Ναρκισσισμός στη μουσική: Από τους δεξιοτέχνες του παρελθόντος στη μουσική βιομηχανία του σήμερα
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Το 2011, στο PsycNET της Αμερικανικής Ψυχολογικής Ένωσης δημοσιεύθηκε ένα άρθρο των DeWall, Pond, Campbell και Twenge,1 στο οποίο, μέσα από τη γλωσσική ανάλυση των στίχων δημοφιλών τραγουδιών της περιόδου 1980–2007, οι συγγραφείς διαπίστωσαν μια στατιστικά σημαντική άνοδο του ναρκισσισμού στη μουσική, με τις λέξεις «εγώ» και «εμένα» («I», «me») να αντικαθιστούν σταδιακά το «εμείς» και το «εμάς» («we», «us»). Απτά παραδείγματα ύπαρξης ναρκισσιστικών στίχων μπορούν να εντοπιστούν σε πολλά πρόσφατα δημοφιλή τραγούδια: «My Humps» των Black Eyed Peas (Interscope Records, 2005), «Sexy Back» του Justin Timberlake (FutureSex/LoveSounds, 2006), «Can't Tell Me Nothing» του Kanye West (Rock-a-Fella Records LLC, 2007) και της λοιπής δισκογραφίας του, «Milkshake» της Kelis (EMI Music, 2009), «Flawless» της Beyoncé (Parkwood-Columbia, 2013) κ.ά. 

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι σε όλα τα παραπάνω τραγούδια, όπως και σε πολλά ακόμη, κυριαρχούν λέξεις που σχετίζονται με την «αυτοεστίαση» και την αντικοινωνική συμπεριφορά, ενώ οι φράσεις που σχετίζονται με θετικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και συναισθήματα βρίσκονται σε ύφεση. Η ερευνητική ομάδα τόνισε ότι αυτά τα ευρήματα παρέχουν νέα στοιχεία σχετικά με το πώς οι αλλαγές στα κατ’ εξοχήν αντικείμενα του κοινωνικού περιβάλλοντος μπορούν να αποτελέσουν ένα «παράθυρο» προς την κατανόηση των πολιτισμικών αλλαγών, καθώς και ψυχολογικών διεργασιών, όπως είναι η ναρκισσιστική προβολή του εαυτού.

Ο λόγος πίσω από τη ναρκισσιστική προβολή στον τομέα της μουσικής μπορεί να καθοριστεί από δύο παράγοντες: πρώτον, από το πώς ένας καλλιτέχνης βλέπει και προωθεί τον εαυτό του και, δεύτερον, από το πόσο επιτρέπει στους άλλους (ομάδα παραγωγής, στιλίστες, fashion trendsetters) να επηρεάζουν αυτό που πραγματικά είναι ο ίδιος. Το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας μπορεί να προσδιοριστεί από τον τόπο όπου ορίζουμε ότι βρίσκονται οι παράμετροι που καθορίζουν τη συμπεριφορά μας, εσωτερικά ή εξωτερικά (internal vs external locus of control).2 

Ένας καλλιτέχνης, σύμφωνα με τον Weiner (1974), διαχωρίζει τους παράγοντες της επιτυχίας του σε εσωτερικούς (εργατικότητα και ταλέντο) και σε εξωτερικούς (βαθμός δυσκολίας του επιθυμητού αποτελέσματος και τύχη/κριτική). Οι πρώτοι παράγοντες καθεμίας από τις δύο αυτές κατηγορίες (εργατικότητα και βαθμός δυσκολίας του επιθυμητού αποτελέσματος) είναι ελεγχόμενοι από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, ενώ οι δεύτεροι (ταλέντο και τύχη/κριτική) δεν είναι. Ένας νάρκισσος που υποβάλλει τον εαυτό του ώστε να φαίνεται και να σκέφτεται ότι είναι ξεχωριστός, επιτυχημένος και σημαντικός, θεωρεί πως μεγαλύτερη σημασία για το οποιοδήποτε αποτέλεσμα έχουν οι μη ελεγχόμενοι παράγοντες: το ταλέντο και η τύχη. Από τη στιγμή που, ως νάρκισσος, θεωρεί τον εαυτό του ταλαντούχο, σε περίπτωση αποτυχίας ή κακής κριτικής, το λάθος βρίσκεται πάντα (και αποκλειστικά) στους μη ελεγχόμενους εξωτερικούς παράγοντες. Δεν παραδέχεται ότι δεν είναι εργατικός ή ότι ο βαθμός δυσκολίας του έργου/μουσικού κομματιού ή του αποτελέσματος ήταν πέρα από τις δυνατότητές του. 

