Αχαρτογράφητα ρεύματα
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
   

Τάσος Μπίρης, Στέλιος Γιαμαρέλος, Αχαρτογράφητα ρεύματα: Μια συζήτηση για την Αρχιτεκτονική, τη διδασκαλία της και το δίπολο Μοντέρνου-Μεταμοντέρνου στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, 1974–2000, Αθήνα: Μελάνι, 2014, 312 σελ. ΙSBN 978-9609530934


Τα Αχαρτογράφητα ρεύματα αποτελούν την καταγραφή και εκ των υστέρων επεξεργασία μιας συνέντευξης του αρχιτέκτονα Τάσου Μπίρη στον επίσης αρχιτέκτονα και ιστορικό Στέλιο Γιαμαρέλο, με αντικείμενο τη διδασκαλία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια και τη διείσδυση των μεταμοντέρνων θεωριών στην ελληνική αρχιτεκτονική σκηνή.

Το βιβλίο έρχεται λοιπόν να ανοίξει έναν σημαντικό φάκελο της ιστορίας της μεταπολεμικής ελληνικής αρχιτεκτονικής και της ιστορίας της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, μέχρι σήμερα κλειστό και σχεδόν πλήρως ανεξερεύνητο: τον φάκελο του «Μεταμοντέρνου». Η γοητεία του βιβλίου όμως δεν έγκειται μόνο στο θέμα του, αλλά και, κυρίως, στη διά του λόγου αντιπαράθεση δύο αρχιτεκτόνων με ηλικιακή απόσταση τριών τουλάχιστον γενεών μεταξύ τους, με διαφορετικές προσωπικότητες και διαφορετικά γνωσιολογικά και θεωρητικά υπόβαθρα – εντέλει, δύο διαφορετικών σχολών σκέψης. 

Ο υποκειμενικός «ηθικός» λόγος ενός αρχιτέκτονα εφαρμογής της γενιάς του 1965 απαντά στον «αντικειμενικό» επιστημονικό λόγο ενός ιστορικού και θεωρητικού της γενιάς του 2005. Το αρχιτεκτονικό έργο του Τάσου Μπίρη έχει αποτελέσει επανειλημμένα αντικείμενο μελέτης. Αυτό που κυρίως έχει ενδιαφέρον σε σχέση με το εξεταζόμενο βιβλίο είναι ότι η διαρκής ανανέωση που το χαρακτηρίζει, σε νοηματικό και συντακτικό επίπεδο, είναι ευθέως συναρτημένη με την εκπαιδευτική εμπειρία του Μπίρη και ανατροφοδοτείται από αυτήν.

Ο Στέλιος Γιαμαρέλος, από την άλλη πλευρά, στήνει τα τελευταία χρόνια με μεθοδικότητα και, κυρίως, με θεωρητική επάρκεια και φαντασία μια συστηματική ιστοριογραφική προσέγγιση της ελληνικής αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του ’80 και του Μεταμοντέρνου στην Ελλάδα, μέσα από μια σειρά κειμένων ή εισηγήσεών του, δημοσιευμένων ή αναρτημένων σε ελληνικές ή βρετανικές εκδόσεις. 

Δύο βασικοί άξονες τραβούν το ενδιαφέρον μου στα Αχαρτογράφητα ρεύματα. Ο πρώτος άξονας αφορά τον προσδιορισμό του όρου «Μεταμοντέρνο» και τη διερεύνηση της διείσδυσης του φαινομένου του «Μεταμοντερνισμού» στην ελληνική αρχιτεκτονική, από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Ο δεύτερος αφορά την ενδεχόμενη διάχυση των «μεταμοντέρνων» θεωριών στη διδασκαλία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης στη Σχολή Αρχιτεκτόνων της Αθήνας μετά τη μεταπολίτευση.

Η πρώτη, εξαιρετικά πυκνή και ενδιαφέρουσα καταγραφή των σκέψεων του Μπίρη για το «μεταμοντέρνο» φαινόμενο παρουσιάστηκε δεκαπέντε χρόνια πριν, το 2000, σε διάλεξή του στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, με τίτλο «Η αρχιτεκτονική στην αρχή της νέας χιλιετίας». Σε αυτήν διατυπώνονται για πρώτη φορά συνεκτικά οι θέσεις του για την «ηθική» του μοντέρνου, «το ασκητικό, το απλό, το γυμνό, το οικουμενικό» του συντακτικού του, την αρχιτεκτονική «με ελάχιστα μέσα», το «στοιχειώδες κατασκευαστικό σύστημα της δοκού επί στύλων». 

Ο Μπίρης εντόπισε τότε στα φαινόμενα του «Μεταμοντέρνου», ως «γενετικά χαρακτηριστικά» του, τα «σημάδια της μεταλλασσόμενης ωφελιμιστικής κοινωνίας», διέβλεψε το «έλλειμμα πραγματικού ιδεολογικού και κοινωνικού ερείσματος» της αρχιτεκτονικής. Μιλώντας με όρους «ηθικούς» και όχι κριτικούς, ανήγαγε το «Μεταμοντέρνο» σε διαρκές κοινωνικό σύμπτωμα. Στα Αχαρτογράφητα ρεύματα το θεωρεί, μαζί με τον «διαρκή», όπως τον αποκαλεί, μοντερνισμό, μέρος μιας διαχρονικής συζυγίας, που, αν και αποφεύγει να το διατυπώσει με σαφήνεια, συνιστά γι’ αυτόν μια συζυγία «θετικού-αρνητικού», «καλού και κακού». 

