Η εμμηνόπαυση σε πιο προχωρημένη ηλικία προστατεύει από τον κίνδυνο κατάθλιψης

Η παρατεινόμενη ηλικία εμμηνόπαυσης σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο κατάθλιψης στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η μελέτη διεθνούς ομάδας ερευνητών, στην οποία συμμετείχαν πέντε υπότροφοι του Ιδρύματος Ωνάση. Η μελέτη έλαβε μεγάλη δημοσιότητα, καθώς ανοίγει νέους ορίζοντες στην κατανόηση της αιτιολογίας της γεροντικής κατάθλιψης και υποδεικνύει κατευθύνσεις για μελλοντικές προληπτικές και θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Με επικεφαλής την υπότροφο (και πρώην πρόεδρο του Συνδέσμου) Ελένη Πετρίδου, καθηγήτρια Προληπτικής Ιατρικής και Επιδημιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, σε συνεργασία με την επίσης υπότροφο Άλκηστη Σκαλκίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Μαιευτικής και Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας στη Σουηδία, και τη Στέλλα Δασκαλοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια Παθολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου McGill στο Μόντρεαλ του Καναδά, η έρευνα δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό JAMA Psychiatry. Στην ερευνητική ομάδα συμμετείχαν επίσης οι υπότροφοι Μάριος Γεωργάκης, Θωμάς Θωμόπουλος, Ανδρέας-Αντώνης Διαμαντάρας, καθώς και η Ελένη Καλογήρου.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι η αυξανόμενη ηλικία εμμηνόπαυσης φαίνεται να δρα προστατευτικά έναντι του κινδύνου να εμφανίσουν οι γυναίκες κατάθλιψη μετά την εμμηνόπαυση. Η κατάθλιψη προσβάλλει έναν στους δέκα ηλικιωμένους και οι γυναίκες θεωρούνται περισσότερο ευπαθείς ανάμεσα στα δυο φύλα. Στο διάστημα της αναπαραγωγικής ζωής, ο οργανισμός της γυναίκας παράγει υψηλά επίπεδα οιστρογόνων, τα οποία μειώνονται απότομα με την εμμηνόπαυση. Τόσο η ηλικία εμμηνόπαυσης όσο και η διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου, δηλαδή η περίοδος από την εμμηναρχή μέχρι την εμμηνόπαυση, δείχνουν πόσα χρόνια στη διάρκεια της ζωής της βρίσκεται μια γυναίκα υπό την επίδραση των ενδογενών αυτών ορμονών. Ειδικότερα, η μελέτη έδειξε ότι η μεγάλη ηλικία εμμηνόπαυσης και η μεγαλύτερη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου σχετίζονται με μειωμένο κίνδυνο κατάθλιψης στην τρίτη ηλικία.

«Έρευνες σε πειραματόζωα έχουν δείξει ότι τα οιστρογόνα έχουν αντικαταθλιπτική δράση στον εγκέφαλο. Ωστόσο, η χρήση εξωγενών οιστρογόνων για τη θεραπεία της κατάθλιψης στις γυναίκες δεν φαίνεται να έχει επιτυχή αποτελέσματα, σύμφωνα με κλινικές δοκιμές. Στη μελέτη μας χρησιμοποιήσαμε την ηλικία εμμηνόπαυσης και τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου ως δείκτες έκθεσης σε ενδογενή οιστρογόνα, με στόχο να διερευνήσουμε εάν η ενδογενής παραγωγή των ορμονών του φύλου έχει σημασία για την εκδήλωση της μετεμμηνοπαυσιακής κατάθλιψης», εξηγεί η Ελένη Πετρίδου.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές συνέθεσαν δεδομένα από τη δημοσιευμένη βιβλιογραφία σε παγκόσμιο επίπεδο, ακολουθώντας τη μεθοδολογία της μετα-ανάλυσης. Τα ευρήματα που προκύπτουν από τη σύνθεση 14 μελετών και περιλαμβάνουν συνολικά περισσότερες από 67.000 γυναίκες δείχνουν ότι η αύξηση κατά 2 χρόνια τόσο της ηλικίας εμμηνόπαυσης όσο και της διάρκειας της αναπαραγωγικής περιόδου σχετίζεται με μείωση του κινδύνου εμφάνισης κατάθλιψης κατά 2%. Φαίνεται, δηλαδή, ότι η προχωρημένη ηλικία εμμηνόπαυσης προσφέρει προστασία απέναντι στη μετεμμηνοπαυσιακή κατάθλιψη. Όπως δηλώνει ο Μάριος Γεωργάκης, πρώτος συγγραφέας της μελέτης, αριστούχος απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής Αθηνών και υποψήφιος διδάκτορας, «με μια πρώτη ματιά ο βαθμός της προστατευτικής επίδρασης φαίνεται μηδαμινός. Αν όμως αναλογιστεί κανείς ότι η ηλικία εμμηνόπαυσης και η αναπαραγωγική περίοδος μπορεί να ποικίλλουν από γυναίκα σε γυναίκα έως και 20 χρόνια, τότε η προστατευτική δράση είναι ευμεγέθης αφού φθάνει μέχρι 40%».

