Burnout syndrome: Το οργανωσιακό και επιχειρηματικό κόστος από το σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Α. ΠΟΛΛΑΛΗΣ

O εργασιακός χώρος και οι συνθήκες που επικρατούν σε αυτόν, τα αυξημένα επαγγελματικά και οικογενειακά καθήκοντα και υποχρεώσεις των εργαζομένων, καθώς και τα εξαντλητικά ωράρια και ο ανταγωνισμός με τους συναδέλφους στις επιχειρήσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη ζωή των περισσότερων εργαζομένων και, ουσιαστικά, δημιουργούν ένα εργασιακό περιβάλλον που μειώνει την απόδοσή τους και, ασφαλώς, προκαλεί έντονα συμπτώματα στρες έως και εργασιακής εξουθένωσης. 

Η εργασιακή εξουθένωση (burnout), σε συνδυασμό με την έλλειψη ύπνου, εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια και έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τους ψυχολόγους, τους κοινωνιολόγους αλλά και τους ειδικούς του μάνατζμεντ, καθώς όλοι έχουν αναγνωρίσει τις σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις που τα φαινόμενα αυτά επιφέρουν στο άτομο, στον οργανισμό και γενικότερα στην επιχειρηματικότητα και την οικονομία. Οι παραπάνω συνθήκες προκαλούν στρες, το οποίο με τη σειρά του προκαλεί συμπτώματα αϋπνίας, ψυχοσωματικές διαταραχές και, τελικά, έλλειψη ενδιαφέροντος για δραστηριότητα και δουλειά, αποτελώντας τον προπομπό της κατάθλιψης. Τα στελέχη των επιχειρήσεων, οι γιατροί, οι νοσηλευτές, οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και οι δημοσιογράφοι είναι οι κλάδοι με τα περισσότερα «θύματα» του στρες, της έλλειψης ύπνου και του συνδρόμου burnout.

Στα αγγλικά το ρήμα «burn out» σημαίνει «αναλώνομαι προοδευτικά εκ των ένδον μέχρι του σημείου της απανθράκωσης». Ο όρος «burnout»/«εργασιακή εξουθένωση» χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά το 1974 από τον Freudenberger για την περιγραφή των συμπτωμάτων σωματικής και ψυχικής εξουθένωσης σε επαγγελματίες υπηρεσιών ψυχικής υγείας και, γενικότερα, εργαζομένους σε χώρους όπου δημιουργούνται στενές σχέσεις μεταξύ επαγγελματιών και ατόμων που έχουν την ανάγκη τους.

Το σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης εμφανίζεται με ένα σύνολο συμπτωμάτων τα οποία αναπτύσσονται σε κάθε εργαζόμενο όταν καταστρέφονται τα κίνητρά του για δουλειά και τα οποία, επίσης, χρήζουν άμεσων μέτρων υποστήριξης, αφού έχουν σοβαρό αντίκτυπο τόσο στην άσκηση της εργασίας όσο και στην προσωπική και κοινωνική ζωή του εργαζομένου. Πρόκειται δηλαδή για έναν νέο ψυχιατρικό όρο με κοινωνικοοικονομικές προεκτάσεις, όπως αποκαλύπτουν διάφορες μελέτες που έχουν δημοσιευθεί στην Ευρώπη, την Αυστραλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά.

Από έρευνες που έχουν διενεργηθεί έχει γίνει γνωστό ότι το σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης είναι περισσότερο συχνό σε επαγγέλματα όπως των γιατρών και των νοσοκόμων. Γι’ αυτό και, αρχικά, το σύνδρομο θεωρήθηκε αποτέλεσμα της καθημερινής επαφής με τον ανθρώπινο πόνο, ενώ η χρήση του όρου περιορίστηκε στα επαγγέλματα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Τα τελευταία χρόνια, όμως, αυτό έχει αλλάξει ραγδαία λόγω των κοινωνικοοικονομικών καταστάσεων, με αποτέλεσμα το σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης να μην κάνει διακρίσεις σε επαγγέλματα και ανθρώπους. Έτσι, οι επαγγελματίες κάθε κλάδου έχουν φτάσει στο σημείο να βιώνουν και να αισθάνονται κόπωση, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να επικοινωνήσουν με άτομα από το εργασιακό τους περιβάλλον. Καθημερινά αντιμετωπίζουν το επάγγελμά τους ως αναγκαίο κακό από το οποίο δεν μπορούν να δραπετεύσουν, ενώ επίσης αδυνατούν να αναπτύξουν στενότερες σχέσεις με ανθρώπους που χρειάζονται την επαγγελματική αλλά και τη συναισθηματική τους υποστήριξη. Καταλήγουν, λοιπόν, να προσπαθούν να κρατούν απόσταση ασφαλείας από τα άτομα, τα οποία και θεωρούν πηγή της εξάντλησής τους.