Σε ό,τι αφορά το πόσο ένας καλλιτέχνης επιτρέπει στους άλλους να επηρεάζουν αυτό που πραγματικά είναι, η πλήρως εμπορευματοποιημένη μουσική βιομηχανία του 21ου αιώνα φέρνει το κοινό αντιμέτωπο όχι μόνο με τον καλλιτέχνη αλλά και με ένα κοινωνικό φαινόμενο-προϊόν: βαρύτητα δεν έχουν το ταλέντο, η εργατικότητα, ο βαθμός δυσκολίας, ούτε καν η κριτική (που μπορεί και αυτή να εξαγοραστεί ή να καλυφθεί κάτω από έναν όγκο προβολής και διαφήμισης). Όλα σχετίζονται με το πώς θα ανεβεί η εμπορική αξία του προϊόντος που λέγεται καλλιτέχνης/συγκρότημα και της ομάδας που βρίσκεται από πίσω του. Ο καλλιτέχνης «πουλάει» την εικόνα που η ομάδα του πιστεύει ότι θα φέρει κέρδος. Αν στον 21ο αιώνα στον χώρο της ποπ μουσικής κυριαρχεί μια ναρκισσιστική εικόνα, τούτο σχετίζεται άμεσα με μια κοινωνία που επιλέγει να καταναλώνει ναρκίσσους.

Ένας μουσικός μπορεί να γίνει νάρκισσος στην πορεία, όταν το ταλέντο του ή η εικόνα του (brand name), όπως έχει προωθηθεί από την επικοινωνιακή του ομάδα, αναγνωρίζεται από το εξωτερικό περιβάλλον ως ισχυρό τονωτικό της κοινωνικής του διάστασης σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο μουσικός αποκτά παράλογες προσδοκίες και επιζητεί ιδιαίτερα ευνοϊκή μεταχείριση επειδή θεωρεί τον εαυτό του ξεχωριστό.3 Η τυχόν μη συμμόρφωση του κοινωνικού περίγυρου εκλαμβάνεται ως επίθεση στην υπεροχή του μουσικού. Οποιοσδήποτε αμφισβητήσει έναν νάρκισσο (κριτικός, άλλος μουσικός, συνάδελφος) θεωρείται «εχθρός» και μπορεί να προκαλέσει ναρκισσιστική οργή.4 Το αποτέλεσμα είναι ότι ο μεγαλύτερος (και πιθανόν ο πιο ταλαντούχος) κιθαρίστας του heavy metal, ο Yngwie Malmsteen, σκιαγραφείται στην αυτοβιογραφία του ως κλασική περίπτωση καλλιτέχνη με ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας, ως ανίκανος να δεχθεί οποιαδήποτε κριτική ή σχόλιο.5 Παράλληλα, ο Justin Bieber δεν δημιούργησε μόνος την εικόνα του, αλλά με την υποστήριξη των μεγαλύτερων trendsetters της μουσικής βιομηχανίας.6

Ο ναρκισσισμός στον χώρο της μουσικής δεν περιορίζεται στο σήμερα, αλλά αγγίζει όλους όσοι βρέθηκαν ή βρίσκονται στη μουσική βιομηχανία. Οι ρίζες του ναρκισσισμού στη δυτικοευρωπαϊκή μουσική σκηνή ανάγονται γύρω στον 12ο αιώνα, όταν οι μουσικοί πήραν τις ιερές μελωδίες της εκκλησίας και τις μετέτρεψαν σε μια πολυφωνική μορφή τέχνης, μετατρέποντας τη δοξολογία του Θεού σε εξύμνηση του δικού τους μουσικού ταλέντου. 

