Selfies ή, αλλιώς, εαυτούληδες
ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΠΕΤΙΝΑ ΝΤΑΒΟΥ

Στην εισήγησή της στο εναρκτήριο συμπόσιο του νεοσύστατου κλάδου Ψυχολογίας των Μέσων της Ελληνικής Ψυχολογικής Εταιρείας, τον Μάιο του 2015, η συντονίστρια του αντίστοιχου κλάδου της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας επιχειρούσε ενθουσιωδώς να «αποδαιμονοποιήσει» τις selfies, υποστηρίζοντας ότι αποτελούν ένα είδος αυτοεξερεύνησης και κοινωνικού πειραματισμού, το οποίο έχει τόσο μεγάλη απήχηση επειδή έτσι αισθανόμαστε ασφαλείς, νιώθουμε αυτοπεποίθηση και διατηρούμε τον έλεγχο της παρουσίασης του εαυτού μας, ιδιαίτερα εάν είμαστε έφηβοι ή νέοι. Οι selfies, υποστήριζε, αντιπροσωπεύουν μερικές φορές μια πιο αληθινή εικόνα του απεικονιζόμενου από ό,τι μια τυπική φωτογράφισή του από κάποιον άλλον. 

Στην ίδια γραμμή και ως απάντηση στην κριτική ότι οι αυτοφωτογραφίες αντανακλούν μια ναρκισσιστική τάση του ατόμου, το οποίο αυτοσκηνοθετείται με πρόθεση να προσελκύσει και να εντυπωσιάσει ένα φανταστικό κοινό, ορισμένοι άλλοι ψυχολόγοι αντιτείνουν ότι η selfie δίνει έμφαση στην έντονη ανάγκη για προσωπική ικανοποίηση του φωτογράφου –ο οποίος, βέβαια, εδώ τυχαίνει να είναι και το μοντέλο– και στην επιθυμία του να ανήκει, αποτελώντας έτσι ένα ζωτικό κοινωνικό εργαλείο και μια μέθοδο για να συνδεθεί κανείς με τους άλλους. Από αυτή την οπτική γωνία, λοιπόν, οι selfies διευρύνουν το πεδίο της κοινωνικής συνάφειας και τις δυνατότητες πειραματισμού με την εικόνα μας.

Το βλέμμα του Άλλου και ο χαιρετισμός του ήταν ανέκαθεν σημάδια αναγνώρισης της ύπαρξής μας, ιδιαίτερα σημαντικά για να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας σε μια θέση ανάμεσα σε άλλα μέλη μιας κοινότητας, να αυτοπροσδιοριστούμε και να κατανοήσουμε ποιοι είμαστε, ιδιαίτερα έως και το τέλος της εφηβείας, όπου οι διεργασίες και οι πειραματισμοί γύρω από την ταυτότητα βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους. Κάποτε οι διεργασίες αυτές καταλαγιάζουν, χωρίς όμως ποτέ να σταματούν εντελώς, γιατί, ιδιαίτερα στους ρευστούς καιρούς μας, το «ποιος/ποια είμαι» και «τι θέλω από τη ζωή» παραμένουν ερωτήματα βασανιστικά ανοιχτά μέχρι τέλους. Πάντα, λοιπόν, μας χρειάζεται το βλέμμα του άλλου, για να μας επιστρέφει πτυχές της απάντησης. Τα σημεία αναγνώρισης, τα κοινωνικά «χάδια» –ή strokes, όπως τα ονόμασε ο Berne–1 αποτελούν τη θεμελιώδη μονάδα κοινωνικής δράσης και είναι, σε επίπεδο ψυχολογικό, τόσο σημαντικά όσο και η τροφή σε επίπεδο βιολογικό. 

Ή, τουλάχιστον, έτσι είχαν τα πράγματα πριν από την έλευση του ψηφιακού χωροχρόνου, όταν η επικοινωνία διεξαγόταν σε έναν πεπερασμένο από τις αισθήσεις χώρο συμπαρουσίας, όπου οι επικοινωνούντες υπήρχαν «ολόκληροι», με όλες τους τις αισθήσεις, ασκηνοθέτητοι ή έστω στοιχειωδώς σκηνοθετημένοι βάσει κάποιων κοινωνικών κανόνων αυτοπαρουσίασης και συμπεριφοράς, οι οποίοι όμως δεν μπορούσαν εύκολα να μασκαρέψουν τα διάφορα αυθόρμητα σημάδια σκέψεων και συναισθημάτων. Πώς να ελέγξεις, άλλωστε, ένα κοκκίνισμα αμηχανίας; Στον μεσολαβημένο διά της οθόνης χώρο, όπου ο χρόνος ελέγχεται γιατί μπορεί να παγώσει σε σκηνοθετημένες στιγμές, τα παραπάνω αποκτούν μιαν άλλη διάσταση. Εδώ, ο «εαυτός», εξοπλισμένος με νέες δυνατότητες, μπορεί να φανταστεί έναν κόσμο πέρα από την άμεση εντοπιότητά του, «έναν κόσμο κινδύνων και ευκαιριών, μέσω των οποίων μπορεί να συγκροτηθεί μια καινούργια ζωή μέσα από συνεχείς εξομοιώσεις της πραγματικής και της υποκατάστατης εμπειρίας».2

