη Στέγη
ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΜΑΚΗ
   

Πολλές φορές τα όνειρά μας είναι τόσο έντονα, σαν να τα ζούμε. Πότε όμως «ζούμε»; Όταν κοιμόμαστε ή όταν είμαστε ξύπνιοι; Είναι πραγματικότητα η πραγματικότητα του ονείρου; Ποιος είναι αυτός ο εαυτός που μπορεί και ονειρεύεται;

Για μένα, η σκηνή του θεάτρου ήταν και πάντα θα είναι ο χώρος όπου τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα. Ο χώρος όπου η ζωή μοιάζει πιο «αληθινή», πιο «παρούσα». Σκοπός των παραστατικών τεχνών δεν είναι να μιμηθούν τη ζωή ή να την αποδώσουν, αλλά να δημιουργήσουν έναν νέο κόσμο, που δεν μπορεί να «υπάρξει» μεν αλλά έχει την υφή μιας ύπαρξης πολύ πιο πραγματικής από την πραγματικότητα, πιο αληθινής κι από την αληθινή ζωή. Έτσι συνδέω τα όνειρα με τη θεατρική πράξη. Και τα δύο αποδεικνύουν ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες διαστάσεις στη συνειδητότητά μας από αυτές που νομίζουμε. Αυτό ακριβώς πραγματεύθηκε η βιωματική περφόρμανς ύπνου The Theta Series  Ολονυχτία στη Στέγη

Κυριακή 29 Μαΐου 2016: 45 θεατές κατέφθασαν στη Στέγη στις 22.00, παρέα με τα σεντόνια τους, τα προσωπικά τους είδη και ένα ανώνυμο προσωπικό όνειρο που είχε γράψει ο καθένας, ακολουθώντας πιστά τις γραπτές οδηγίες προς «Κοιμώμενους» που τους είχα στείλει. Ήρθαν διαθέσιμοι και με ειλικρινή διάθεση. Τους καθοδήγησα όπως θα καθοδηγούσα έμπειρους περφόρμερ πριν από μια παράσταση κάνοντας τις ιδέες πράξη, χωρίς μεγάλη παρεμβατικότητα από μέρους μου και έχοντας εμπιστοσύνη σε αυτό που λέγεται αυτοοργάνωση. 

Γύρω στις 23.00, περπάτησαν ο ένας πίσω από τον άλλο στη σιωπή, από το φουαγέ προς τον μυστικό διάδρομο που οδηγούσε στη σκηνή από την πίσω πόρτα, και όχι από τον δρόμο των θεατών. Μπήκαμε όλοι στη σκηνή, με την αυλαία κλειστή και με τα στρώματα του ΥΠΝΟΥ σε διάταξη σπείρας. Κάναμε έναν μεγάλο κύκλο. Ποιος θα πάρει ποιο στρώμα; Πώς διαλέγουμε τον προσωπικό μας χώρο μας μέσα σε έναν μεγαλύτερο χώρο που θα είναι ο «κόσμος» μας για 10 ώρες; Οι υποψήφιοι «Κοιμώμενοι» τώρα γίνονταν πρωταγωνιστές ενός έργου που έφτιαχναν και έπαιζαν οι ίδιοι, παίρνοντας πρωτοβουλίες, ακούγοντας την υπέροχη μουσική του Τρύφωνα Κουτσουρέλη (ειδικά γραμμένη για αυτούς), δρώντας ή παρατηρώντας ενεργητικά, δημιουργώντας με τα σώματά τους και την ψυχή τους συνθέσεις αρχιτεκτονικές στη σκηνή της Στέγης.

Πολύ απλά, τους είπα να κοιτάξουν αργά μπροστά, προς την αυλαία. Η αυλαία άνοιξε και αποκαλύφθηκε το «κοίλον», η μεγαλοπρέπεια ενός άδειου θεάτρου, που έμοιαζε πιο ζωντανό και πιο γεμάτο από ποτέ. Οι «Κοιμώμενοι» τώρα κλήθηκαν να γίνουν παρατηρητές και να δουν τον δικό τους χώρο: τη σκηνή ‒που είχε πια γίνει δική τους, καθώς όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα ήταν εκεί‒ να ζωντανεύει, να υποκλίνεται, να χαρίζει τη μαγεία της, χωρίς ούτε έναν άνθρωπο στα σπλάχνα της.

