Το υπνοδωμάτιο ως υλικό υπόβαθρο της ταυτότητάς μας
ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΥΡΤΩ ΚΙΟΥΡΤΗ

Ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται ο υλικός πολιτισμός γύρω μας, τα αντικείμενα που χρησιμοποιούμε, τα έπιπλα επάνω στα οποία ακουμπάμε, καθόμαστε ή ξαπλώνουμε, ο τρόπος με τον οποίο δομούμε τους χώρους του σπιτιού μας επηρεάζουν το σώμα, το μυαλό και τον ψυχισμό μας πολύ εντονότερα και πολύ βαθύτερα από όσο συχνά νομίζουμε. Το υπνοδωμάτιο είναι ένα ακόμη προϊόν του υλικού πολιτισμού, άρρηκτα συνδεδεμένο τόσο με τις πρακτικές του ύπνου όσο και με μια σειρά από λανθάνουσες αντιλήψεις οι οποίες αφορούν τη σχέση μας με το σώμα, τον θεσμό της οικογένειας, την κοινωνική διάκριση των ηλικιακών ομάδων, τη διαχείριση της σεξουαλικότητας και, συνολικά, τη σύγχρονη εμπειρία της ατομικής ταυτότητας. Οι τέσσερις τοίχοι, που ορίζουν το συγκεκριμένο δωμάτιο, δεν ήταν πάντα έτσι, και η ιστορία της αρχιτεκτονικής, εδώ εντοπισμένη ως συνοπτική ιστορία του υπνοδωματίου, μας προσφέρει τη δυνατότητα να καταλάβουμε λίγο καλύτερα πώς έχει συγκροτηθεί ιστορικά μια πτυχή του πολιτισμού, της κοινωνίας και, συνεπώς, του ίδιου του Εαυτού μας.

Σύμφωνα με τις ιστορικούς της αρχιτεκτονικής Monique Eleb-Vidal και Anne Debarre-Blanchard, η κατοικία δεν επιμεριζόταν πάντα σε διακεκριμένα δωμάτια συγκεκριμένης χρήσης. Στην προνεωτερική μεσαιωνική Ευρώπη, ακόμη και τα σπίτια οικονομικά εύρωστων αστών ήταν μονόχωρα, δηλαδή ενιαίοι χώροι στους οποίους φιλοξενούνταν όλες οι δράσεις της καθημερινότητας: μαγείρεμα, φαγητό, παιχνίδι, κοινωνικές συναναστροφές και, βέβαια, ύπνος (Eleb-Vidal και Debarre-Blanchard, 1985). Τα μονόχωρα της ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, σπίτια δηλαδή προβιομηχανικών αγροτικών κοινοτήτων χωρίς εσωτερική διάκριση σε δωμάτια, αποτελούν το αντίστοιχο της ελληνικής περίπτωσης (Παπαϊωάννου, 2003). Σύμφωνα με τον θεωρητικό της αρχιτεκτονικής Robin Evans (1997), η γέννηση του επιμερισμένου δωματίου εντοπίζεται στην Ευρώπη κατά τον 16ο αιώνα, συσχετίζεται με την εμφάνιση του διαδρόμου στο εσωτερικό της κατοικίας και συμπίπτει χρονικά με την άνοδο του πουριτανισμού, εκείνης δηλαδή της τάσης που στόχευε στον αυξανόμενο έλεγχο της σεξουαλικότητας. 