Απομακρυσμένο από το αναπόφευκτο βλέμμα του άλλου, το άτομο έχει τώρα τη δυνατότητα να επιλέξει πολλές νέες προοπτικές του εαυτού του και να τον φαντάζεται «εμπλουτισμένο» και διεσταλμένο από όλες αυτές τις προοπτικές∙ με τη μόνη διαφορά ότι η αναγνώριση της ύπαρξης που προκύπτει από αυτές τις προοπτικές είναι τόσο άυλη όσο και ο ψηφιακός χώρος και τόσο εφήμερη όσο διαρκεί η παρουσία μας σε αυτόν. Με την έξοδό μας, ο εμπλουτισμένος εαυτός αδειάζει και σβήνει.

Όλες οι πτυχές του εαυτού3 και της ταυτότητας αποκτούν διαφορετικές διαστάσεις στον ψηφιακό χωροχρόνο: 

Η οικολογική πτυχή του εαυτού, που γίνεται απευθείας αντιληπτή από το άτομο σε αναφορά με το άμεσο φυσικό περιβάλλον, δέχεται καθημερινά κάποιες δεκάδες βλέμματα –σημάδια αναγνώρισης της ύπαρξης–, τα οποία στο ψηφιακό σύμπαν μπορούν να διογκωθούν σε εκατοντάδες «likes». 

Η διαπροσωπική πτυχή, επίσης απευθείας αντιληπτή μέσα από τις σχέσεις μας με άλλους ανθρώπους και μέσα από σήματα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, συναισθημάτων, διυποκειμενικότητας και επικοινωνίας, διαστέλλεται στον ψηφιακό χώρο σε αναρίθμητους πραγματικούς και οιονεί άλλους, και η αναγνώριση της ύπαρξης υπερπολλαπλασιάζεται.

Η τρίτη πτυχή του εαυτού, ο εκτεινόμενος εαυτός, που βασίζεται στη μνήμη του παρελθόντος, την αίσθηση του παρόντος και την προεικασία του μέλλοντος, παγώνει. Το άτομο γίνεται η selfie του της στιγμής. 

Η ιδιωτική πτυχή του εαυτού που αναδύεται, καθώς ανακαλύπτουμε ότι οι προσωπικές μας εμπειρίες είναι αποκλειστικά και μόνον δικές μας, αποκτά νέες δυνατότητες, γιατί τώρα μπορεί να δημοσιοποιηθεί. 

Τέλος, η εννοιολογική πτυχή –η αυτοαντίληψη, με άλλα λόγια–, που αντλεί το νόημά της από ένα δίκτυο κοινωνικά εγκαθιδρυμένων υποθέσεων και θεωριών αναφορικά με την ανθρώπινη φύση γενικώς και τον εαυτό μας ειδικώς, διογκώνεται περιστασιακά. Τόσο πολλά likes σε μία selfie μπορούν να προσφέρουν απεριόριστο αυτοθαυμασμό, ο οποίος όμως είναι εύθραυστος και άυλος. Εκτός δικτύου, ξεφουσκώνει… Και η επόμενη selfie γίνεται καταναγκαστική επιταγή. 

