Μια επίσκεψη στην έκθεση «Παράξενες Πόλεις: Αθήνα»
ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΒΟΡΩΝΟΥ
   

Η Διπλάρειος Σχολή έγινε ευρέως γνωστή στο φιλότεχνο κοινό της Αθήνας το 2011 χάρις στην 3η Μπιενάλε της Αθήνας, με τίτλο «Μονόδρομος», η οποία φιλοξενήθηκε εκεί και –θα μπορούσε να πει κανείς– σφράγισε τον χώρο με την παρουσία της. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το ιστορικό κτήριο μίας από τις παλαιότερες τεχνικές σχολές της Αθήνας ανοίγει ξανά τις πόρτες του για να στεγάσει άλλη μία μεγάλη διοργάνωση, την έκθεση «Παράξενες Πόλεις: Αθήνα» του Ιδρύματος Ωνάση και της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Η έκθεση πλαισιώθηκε από μεγάλο αριθμό παράλληλων γεγονότων, όπως διαδρομές και περιηγήσεις στην Αθήνα, συζητήσεις, εργαστήρια και εκθέσεις, καθιστώντας σαφή την πρόθεση των διοργανωτών να αποτελέσει ένα «στέκι» για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της, δίνοντας την ευκαιρία στους Αθηναίους να ξαναγνωρίσουν την πόλη τους και να οραματιστούν πώς θέλουν να ζουν μέσα σε αυτήν. 

Αφετηρία και έμπνευση της έκθεσης υπήρξε μια παράξενη ιδέα: πώς θα αναπαριστούσαν την Αθήνα καλλιτέχνες που δεν την έχουν επισκεφθεί ποτέ; Μια πραγματική πρόκληση για τους 24 συμμετέχοντες καλλιτέχνες, κάποιοι από τους οποίους είναι γνωστοί και καταξιωμένοι στο εξωτερικό ενώ άλλοι είναι ανερχόμενοι. Η επιμελητική ομάδα Double Decker (Wilhelm Finger και Μελίτα Σκαμνάκη) επέλεξε καλλιτέχνες διαφόρων ειδικοτήτων, εικαστικούς, ζωγράφους, γραφίστες, φωτογράφους, εικονογράφους και σχεδιαστές υφασμάτων, στους οποίους έστειλε ένα «κουτί έμπνευσης» που περιείχε κάποια στοιχεία τα οποία δίνουν το στίγμα της πόλης χωρίς να την περιγράφουν οπτικά: το ποίημα «Γιασεμί» του Γιώργου Σεφέρη, δύο κεφάλαια από το βιβλίο Η Αθήνα της μίας διαδρομής του Πέτρου Μάρκαρη, το τραγούδι «Μια πόλη μαγική» του Μάνου Χατζηδάκι, το μουσικό κομμάτι «2» του Κωνσταντίνου Βήτα, μια συνταγή για γεμιστά και δώδεκα αρχεία ήχων από την Αθήνα. 

Δεν γνωρίζουμε αν όλοι οι καλλιτέχνες μαγείρεψαν τελικά τα γεμιστά ή αν πράγματι δεν είχαν δει ποτέ φωτογραφίες από την Αθήνα, κάτι που φαίνεται μάλλον απίθανο αν αναλογιστούμε την ιστορία της πόλης αυτής αλλά και την επικαιρότητα των τελευταίων χρόνων της κρίσης, όταν τα φώτα της δημοσιότητας παγκοσμίως είναι μονίμως στραμμένα στην Ελλάδα και γεγονότα όπως τα «Δεκεμβριανά» του 2008 έχουν εξασφαλίσει στην Αθήνα ουκ ολίγα πρωτοσέλιδα στο διεθνή Τύπο. Σίγουρα πάντως τα έργα της έκθεσης δίνουν μια ιδιαίτερη, προσωπική και συχνά ανατρεπτική εικόνα της πόλης.

Η έκθεση διατρέχει ολόκληρο τον 2ο όροφο σε κυκλικό ανάπτυγμα, με τα έργα να καταλαμβάνουν τις αίθουσες εκατέρωθεν του διαδρόμου. Οι περισσότερες αίθουσες φιλοξενούν το έργο ενός μόνο καλλιτέχνη, δίνοντας έτσι σε όλα τα έργα τον απαραίτητο χώρο για να «αναπνεύσουν» και κάνοντας την περιήγηση ευκολότερη. Μερικά από τα έργα κερδίζουν τις εντυπώσεις, όπως η εγκατάσταση Ο μύθος του τζιτζικιού τής εικονογράφου και εικαστικού από τη Σουηδία Emma Löfström. Παρατηρώντας την άγνωστη Αθήνα μέσα από τα μάτια ενός τζιτζικιού, η Löfström δημιουργεί το δικό της υποβλητικό μικροσύμπαν με μια εγκατάσταση που περιλαμβάνει μεγάλων διαστάσεων τυπώματα, animation και γλυπτική από χαρτί.