Ακολούθησε η κοινωνική αναγνώριση και άνοδος του «virtuosο», του δεξιοτέχνη. Στην αρχική σημασιολογική εκδοχή της, η λέξη αποτελούσε τιμητικό όρο για ένα άτομο που διακρινόταν σε οποιονδήποτε πνευματικό ή καλλιτεχνικό τομέα. Αργότερα, δήλωνε τον μουσικό με αξιοσημείωτες τεχνικές δεξιότητες. Σε μια εποχή που οι περισσότεροι καλλιτέχνες διαχειρίζονταν και προωθούσαν οι ίδιοι την καριέρα τους, η αποκορύφωση ήλθε τελικά κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα με τη μορφή-ιδιοφυΐα του συνθέτη ή του σολίστα στο πιάνο, το βιολί ή και το τραγούδι, κάνοντας τους απανταχού ναρκίσσους που πίστευαν ότι διακατέχονται από υπέρμετρο ταλέντο να νομίσουν ότι όλοι οι εσωτερικοί παράγοντες είναι ίδιοι (ταλέντο και εργατικότητα), ότι οι μόνοι εξωτερικοί παράγοντες που τους ανεβάζουν ή τους καταστρέφουν είναι το κοινό και η κριτική (ή οι κριτικοί) και, φυσικά, ότι οι ίδιοι χρήζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Francesca Cuzzoni (1696–1778), μία από τις καλύτερες σοπράνο της εποχής του μπαρόκ. Το 1723, βρέθηκε στην Αγγλία για να αποδώσει τον ρόλο της Teofane στην όπερα Ottone του G. F. Handel, στο King's Theatre του Λονδίνου. Καθώς ο ρόλος είχε γραφτεί για μιαν άλλη τραγουδίστρια, τη Maddalena Salvai, η Cuzzoni, ως ντίβα και εξέχουσα προσωπικότητα της εποχής της, αρνήθηκε να τραγουδήσει την άρια «Falsa immagine», λέγοντας στον Handel ότι ήθελε μια «καινούργια άρια» («a fresh air»), γραμμένη ειδικά για αυτήν. Ο συνθέτης, μην αντέχοντας τη συμπεριφορά της τραγουδίστριας, της απάντησε: «Madame, ξέρω καλά ότι είστε πραγματικός διάβολος, αλλά σας προειδοποιώ ότι εγώ είμαι ο Βεελζεβούλ, ο αρχηγός των διαβόλων! Αφού λοιπόν θέλετε ένα "fresh air", θα σας το δώσω». Και, μ' αυτό, έπιασε τη σοπράνο από τη μέση και ορκίστηκε ότι θα την πετάξει έξω από το παράθυρο εάν δεν έκανε ότι της έλεγε.7 

Κρίνεται όμως απαραίτητο να γίνει ένας διαχωρισμός. Σύμφωνα με τη μελέτη των Furnham, Hughes και Marshall (2013),8 οι άνθρωποι που έχουν τάσεις ναρκισσισμού είναι πολύ πιθανό να ενασχοληθούν με δημιουργικές δραστηριότητες και τέχνες ούτως ή άλλως, κάτι το οποίο σημαίνει πως η ικανότητα ενός μουσικού δεν μειώνεται αν ο ίδιος είναι νάρκισσος ή όχι, κυρίως δε όταν υπάρχει κοινό που αναζητεί να βρει σε αυτόν τα ινδάλματά του, όπως ισχύει για τον Malmsteen και την Cuzzoni. Σε αυτά τα δύο ονόματα μπορούν να προστεθούν συνθέτες και μουσικοί από όλα τα είδη: Niccolò Paganini, Franz Liszt, Richard Wagner, Vladimir de Pachmann, Μαρία Καλλάς, Steve Vai, Freddie Mercury και αρκετοί άλλοι από έναν εντυπωσιακά μακρύ κατάλογο. Ένας νάρκισσος που επιλέγει τη μουσική για την αυτοπροβολή του είναι διαφορετικός από έναν μουσικό που είναι νάρκισσος (είτε από προσωπική επιλογή είτε λόγω των παρεμβάσεων της ομάδας προώθησής του). 

Μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους μουσικούς που είναι πραγματικά εξαιρετικοί, ανεξαρτήτως του ναρκισσισμού που μπορεί να τους διακατέχει, είναι το πώς αντιμετωπίζονται οι εξής τρεις παράμετροι: ο προαναφερόμενος εξωτερικός μη ελεγχόμενος παράγοντας της τύχης και της κριτικής (ή των κριτικών), η ικανότητα αυτοσαρκασμού και η ικανότητα να αναγνωρίζεται ανωτερότητα στους άλλους. Μερικά παραδείγματα: 

α) Αντιμετώπιση της κριτικής: ενώ η μουσική του Beethoven δεχόταν πάντα σκληρή κριτική ενόσω ζούσε ο συνθέτης,9 ο ίδιος παρέμενε πάντα επαγγελματίας και την αποδεχόταν. Το 1815, έγραψε στον J. P. Salomon στο Λονδίνο: «Ο Ries, ο πρώην μαθητής μου, μου έγραψε πριν από λίγο καιρό ότι o Cramer είχε μιλήσει στο κοινό κατά των συνθέσεών μου, όχι για κανέναν άλλο λόγο, θέλω να πιστεύω, αλλά για να προωθήσει την τέχνη της μουσικής. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να φέρω καμία αντίρρηση». Επίσης, όταν οι εκδότες της Allgemeine Musikalische Zeitung εκφράστηκαν αρνητικά για την 3η Συμφωνία του, ο Beethoven στην απάντησή του δεν παρέλειψε να στείλει τους χαιρετισμούς του στον εκδότη της (τον Herr von Rochlitz): «Δεν είμαι τόσο άσχετος με την ξένη λογοτεχνία ώστε να μη γνωρίζω ότι ο κύριος Rochlitz έχει γράψει μερικά εξαιρετικά άρθρα και ότι, αν ποτέ πάω στη Λειψία, είμαι σίγουρος ότι θα γίνουμε πολύ καλοί φίλοι».10  

β) Ικανότητα αυτοσαρκασμού: το «Pretty Girl Rock» της Keri Hilson (Mosley Music/Interscope Records, 2010), με στίχους όπως «All eyes on me when I walk in, no question that this girl's a 10, don’t hate me cause I'm beautiful», ή η δισκογραφία της Nikki Minaj (2010–), με στίχους ακατάλληλους για αναδημοσίευση, καθώς και το «Gentleman» του PSY (YG-SchoolBoy-Republic, 2013), με στίχους όπως «Hey there, if I’m going to introduce myself, I’m a cool guy with courage, spirit and craziness», θα μπορούσαν να θεωρηθούν εξίσου αυτοσαρκαστικοί και υπέρμετρα ναρκισσιστικοί. Παράλληλα, από τον χώρο της κλασικής μουσικής, ο Richard Strauss φέρεται να δήλωσε κάποτε: «Μπορεί να μην είμαι ένας πρωτοκλασάτος συνθέτης, σίγουρα όμως είμαι ένας πρώτης τάξεως δευτεροκλασάτος συνθέτης!»11 Επίσης, όταν ο Beethoven άκουσε την κόρη ενός φίλου να παίζει τις 32 παραλλαγές του σε ένα θέμα σε ντο ελάσσονα, ρώτησε: «Τίνος έργο είναι αυτό;» «Δικό σας». «Δικό μου; Αυτό το κομμάτι τρέλας, δικό μου; Ω, Beethoven, τι γάιδαρος που ήσουν εκείνες τις ημέρες!»12 