Κατά τον Evans, το διακεκριμένο δωμάτιο, στο οποίο μπορεί να φτάσει κανείς μέσω ενός διαδρόμου και άρα χωρίς να παρενοχλήσει ή να έρθει σε επαφή με εκείνους που βρίσκονται εντός άλλων δωματίων, αποτελεί την υλική έκφραση μιας πρόθεσης ελέγχου και περιορισμού των σωματικών επαφών ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Οι γονείς κοιμούνται πλέον χωριστά από τα παιδιά τους, οι συγγενείς που πιθανώς μένουν πρόσκαιρα στο σπίτι κοιμούνται επίσης αλλού, σταδιακά οι διαχωρισμοί γίνονται περισσότερο ενδελεχείς, με άλλα υπνοδωμάτια για τα αγόρια και άλλα για τα κορίτσια της οικογένειας ή με δωμάτια που αφορούν ένα και μόνο παιδί και άρα είναι απολύτως ιδιωτικά. Κατά τον Evans, η γέννηση του ιδιωτικού υπνοδωματίου αποτελεί το υλικό υπόβαθρο επί του οποίου κτίστηκε ψυχικά η εμπειρία της ατομικότητας, καθώς τα όρια του χώρου εγκαθιδρύουν και οπτικοποιούν τα όρια του ίδιου του ατόμου. 

Σύμφωνα με τον κοινωνικό στοχαστή Norbert Elias (1969), η διάκριση του ιδιωτικού υπνοδωματίου, που σχετίζεται με τον περιορισμό των σωματικών επαφών, αποτελεί μέρος της ευρύτερης διαδικασίας εκπολιτισμού των δυτικών κοινωνιών. Κατά τον Elias, η αύξηση της πυκνότητας των κοινοτήτων, που συνδέεται με τη μετάβαση από τις αγροτικές στις αστικές κοινωνίες, συνεπάγεται όλο και πιο αυστηρούς ελέγχους επί των σωματικών ενορμήσεων. Για να μπορέσουν δηλαδή τα κοινωνικά υποκείμενα να συμβιώσουν, σε όλο και πιο περιορισμένους χώρους, εγκαθίδρυσαν μεταξύ τους συμφωνίες μέσα στο πλαίσιο κανόνων συμπεριφοράς που έγιναν σταδιακά συνήθειες και ήθη. 

Αυτά τα νέα και αρκετά αυτοπεριοριστικά ήθη απαιτούν πρωτόκολλα και διαχωρισμούς τους οποίους αναλαμβάνει να εξυπηρετήσει η αρχιτεκτονική της κατοικίας. Το φαγητό μαγειρεύεται σε συγκεκριμένο χώρο, την κουζίνα, καταναλώνεται σε άλλον, την τραπεζαρία· η σωματική υγιεινή περικλείεται επίσης εντός διακεκριμένου δωματίου, του λουτρού. Αντίστοιχα, δύο άγνωστοι δεν επιτρέπεται πια να κοιμούνται μαζί, σε αντίθεση με προγενέστερες πολιτισμικές ευαισθησίες, σύμφωνα με τις οποίες οι κανόνες καλής συμπεριφοράς απαιτούσαν απλώς, όταν δύο άγνωστοι μοιράζονταν το ίδιο κρεβάτι, να περιορίζονται ο ένας στη μία του πλευρά και ο άλλος στην άλλη. Ο έλεγχος των σωματικών ενορμήσεων, κατά τον Elias, συσχετίζεται, βεβαίως, με τον έλεγχο της σεξουαλικότητας, όπως και με τη σταδιακή εγκαθίδρυση της πυρηνικής οικογένειας έτσι όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Η ελληνική περίπτωση, κάνοντας ένα απότομο άλμα από την προνεωτερικότητα στη σύγχρονη μετανεωτερική εποχή (Panagiotopoulos, 2010), μας έχει αφήσει ακόμη νωπές τις μνήμες από τα μεγάλα κρεβάτια στα οποία κοιμούνταν μαζί οι πολυμελείς, οι επονομαζόμενες και διευρυμένες, οικογένειες του παρελθόντος.

