Η τροφή ως πνεύμα και το πνεύμα ως τροφή στο Βυζάντιο
ΓΡΑΦΕΙ Η ΝΙΚΗ ΤΣΙΡΩΝΗ
   

«Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος θεοῦ». Με τα λόγια αυτά απαντά ο Χριστός σε έναν από τους πειρασμούς στους οποίους υποβάλλεται σύμφωνα με το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (4:4), σε έναν κόσμο όπου η επιβίωση διασφαλίζεται μέσω της τροφής και η τροφή μέσω της σκληρής εργασίας του ανθρώπου. Έτσι, η τροφή, τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη, λειτουργεί ως ισχυρό σύστημα αναφοράς με συμβολισμούς που παραπέμπουν στην αναγκαιότητά της και ταυτόχρονα στην πνευματική της διάσταση. Η υπόσχεση και η παροχή της τροφής γίνονται τρόπος επικοινωνίας μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων στις περιπέτειες του Ισραήλ, με το μάννα να σώζει επί σαράντα χρόνια τον περιούσιο λαό, στον οποίο τελικά χαρίζεται η γη της επαγγελίας. 

Η γη της επαγγελίας λειτουργεί διαχρονικά, μέχρι και τον 21ο αιώνα, ως μεταφορά για τη σωτηρία του ανθρώπου από τη δουλεία. Στη Γένεση, η παρακοή που γίνεται αιτία της εκδίωξης του ανθρώπου από τον Παράδεισο δεν αποτελεί νοητική διαδικασία αλλ' αντιθέτως είναι μια πράξη χειροπιαστή, όπου το χέρι φέρνει τον καρπό στο στόμα. Στην πράξη συμμετέχουν οι αισθήσεις: η αφή και η γεύση. Ο Θεός ρωτάει τον Αδάμ γιατί κρύβεται, και από εκεί ξεκινά να ξετυλίγεται το αφηγηματικό νήμα της αγωνίας για την αναζήτηση της τροφής και την αναζήτηση της κοινωνίας με τον Θεό.  

«Είμαστε ό,τι τρώμε». Η φράση προέρχεται από τον Jean Anthelme Brillat-Savarin, ο οποίος, το 1826, στο έργο του Physiologie du Goût ή Méditations de Gastronomie Transcendante, έγραψε: «Πες μου τι τρως για να σου πω ποιος είσαι». Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ludwig Andreas Feuerbach, σε ένα άρθρο του με τίτλο «Περί πνευματισμού και υλισμού», έγραψε ότι ο άνθρωπος είναι ό,τι τρώει. Οι ρίζες της αντίληψης αυτής –που έχει χρησιμοποιηθεί ευρύτατα από διατροφολόγους και διαιτολόγους τα τελευταία χρόνια– έχει θρησκευτικές καταβολές. Στη Δύση, αυτές ανάγονται στον πρώτο αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας, τον Thomas Cranmer (14891556), ένα πρόσωπο εξαιρετικής εμβέλειας και επιρροής, το οποίο, πέρα από τη συμβολή του στη συγγραφή και προώθηση λειτουργικών βιβλίων, έγραψε το 1546 μια προσευχή σε ποιητικό ιδίωμα, τονίζοντας την ταύτιση ανθρώπου και Θεού μέσω της Θείας Ευχαριστίας. 

Και στην Ανατολή, όμως, η ευχαριστιακή θεολογία, δηλαδή η θεολογία που αναπτύσσεται με άξονα την ερμηνεία της Θείας Κοινωνίας, αναδεικνύεται σε κεντρικό θέμα εξέχουσας σημασίας. Η γεύση της αθανασίας, της οποίας μέτοχος γίνεται ο πιστός, μετατρέπεται σε αναβαθμό που φέρνει τον άνθρωπο στην εμπειρία του Θεού, όπως ακριβώς το είχε εκφράσει ο Κύριλλος Αλεξανδρείας μέσω της θεωρίας του περί της αντίδοσης ιδιωμάτων, δηλαδή της μετοχής της μίας φύσης στην εμπειρία της άλλης (της ανθρώπινης στη θεϊκή και αντιστρόφως) μέσω της Σάρκωσης του Χριστού. 

Η έμφαση στη Σάρκωση τονίζεται μέσα από το πρόσωπο και την εικονογραφία της Θεοτόκου, ιδιαίτερα δε μέσα από τον τύπο που έγινε γνωστός ως «Γαλακτοτροφούσα». Πράγματι, ο τύπος αυτός τονίζει τη φυσική σχέση της μητέρας με το βρέφος, καθώς και τη σημασία της τροφής για την κατάδειξη της ανθρώπινης υπόστασης του Ενανθρωπισμένου Λόγου. Η τροφή μέσα στους αιώνες αποτελεί επιβεβαίωση αγάπης, είτε πρόκειται για τον περιούσιο λαό είτε για την αγάπη της Παρθένου που περιβάλλει το Βρέφος. Η τροφή γίνεται όχημα, μέσο και οδός για τη σωτηρία, όπου αναστρέφεται η εκδίωξη από τον Παράδεισο. Η σωτηρία έχει τη γεύση της αιωνιότητας και η αιωνιότητα έχει γεύση. Οι αισθήσεις επιβεβαιώνουν την απτότητα του αόρατου και του επερχόμενου. 


(Η Νίκη Τσιρώνη είναι βυζαντινολόγος στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.)
Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Κορυφή της σελίδας