«Η κατάθλιψη στους ηλικιωμένους», λέει η Στέλλα Δασκαλοπούλου από τον Καναδά, «μπορεί να θεωρηθεί ως διαφορετική νοσολογική οντότητα συγκριτικά με εκείνη που παρουσιάζεται στις νεότερες ηλικίες, καθώς παρουσιάζει ιδιαιτερότητες στην αιτιολογία και την αντιμετώπιση με τα διαθέσιμα αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Η δυνατότητα εφαρμογής προληπτικών παρεμβάσεων φαίνεται επίσης ελκυστική και πιθανότατα εφαρμόσιμη». Πράγματι, σύμφωνα με τα ευρήματα της συγκεκριμένης μελέτης, υποκλινικές μορφές κατάθλιψης μπορούν να αναγνωριστούν έγκαιρα αν οι γυναίκες με πρώιμη εμμηνόπαυση έχουν συστηματική παρακολούθηση της ψυχικής τους υγείας, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα πρωιμότερης και περισσότερο αποτελεσματικής παρέμβασης.  

Η μελέτη αναθερμαίνει το ερευνητικό ενδιαφέρον για τις θεραπείες ορμονικής υποκατάστασης κατά τη μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο. Όπως σημειώνει η Άλκηστη Σκαλκίδου από το Πανεπιστήμιο της Ουψάλας, «σύμφωνα με προηγούμενες μελέτες, η ορμονική θεραπεία υποκατάστασης μετά την εμμηνόπαυση σχετιζόταν με σοβαρές παρενέργειες, οι οποίες και περιορίζουν τη χρήση της. Νεότερα όμως δεδομένα δείχνουν ότι υπάρχει μια κρίσιμη περίοδος αμέσως μετά την εμμηνόπαυση, κατά την οποία, αν η γυναίκα ξεκινήσει θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, πιθανώς να έχει την ευεργετική δράση για αποφυγή εκδήλωσης κατάθλιψης. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα αποτελέσματα της δημοσίευσης αναφέρονται στη δράση ενδογενών οιστρογόνων, τα οποία παρουσιάζουν διαφορές σε σχέση με τα εξωγενώς χορηγούμενα».

Η ερευνητική ομάδα καταλήγει ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα ώστε να διερευνηθούν σε βάθος οι επιδράσεις των ορμονών του φύλου στον εγκέφαλο και στην ψυχική υγεία γενικότερα. Ακόμη και αν η αντικαταθλιπτική δράση των οιστρογόνων θεωρηθεί τεκμηριωμένη, υπολείπεται η επιστημονική γνώση για σύσταση ασφαλών θεραπειών βασισμένων σε οιστρογόνα για την πρόληψη της μετεμμηνοπαυσιακής κατάθλιψης. Μελλοντικές ερευνητικές κατευθύνσεις αναμένεται να στραφούν στην ανάπτυξη εξωγενών οιστρογονικών παραγόντων με στοχευμένη δράση στον εγκέφαλο, οι οποίες θα πρέπει όμως να ελαχιστοποιούν τις παρενέργειες από τα υπόλοιπα συστήματα του οργανισμού. 


(Πλήρης αναφορά άρθρου: Georgakis M. K., Thomopoulos T. P., Diamantaras A. A., Kalogirou E. Ι., Skalkidou A., Daskalopoulou S. S., Petridou E. T., «Association of age at menopause and duration of reproductive period with depression after menopause: A systematic review and meta-analysis», JAMA Psychiatry 2016, 73(2): σελ. 112. doi: 10.1001/jamapsychiatry.2015.2653

 


..