Στη νεωτερικότητα η διαχείριση του δωματίου και ειδικά του υπνοδωματίου συνεχίζει να συσχετίζεται με τη συγκρότηση της ατομικής ταυτότητας. Η Virginia Woolf (1929) διεκδικούσε ένα δικό της δωμάτιο και ο Freud ανασυγκροτούσε τον ψυχισμό του ανθρώπου ζητώντας του να ξανασκεφτεί τα όνειρά του, μόνος μέσα σε ένα δωμάτιο, ξαπλωμένος σε ένα μονό κρεβάτι. Μια εμβληματική αρχιτεκτονική κίνηση της ύστερης νεωτερικότητας που υπογραμμίζει τη διαχρονικότητα της τάσης ανάδειξης της ατομικής ταυτότητας μέσω διαχείρισης του υπνοδωματίου είναι το House VI που σχεδίασε το 1975 ο Peter Eisenman, πατέρας της ονομαζόμενης αρχιτεκτονικής της αποδόμησης. Ο Eisenman αποδομεί καταρχάς το παραδοσιακό κυβόσχημο σπίτι και, στη συνέχεια, χωρίζει στη μέση τον κύβο του συζυγικού υπνοδωματίου, τέμνοντας με την ίδια χαρακιά τους τοίχους, το κλασικό διπλό κρεβάτι, το παράθυρο από πίσω του και το πάτωμα από κάτω. Σύμφωνα με τις φήμες, κάποιο βράδυ ο άνδρας της οικογένειας ξέχασε το λεπίδι που είχε αποδομήσει το σπίτι και το υπνοδωμάτιό του, έτεινε να προσεγγίσει την απέναντι πλευρά και έπεσε μέσα στη μετανεωτερική χαράδρα της ατομικότητας, στο ισόγειο της κατοικίας, σπάζοντας ένα πόδι και μηνύοντας τον αρχιτέκτονα. 

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα πώς θα δομούνται στο μέλλον τα υπνοδωμάτιά μας, ούτε ξέρουμε αν η ενίσχυση της ατομικής ταυτότητας θα κρατήσει την ίδια δυναμική ή θα πάρει διαφορετική τροπή. Το σίγουρο πάντως είναι πως οι τέσσερις τοίχοι του υπνοδωματίου και τα έπιπλα που περικλείονται εντός του θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν όχι μόνο την εικόνα του σπιτιού μας αλλά και τις σχέσεις που αναπτύσσουμε με τους άλλους γύρω μας και, συνεπώς, το πώς αντιλαμβανόμαστε τον Εαυτό μας.


(H Μυρτώ Κιούρτη είναι αρχιτέκτων.)



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Monique Eleb-Vidal και Anne Debarre-Blanchard, Architecture domestique et mentalités. Réflections sur les méthodes et les sources, Paris: Secrétariat à la Recherche Architecturale, 1985.

Norbert Elias, The Civilizing Process, τόμ. I–II, Oxford: Blackwell, 1969 [1939].

Robin Evans, «Figures, Doors, and Passages», Translations from Drawing to Building and Other Essays, London: Architectural Association, 1997 [1978], σελ. 55–91.

Panayis Panagiotopoulos, «Entre Hypermodernité et Traditionalisme: Souffrance de la classe moyenne grecque et palliatifs politiques», στο Nicole Aubert (επιμ.), Changement social. La société hypermoderne: Ruptures et contradictions, τόμ. 15, Paris: L’Harmattan, 2010, σελ. 109–131.

Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου, Το ελληνικό παραδοσιακό σπίτι, Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, 2003. 

Virginia Woolf, Ένα δικό σου δωμάτιο, Αθήνα: Οδυσσέας, 2015 [1929].

 

Μονόχωρο εσωτερικό κατοικίας στην προβιομηχανική Ευρώπη
Στο House VI, που σχεδίασε το 1975 ο Peter Eisenman στο Κονέκτικατ των ΗΠΑ, αποδομούνται το παραδοσιακό κυβόσχημο σπίτι και ο χώρος του υπνοδωματίου
Ο Eisenman χωρίζει στη μέση τον κύβο του συζυγικού υπνοδωματίου, τέμνοντας με την ίδια χαρακιά τους τοίχους, το κλασικό διπλό κρεβάτι, το παράθυρο από πίσω του και το πάτωμα από κάτω

..