Αυτή η ανακατάταξη των φυσικών ορίων του εαυτού δημιουργεί μια εμπειρία πολύ κοντά στη «μεγιστοποίηση της ύπαρξης», όπως την ονόμασε ο Baudrillard: μέσα από τον πολλαπλασιασμό των επαφών και των σχέσεων, που δεν αφήνουν όμως χώρο για βάθος, ουσία και διάρκεια, αφού είναι αποσπασματικές και εφήμερες, η συγκρότηση του εαυτού μετατρέπεται από αναζήτηση προσωπικού νοήματος σε «μια γενικευμένη περιέργεια» που διαχέεται και στον εαυτό και την κεντρίζει μια διάχυτη έμμονη ιδέα, η «fun morality» ή η επιταγή να διασκεδάσουμε, να εκμεταλλευτούμε στο έπακρο όλες τις δυνατότητες για να συγκλονιστούμε, να απολαύσουμε ή να ικανοποιηθούμε.4 Μόνον που αυτή η μεγιστοποίηση της ύπαρξης οδηγεί εντέλει στη συρρίκνωση μιας συγκροτημένης και σταθερής αίσθησης εαυτού, αφού το άτομο δεν αντλεί από «μέσα του», δηλαδή από την επεξεργασία της ζωής και της εμπειρίας του, τη συνοχή και τη διάρκεια της αίσθησης του «ποιος/ποια είναι», αλλά κυρίως «απ’ έξω» του, από τα αμέτρητα και εφήμερα likes, που όμως εξαφανίζονται στην εκτός δικτύου ζωή.

Όπως τα παγκόσμια συμβάντα με την εξάπλωση των μέσων χάνουν τη συνοχή τους και παίρνουν τη μορφή της παράθεσης ιστοριών και στοιχείων που δεν έχουν τίποτε κοινό εκτός του ότι είναι επίκαιρα και συμπερασματικά –γιατί παρατίθενται παράλληλα σε μια πλασματική αφήγηση από την οποία η έννοια του τόπου έχει εξατμιστεί και η εις βάθος γνώση αναφορικά με το συμβάν είναι απούσα–, έτσι και με τον εαυτό, η «εντύπωση της συρραφής» –το «collage effect», κατά τον Giddens–5 μέσα από μια συλλογή selfies αντικαθιστά τη συνεκτική αφήγηση του εαυτού.

Και όπως τα μέσα επέτρεψαν την εισβολή μακρινών τόπων και συμβάντων στη συνείδηση της καθημερινότητας, που δεν τα βιώνουμε αλλά τα γνωρίζουμε, και αν τύχει να τα ζήσουμε πραγματικά (π.χ. σε ένα μακρινό εξωτικό ταξίδι) δημιουργούν μια αίσθηση «αντιστροφής της πραγματικότητας»,6 πως δηλαδή ό,τι παρακολουθούσαμε ήταν πιο ζωντανό και χειροπιαστό από αυτό που τελικά ζήσαμε, έτσι και η selfie κάνει χειροπιαστή τη στιγμή μας. Επιβεβαιώνει και διευρύνει την αίσθηση αυτού που θέλουμε να πιστέψουμε ότι βιώναμε όταν την βγάζαμε.

Όλο αυτό προσδίδει στην ανθρώπινη ύπαρξη και δραστηριότητα έναν κίβδηλο χαρακτήρα, όπου η ζωή «γίνεται καλύτερα κατανοητή ως μια υπόθεση επαναλαμβανόμενης αναγνώρισης του πλασματικού.7 Κατά τον Lasch,8 αυτός ο πολλαπλασιασμός των εικόνων στο πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτισμικών μετατροπών, αλλάζει τα πρότυπα εκκοινωνισμού και ευνοεί τη μετάβαση από την ενδοστρέφεια στον ναρκισσισμό, επιφέροντας καθοριστικές αλλαγές στην οργάνωση της προσωπικότητας. Ο εαυτός χάνει τη συνοχή του μέσα στον χώρο και τον χρόνο και μετατρέπεται σε πολλούς άυλους, εφήμερους και εξαιρετικά εύθραυστους εαυτούληδες, αφού η ύπαρξή τους σβήνει μόλις σβήσει και η οθόνη που τους προβάλλει.


Μπεττίνα Ντάβου είναι καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.)

 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Ε. Berne, Games People Play (New York: Ballantine Books, 1964).

2 J. B. Thompson, Νεωτερικότητα και Μέσα Επικοινωνίας, μτφρ. Γ. Καραμπίνη και Ν. Σώκου (Αθήνα: Παπαζήσης, 1998).

3 U. Neisser, «Five Kinds of Self-Knowledge», Philosophical Psychology, 1, 1988, σελ. 35–59.

4 Ζ. Μπωντριγιάρ [J. Baudrillard], Η Καταναλωτική Κοινωνία, μτφρ. Β. Τομανάς (Αθήνα: Νησίδες, 2000).

5 Α. Giddens,The Consequences of Modernity (Cornwall: Polity Press: 1990).

6 Στο ίδιο.

7 Α. Giddens, Modernity and Self Identity (Cornwall: Polity Press, 1991).

8 Κ. Λας [C. Lasch], Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού, μτφρ. Β. Τομανάς (Σκόπελος: Νησίδες, 2008).

..