γ) Ικανότητα αναγνώρισης ανωτερότητας σε άλλους: όταν ο Rossini, σε συζήτηση με φίλους του, ρωτήθηκε ποιος είναι ο σπουδαιότερος μουσικός, απάντησε χωρίς δισταγμό: «Ο Beethoven». «Μα και ο Mozart;» «Α, ο Mozart δεν είναι ο σπουδαιότερος», συνέχισε ο Rossini, «ο Mozart είναι ο μοναδικός».13 Στο ίδιο πνεύμα, από τον χώρο της τζαζ, όταν ο Art Tatum επισκέφτηκε το κλαμπ όπου έπαιζε ο διάσημος stride πιανίστας Fats Weller, ο τελευταίος ανακοίνωσε στο κοινό του: «Κυρίες και κύριοι, εγώ απλώς παίζω πιάνο, αλλά μαζί μας σήμερα βρίσκεται ο Θεός».14 Στους θαυμαστές του Tatum συγκαταλέγονταν επίσης ο Horowitz, ο Rubinstein, ο Rachmaninoff, ο Godowsky, ο Oistrakh και ο Gershwin.15 Από τον χώρο της ποπ, o Michael Jackson, αν και νάρκισσος ο ίδιος, όταν παρέδωσε, το 2003, το ΒΕΤ Lifetime Achievement Award στον James Brown, δήλωσε με δάκρυα στα μάτια: «Τι είναι μια ιδιοφυΐα; Είναι κάποιος του οποίου η έμπνευση απαιτεί την αλλαγή μας. [...] Κανείς δεν με έχει επηρεάσει περισσότερο από αυτόν εδώ τον άνθρωπο. Από τότε που ήμουν παιδί έξι ετών, αυτόν κοίταζα περισσότερο από κάθε άλλον ερμηνευτή. Και το ίδιο εξακολουθώ να κάνω και σήμερα».16 

Έπειτα από αυτή την αναφορά, παρατηρούμε πως ο ναρκισσισμός στη μουσική, ως κοινωνικό και πολιτισμικό γεγονός, δεν πρωτοεμφανίστηκε στις μέρες μας. Υπήρχε, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει σχεδόν σε όλα τα είδη μουσικής, κυρίως από τη στιγμή που η ίδια η κοινωνία επιλέγει να «καταναλώνει» ναρκίσσους και να δημιουργεί φαινόμενα όπως η «Lisztomania» και οι «Beliebers». Εάν, όπως διαπίστωσαν οι DeWall, Pond, Campbell και Twenge, παρατηρείται άνοδος στην «κατανάλωση» τραγουδιών με ναρκισσιστικούς στίχους, τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι από το 1980 και μετά βρίσκεται σε άνοδο η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας στο σύνολο του πληθυσμού, ιδίως δε στις νεαρότερες ηλικίες.17 

Όταν κάποιοι άνθρωποι έχουν υψηλή αυτοεικόνα (είτε από προσωπική επιλογή είτε επειδή τους προωθεί η επικοινωνιακή τους ομάδα), θα βρουν πιθανότατα έναν τρόπο για να μοιραστούν τη «λάμψη» τους με τον υπόλοιπο κόσμο ή θα φροντίσουν ώστε η μουσική βιομηχανία να την επιβάλει στον κόσμο μέσω της συνεχούς προβολής. Σε κάθε περίπτωση, εμείς μπορούμε απλώς να απολαμβάνουμε τη μουσική (ή να αλλάζουμε τον σταθμό του ραδιοφώνου). Όπως άλλωστε είπε ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς μουσικολόγους του 20ού αιώνα, ο σερ Ernest Newman, «o καλός μουσικός ανακαλύπτεται, ενώ ο κακός μουσικός αποκαλύπτεται».18


Γιώργος Αθανασόπουλος είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, διδάκτωρ στη Μουσική Ψυχολογία/Εθνομουσικολογία του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου.)