Κάποιος μου είπε: «Ήταν σαν να έβλεπα τον εαυτό μου πάνω στη σκηνή, ενώ καθόμουν στις θέσεις των θεατών. Ήμουν παρών σε δύο σημεία ταυτόχρονα». Μια παράσταση του ίδιου του θεάτρου σε όλο του το μεγαλείο, όπου η μουσική αφηγείται την ύπαρξη αόρατων έργων, αλλά απόλυτα ορατών με έναν τρόπο ονειρικό και συνάμα αληθινό. 

Καλώ τους «Κοιμώμενους» να ανεβούν ξανά στη σκηνή. Η ώρα είναι πλέον 01.00. Αργούν να αποκριθούν, έχουν περάσει ήδη σε έναν ύπνο-ξύπνο, στην κατάσταση Θήτα, στην οποία είμαστε λίγο πριν από τον ύπνο, χαλαροί, αλλά δεν κοιμόμαστε ακόμη, σε ένα μεταίχμιο ονείρου και πραγματικότητας.

Τακτοποιούνται και ξαπλώνουν. Η μουσική σύνθεση πλέον περνάει σε παλμούς δύο διαύλων (binaural beats) και ειδικά σχεδιασμένα διακροτήματα, ώστε να διεγείρει και να συντονίσει τα εγκεφαλικά κύματα των «Κοιμώμενων» σε συγκεκριμένες συχνότητες και σε αντιστοιχία με τους κύκλους του ύπνου.

Έχω 45 ανώνυμα όνειρα κλεισμένα σε φακελάκια. Τα όνειρά τους. Ξεκινάω να διαβάζω όνειρα. Συγκινούμαι. Είναι όλα γραμμένα με κόπο και προσοχή. Με συναίσθημα και αλήθεια. Διαβάζω όνειρα, το ένα μετά το άλλο ‒«prima vista», όπως λέμε στο θέατρο‒, και ταυτίζομαι. Κάθε φορά διαβάζω αλλιώς, ανάλογα με το όνειρο γίνομαι και ένας άλλος άνθρωπος, σαν να έχω συνδεθεί με μια συλλογική μνήμη.

Συνεχίζω να διαβάζω έως τις 03.45. Άλλοι κοιμούνται, άλλοι ονειρεύονται, άλλοι ακούν – περιμένουν ίσως να ακούσουν το δικό τους όνειρο; 

Κοιμάμαι. Θέλω να γίνω κι εγώ Κοιμώμενη ανάμεσα στους Κοιμώμενους της σκηνής της Στέγης. 

Στις 06.50 ανασηκώνομαι. Ξεκινάω μαλακά να τους ξυπνάω στις 07.00. Είναι σαν όνειρο το ότι ζήσαμε αυτή την εμπειρία στη σκηνή, που κανείς δεν θέλει να τελειώσει. Μαζεύουμε, ακολουθούμε την καθημερινή μας ρουτίνα, αλλά τώρα είμαστε γνωστοί. Συνδεδεμένοι με την εμπειρία.

07.30‒10.00: Καφές, ομελέτα, ζυμωτό ψωμί στη «Χύτρα» και κουβέντες, συζητήσεις ατελείωτες για αυτή την εμπειρία που ζήσαμε. Οι Κοιμώμενοι μου εκμυστηρεύονται πολλά. «Ήταν λυτρωτικό όταν άκουσα να διαβάζεις το όνειρό μου», μου είπε κάποιος. Ένιωσα πλούσια, πολύ πλούσια, είχα γίνει διάφανη και πολλαπλάσια του εαυτού μου. Δεν υπήρχε εγώ. Ούτε εμείς. Υπήρχε κάτι πολύ πιο δυνατό που με ξεπερνούσε. Ανείπωτο.

Φεύγοντας από τη Στέγη το πρωί της Δευτέρας, ένα μέρος του εαυτού μου είναι ακόμη στη Σκηνή. Γράφοντας αυτές τις γραμμές, ένα μέρος του εαυτού μου είναι ακόμη στη Στέγη, μαζί με τους Κοιμώμενους. Και με τους αφανείς «ξύπνιους», τους τεχνικούς, τους ταξιθέτες, τις καθαρίστριες, που ήσυχα και ουσιαστικά συμμετείχαν στην ολονυχτία σαν να ήταν δική τους.

Τους ευχαριστώ.


(Η  Αποστολία Παπαδαμάκη είναι χορογράφος.)


(Οι φωτογραφίες είναι του Αρίωνα Στεφανίδη.)

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Κορυφή της σελίδας