Ένα άλλο έργο που τραβάει αμέσως την προσοχή είναι ο γεμάτος φως πίνακας του Βρετανού ζωγράφου Adam Dix με τίτλο Καθεδρικός Ναός. Για τον Dix, η Αθήνα παραμένει ασαφής, ένας «μετακινούμενος λαβύρινθος, ιστορικά, κοινωνικά και γεωγραφικά, όπου υπάρχουν τρύπες χρόνου που διαρκώς ανοίγουν και κλείνουν». Ο Καθεδρικός Ναός του είναι ένας χώρος εξίσου ασαφής, τόσο αρχιτεκτονικά όσο και ιστορικά, μέσα στον οποίο βρίσκονται συγκεντρωμένες χωρίς προφανή λόγο γυναίκες ντυμένες απαράλλαχτα μεταξύ τους με μια στολή που φέρνει στον νου απολυταρχικά καθεστώτα ή στρατιωτικού τύπου οργανώσεις. Το φως που λούζει τις γυναίκες έρχεται από ψηλά, από κάποια αθέατη πηγή που βρίσκεται εκτός του ζωγραφικού πεδίου και θυμίζει πράγματι το φως που εισβάλλει από τα ψηλά παράθυρα ενός ναού, για να φωτίσει το παρευρισκόμενο εκκλησίασμα. 

Το φως αποτελεί πηγή έμπνευσης και για τον φωτογράφο Michael Mann από τη Γερμανία, ο οποίος το χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη για να παρουσιάσει μέσα από ψηφιακά επεξεργασμένες φωτογραφίες μεγάλου μεγέθους μιαν Αθήνα πλημμυρισμένη από φως και χρώματα. Άλλη μία φωτογράφος, η Amy Friend από τον Καναδά, δουλεύει απευθείας με το φως, το οποίο αφήνει να περάσει από τη διάτρητη επιφάνεια παλιών φωτογραφιών σχηματίζοντας ενός είδους αστερισμούς που περιγράφουν τις (αποτυπωμένες στη φωτογραφία) ανθρώπινες μορφές. Η Friend δημιουργεί έναν ιδιόμορφο κυκλικό χώρο ο οποίος οριοθετείται από ένα πανί που θυμίζει κουρτίνα. Μέσα στον χώρο αυτόν τοποθετεί περιμετρικά τις φωτογραφίες υποχρεώνοντας τον θεατή να εισέλθει στον κύκλο και να βρεθεί «μέσα» στο έργο.

Αρκετοί είναι οι καλλιτέχνες που επιλέγουν να εκφραστούν με την τεχνική του κολάζ, όπως οι Jesse Treece και John Diebel από τις ΗΠΑ, ο Γάλλος Seb Jarnot αλλά και ο Βρετανός Thomas Robson. Χαρακτηριστικό στοιχείο της έκθεσης είναι επίσης η έντονη παρουσία του ψηφιακού μέσου και των εφαρμοσμένων τεχνών. Κυριαρχούν οι ψηφιακές εκτυπώσεις, το κολάζ, η φωτογραφία, η εικονογράφηση και το βίντεο. Το αποτέλεσμα είναι μια έκθεση οπτικά πλούσια, καλοστημένη, προσβάσιμη στον μέσο θεατή (αν υποθέσουμε ότι αυτός υπάρχει). Ταυτόχρονα, τα αμιγώς εικαστικά έργα, όπως η ελαιογραφία του Dix ή το φτιαγμένο από χάρακες γλυπτό του Αμερικανού γλύπτη Ryan Russo, λειτουργούν ως ανοίγματα σε έναν υπερβατικό χώρο όπου η αναπαράσταση αποτελεί αφετηρία για προσωπικές διαδρομές.

Στο τελευταίο δωμάτιο της έκθεσης ο θεατής μπορεί αν θέλει να δημιουργήσει τη δική του νεκρή φύση, φόρο τιμής στην Αθήνα, χρησιμοποιώντας ετερόκλητα αντικείμενα, όπως μια φοντανιέρα, ένα θερμός, ένα κομπολόι, ένα χτυπητήρι για παπλώματα ή έναν μεταλλικό δίσκο καφενείου, μεταξύ άλλων. Η έκθεση κλείνει με το βίντεο του Χρήστου Σαρρή Έχεις ποτέ;, στο οποίο κάτοικοι ακριτικών περιοχών μιλούν για μιαν Αθήνα που γνωρίζουν μόνο από αφηγήσεις, φωτογραφίες και τηλεοπτικές εικόνες. Βγαίνοντας από τη Διπλάρειο και προχωρώντας προς την Ομόνοια ένα γκρίζο μεσημέρι Σαββάτου, μέσα σε μια γενικευμένη κατήφεια λόγω του πρόσφατα προκηρυχθέντος δημοψηφίσματος και του αδιεξόδου στο οποίο φαίνεται να έχει φτάσει η χώρα, η πολύχρωμη, φωτεινή, σουρεαλιστική, παιχνιδιάρικη, λίγο ώς πολύ κιτς αλλά και ατμοσφαιρική Αθήνα των 24 δημιουργών φαντάζει ως ένα θελκτικό καταφύγιο, μια ευπρόσδεκτη ουτοπία.


(Η Αγγελική Σβορώνου είναι εικαστικός-φωτογράφος.)

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Κορυφή της σελίδας