 

Αφίσα από παράσταση του Niccolò Paganini το 1832. Είναι αξιοσημείωτο ότι το όνομά του εμφανίζεται τέσσερις φορές στη σελίδα.
Ο Franz Liszt, μέγας δεξιοτέχνης αλλά και νάρκισσος, συνέπαιρνε τα πλήθη σε κάθε του εμφάνιση. Εδώ, σε ρεσιτάλ το 1842.
Πέντε φορές επί ... Beyoncé
Justin Bieber: δημιουργία μιας εικόνας προς κατανάλωση, με την υποστήριξη των μεγαλύτερων trendsetters της μουσικής βιομηχανίας
Ο Michael Jackson, αν και νάρκισσος, αποτίνει φόρο τιμής στον James Brown, δίνοντάς του το ΒΕΤ Lifetime Achievement Award το 2003

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1 C. N. DeWall, R. S. Pond Jr, W. K. Campbell, και J. M. Twenge, «Tuning in to Psychological Change: Linguistic Markers of Psychological Traits and Emotions over Time in Popular US Song Lyrics», Psychology of Aesthetics, Creativity, and the Arts, 5(3), 2011, σελ. 200.

2 B. Weiner (επιμ.), Achievement Motivation and Attribution Theory (Morristown, NJ: General Learning Press, 1974). 

3 M. S. Young και D. Pinsky, «Narcissism and Celebrity», Journal of Research in Personality, 40, 2006, σελ. 463–471.

4 Σχετικά με τη ναρκισσιστική οργή, βλ. M. J. Horowitz και R. J. Arthur, «Narcissistic Rage in Leaders: The Intersection of Individual Dynamics and Group Process», International Journal of Social Psychiatry, 34(2), 1988, σελ. 135–141, καθώς και H. Kohut, «Thoughts on Narcissism and Narcissistic Rage», The Psychoanalytic Study of the Child, 27, 1972, σελ. 360–400.

5 Y. J. Malmsteen, Relentless: The Memoir (United States: Turner Publishing Company, 2013).

6 S. Halperin, «Justin Bieber Cover: The Team and Strategy Behind Making Him a Star», 2011. Ανακτήθηκε από τη διεύθυνση: http://www.hollywoodreporter.com/news/justin-bieber-cover-team-strategy-97658

7 J. Mainwaring, Memoirs of the Life of the Late George Frederic Handel (London: R. & J. Dodskey, 1760).

8 A. Furnham, D. J. Hughes και E. Marshall, «Creativity, OCD, Narcissism and the Big Five», Thinking Skills and Creativity, 10, 2013, σελ. 91–98.

9 W. M. Senner, R. Wallace και W. R. Meredith (επιμ.), The Critical Reception of Beethoven's Compositions by His German Contemporaries, τόμ. 2 (Lincoln: University of Nebraska Press, 2001).  

10 R. S. Kahn, Beethoven and the Grosse Fuge: Music, Meaning, and Beethoven's Most Difficult Work (Lanham, Md.: Scarecrow Press, 2010).

11 N. Del Mar, Richard Strauss (London: Barrie and Rockliff, 1962).

12 E. Forbes (επιμ.), Thayer's Life of Beethoven (Princeton, NJ: Princeton University Press, 1967).

13 H. Kelly και J. Foley, Classic FM Musical Anecdotes (London: Hodder & Stoughton, 1998).

14 E. Kirkeby, Ain’t Misbehavin’: The Story of Fats Weller (New York: Da Capo Press, 1975, ομοιότ. έκδ.) .

15 J. Lester, Too Marvelous for Words: The Life and Genius of Art Tatum (New York: Oxford University Press, 1994).

16 J. Kennedy, «#TBT: Watch Michael Jackson Get Emo while Honouring James Brown at the 2003 BET Awards.», 2015. Ανακτήθηκε από τη διεύθυνση: http://www.bet.com/news/music/2015/06/25/tbt-watch-michael-jackson-get-emotional-honoring-james-brown-at-the-2003-bet-awards.html

17 J. M. Twenge και W. K. Campbell, The Narcissism Epidemic: Living in the Age of Entitlement (New York: Simon and Schuster, 2009).

18 D. Watson, The Wordsworth Dictionary of Musical Quotations (Ware: Wordsworth Reference, 1991).

..