Ο όρος «σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης» ή «σύνδρομο burnout» αναφέρεται στην κατάσταση εκείνη κατά την οποία το άτομο βιώνει εξάντληση, αποπροσωποποίηση και αίσθημα αναποτελεσματικότητας εξαιτίας ψυχοπιεστικών συνθηκών στην επαγγελματική του ζωή. Είναι μια ψυχολογική διαδικασία συναφής αλλά όχι ταυτόσημη με το επαγγελματικό άγχος. Συμβαίνει όταν το εργασιακό περιβάλλον ενός ατόμου είναι τόσο «στρεσογόνο», που δεν βοηθά το άτομο να κάνει πλέον τη δουλειά του με ευχαρίστηση.  

Το σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης αποτελείται από τρεις επιμέρους διαστάσεις: 

• τη συναισθηματική εξάντληση (emotional exhaustion), δηλαδή τη μείωση των συναισθημάτων του ατόμου, η οποία έχει ως αποτέλεσμα το άτομο να μην μπορεί να προσφέρει συναισθηματικά στους αποδέκτες των υπηρεσιών του·  

• την αποπροσωποποίηση (depersonalization), που έχει ως αποτέλεσμα το άτομο να βλέπει τους αποδέκτες των υπηρεσιών του αρνητικά και, πολλές φορές, να τους αντιμετωπίζει σαν αντικείμενα· 

• το μειωμένο αίσθημα προσωπικής επίτευξης, δηλαδή την τάση του ατόμου να αισθάνεται μια γενικότερη δυσαρέσκεια για την εργασία του και να αξιολογεί αρνητικά τόσο τον εαυτό του όσο και τους γύρω του.

Το εν λόγω σύνδρομο έχει επιπτώσεις τόσο στην ψυχική όσο και στη σωματική υγεία των ατόμων, που συχνά παρουσιάζουν ευερεθιστότητα, καταθλιπτικά συμπτώματα, αϋπνίες κ.ά. Έχει όμως σημαντικές επιπτώσεις και στις διαπροσωπικές σχέσεις των ατόμων με το οικογενειακό αλλά και το εργασιακό τους περιβάλλον, αφού τα άτομα εμφανίζουν μεγάλο βαθμό δυσαρέσκειας προς την εργασία τους, μεγάλο βαθμό απουσιών και, γενικότερα, αυξημένη τάση για αλλαγή εργασίας ή επαγγέλματος. 

Το ολοένα αυξανόμενο «κακό» stress μπορεί να οδηγήσει σε έντονες αγχώδεις εκδηλώσεις και κατάθλιψη. Το αρνητικό παράδειγμα της France Télécom είναι αρκετά χαρακτηριστικό για τις περιπτώσεις όπου δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις όταν μια επιχείρηση αποφασίζει να ακολουθήσει εντελώς ασφυκτικά ωράρια και οι συνθήκες εργασίας δεν συνάδουν με τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των εργαζομένων. Στην εταιρεία France Télécom, από το 2008 έως το 2010, έβαλαν τέλος στη ζωή τους 42 μέλη του προσωπικού. Οι θάνατοι αυτοί συνδέονται με τις μεθόδους που χρησιμοποίησε η διεύθυνση της γαλλικής εταιρείας τηλεπικοινωνιών για να προσαρμόσει την πρώην κρατική μονοπωλιακή εταιρεία στον νέο υπερανταγωνιστικό κόσμο της τηλεφωνίας και του διαδικτύου. 

Αντίθετες με τέτοιου είδους παρεμβάσεις και «κακές πρακτικές» που προκαλούν στρες στους εργαζομένους και τα στελέχη επιχειρήσεων είναι η Google, η Apple, η Microsoft, η Facebook και άλλες καινοτόμες επιχειρήσεις, οι οποίες βασίζονται ακριβώς στη συνεργασία ατόμων με ιδιαίτερη ευφυΐα και θεωρούν ότι η δυνατότητα για σύλληψη πρωτοποριακών ιδεών δεν είναι απαραίτητο να λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα γραφείο με τη στενή έννοια του όρου. Σε συνδυασμό με αυτού του είδους την εταιρική κουλτούρα και νοοτροπία, οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν χώρους άθλησης και διαλογισμού στον χώρο εργασίας και προσφέρουν σε όλους τους εργαζομένους τους συνδυασμούς υγιεινής διατροφής, διαλειμμάτων ύπνου και φυσικής δραστηριότητας, παρέχοντάς τους συγχρόνως προγράμματα μείωσης του στρες. 

Επίσης, έρευνα του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας διαπίστωσε τα εξής: 

• Περισσότεροι από το 25% των εργαζομένων βιώνουν στρες στην εργασία στις χώρες της ΕΕ. 

• 1 στους 5 Ευρωπαίους εργαζομένους αισθάνεται κόπωση και 1 στους 8 υποφέρει από πονοκέφαλο.

• 8 στους 10 Βέλγους εργαζομένους παρουσίασαν αυξημένη ψυχολογική επιβάρυνση κατά τα τελευταία έτη, ενώ 4 στους 10 Άγγλους χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών νιώθουν ότι το ψυχοκοινωνικό στρες έχει αυξηθεί.

• 9–12% των ανδρών και 9–11% των γυναικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εκτεθειμένοι σε εργασιακή πίεση κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας (υψηλό ποσοστό στη Γερμανία, την Ελλάδα και την Ολλανδία). 

Η έκταση του φαινομένου οφείλεται κυρίως στις συνθήκες εργασίας που επικρατούν: 

• Πάνω από το 1/3 των εργαζομένων στην Ευρωζώνη δεν μπορούν να κάνουν διάλειμμα όταν το χρειάζονται.

• 4 στους 10 δεν έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν μόνοι τους το διάστημα διακοπών τους ή τις ημέρες της άδειάς τους.

Περίπου οι μισοί από τους εργαζομένους στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης απασχολούνται σε μονότονες εργασίες. Η μονοτονία και η επανάληψη στην εργασία είναι φαινόμενα που παρατηρούνται περισσότερο στη Γαλλία, την Ελλάδα και την Ισπανία. 

Πρέπει επίσης να υπογραμμισθεί το γεγονός πως από πολλές μελέτες διαπιστώνεται σημαντική συσχέτιση μεταξύ εργασιακής επιβάρυνσης, έλλειψης ύπνου και διαφόρων νοσημάτων: 

• Σε σύγκριση με το σύνολο των εργαζομένων, οι εργαζόμενοι που υφίστανται «στρεσογόνο» πίεση διατρέχουν τέσσερις με πέντε φορές μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων. 

• Μελέτη που έγινε στη Δανία έδειξε ότι το 14% της πρώιμης καρδιαγγειακής θνησιμότητας στις γυναίκες οφείλεται στις επιδράσεις της μονοτονίας και της επαναλαμβανόμενης εργασίας, το 7% στην εργασιακή πίεση και το 2% στο παθητικό κάπνισμα στον εργασιακό χώρο.

Το περιοδικό Harvard Business Review δημοσίευσε πρόσφατα τα αποτελέσματα μιας δεκαετούς έρευνας, όπου φαίνεται καθαρά πόσο σημαντικός είναι ο ύπνος στην επιτυχία των ηγετικών στελεχών μιας επιχείρησης. Παρόμοιες έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί και δημοσιευθεί από το περιοδικό McKinsey Quarterly, όπου, παρομοίως, φαίνεται καθαρά η συσχέτιση της επιτυχίας των στελεχών επιχειρήσεων με την ποσότητα και την ποιότητα ύπνου, καθώς και με την έλλειψη «στρεσογόνων» παραγόντων στον χώρο εργασίας. Τα συμπεράσματα αυτά παρουσιάζονται παρακάτω με τη μορφή πίνακα συσχετίσεων.

Συμπερασματικά, λοιπόν, και πέρα από το γεγονός ότι όσο πιο ξεκούραστα είναι τα στελέχη των επιχειρήσεων τόσο πιο αποτελεσματική είναι και η ηγεσία που ασκούν, ένα τελευταίο επιχείρημα για τη σημαντικότητα του ύπνου είναι ότι προλαμβάνει τα συμπτώματα εργασιακής εξουθένωσης στα στελέχη των επιχειρήσεων. Μια πρόσφατη έρευνα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ σε ανώτατα στελέχη επιχειρήσεων διαπίστωσε ότι το 96% των συμμετεχόντων είχαν βιώσει κάποια μορφή burnout στην καριέρα τους και ότι η κατάσταση του 1/3 εξ αυτών ήταν πολύ κρίσιμη. Συνεπώς, υπάρχει μεγάλος όγκος ερευνητικών ευρημάτων που αποδεικνύουν τη συσχέτιση μεταξύ ύπνου και εργασιακού στρες και εξουθένωσης. 

Τέλος, έχει αποδειχθεί ότι η έλλειψη ύπνου συσχετίζεται άμεσα με τη μειωμένη απόδοση και συμμετοχή των εργαζομένων στην εργασία τους. Είναι λοιπόν καιρός για τις επιχειρήσεις να βρουν τρόπους με τους οποίους θα υπολογίσουν τη χαμένη απόδοση, τις συχνές αλλαγές εργασίας (employee churn) και, φυσικά, το συνολικό κόστος της υγειονομικής περίθαλψης των εργαζομένων τους, που έχουν προέλθει από την έλλειψη ύπνου ή ξεκούρασης και το συνεχές στρες. Με αυτόν τον τρόπο, θα δημιουργηθεί και ένα ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης της ενέργειας των εργαζομένων, με άμεσα οφέλη ως προς την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της προσπάθειάς τους και, συνεπώς, την παραγωγικότητα των μελλοντικών επιχειρήσεων.


(Ο Γιάννης Α. Πολλάλης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς.)

 


..