Επεκτείνοντας, κατά συνέπεια, αξιωματικά, σε διαδοχικές του απαντήσεις, το εύρος του όρου «Μεταμοντέρνο» στο μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς και της ελληνικής αρχιτεκτονικής παραγωγής από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά, ο Τάσος Μπίρης αποδίδει κοινά χαρακτηριστικά σε αρχιτεκτονικές εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, τόσο ως προς το δομικό και μορφολογικό τους συντακτικό, όσο και ως προς τις φιλοσοφικές και ιδεολογικές αρχές τους. Είναι ένα σημείο στο οποίο μπορούν να διατυπωθούν ισχυρές ενστάσεις, αφού, κατά τη γνώμη μου, τα διαφορετικά αρχιτεκτονικά ρεύματα της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου στην Ευρώπη και την Αμερική, που υπήρξαν κριτικά προς τον μεταπολεμικό φονξιοναλισμό και το λεγόμενο «διεθνές στυλ» και κωδικοποιήθηκαν με τον όρο «Μεταμοντέρνο», έχουν το καθένα διακριτές θεωρητικές αφετηρίες και διακριτά συντακτικά και τυπολογικά χαρακτηριστικά. Και, παρά τη ριζοσπαστική τους διάσταση, πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτά τα ρεύματα έχουν τις ρίζες τους στις επίσης ποικίλες (και συχνά αντικρουόμενες) κριτικές εκφάνσεις του ίδιου του μοντέρνου που εμφανίστηκαν μετά τον πόλεμο, κάτι που επισημαίνει εύστοχα και ο Στέλιος Γιαμαρέλος μέσα από τις ερωτήσεις του.

Ο δεύτερος άξονας του βιβλίου, στον οποίο ο Τάσος Μπίρης αναφέρεται στη διείσδυση του «Μεταμοντέρνου» στην ελληνική αρχιτεκτονική εκπαίδευση μετά τη μεταπολίτευση, παρουσιάζει επίσης αναμφισβήτητο ενδιαφέρον. Ανακαλούνται πρόσωπα και περιστατικά και επιχειρείται να σκιαγραφηθεί το τοπίο μιας ισχυρής, αν και «γόνιμης», αντιπαράθεσης μεταξύ ομάδων διδασκόντων στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, με άξονα τη διδασκαλία των αρχιτεκτονικών συνθέσεων. 

Αν και θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει και εδώ ενστάσεις σε σχέση με την επάρκεια της καταγραφής, η οποία αφορά μια εκτενή χρονική περίοδο, περίπου 35 χρόνων, ή σε σχέση με την ενδεχόμενη εκ των υστέρων «λείανση» των αναμνήσεων –αδυναμίες της προφορικής ιστορίας για τις οποίες μας προειδοποιεί έγκαιρα ο Στέλιος Γιαμαρέλος στις δικές του παρεμβάσεις–, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι δύο συγγραφείς ανοίγουν εδώ μιαν απαραίτητη συζήτηση για την ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης, ενόσω ακόμη είναι παρόντες οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές της. Στο τελευταίο άλλωστε μέρος της συνομιλίας γίνεται μια απόπειρα σκιαγράφησης, μέσα από την αφήγηση του Τάσου Μπίρη, μιας «ιστορίας» της εκπαίδευσης στη Σχολή της Αθήνας των τελευταίων σαράντα χρόνων, ως ιστορίας προσωπικών συμβολών∙ με την αναφορά δηλαδή στο σύνολο σχεδόν των συναδέλφων του, πάντα με θετικό πρόσημο, που υποστηρίζεται επίσης από την παράθεση στο τέλος του βιβλίου αναλυτικών βιογραφικών σημειωμάτων. 

Δεν παύει να παραμένει ωστόσο ανοικτό το κατά πόσον το «Μεταμοντέρνο» διδάχθηκε εντέλει στα έδρανα στης Αρχιτεκτονικής Σχολής της Αθήνας, με εξαίρεση τις κοινωνιοκεντρικές θεωρήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου μιας ομάδας διδασκόντων, που εντάσσονταν μεν στις μεταμοντέρνες προβληματικές συμμετοχικού σχεδιασμού και κριτικής των πολεοδομικών κυρίως θέσεων του μοντέρνου και της κοινωνίας της κατανάλωσης, έθιγαν όμως ελάχιστα τα ζητήματα αρχιτεκτονικής τυπολογίας, σύνταξης ή μορφολογίας που επεξεργάστηκαν οι μεταμοντέρνες προσεγγίσεις στην Ευρώπη και την Αμερική. 

Πέρα όμως από τις ενστάσεις, νομίζω ότι τα Αχαρτογράφητα ρεύματα ανοίγουν έναν δρόμο. Γιατί είναι φανερό ότι, αν και η ιστορία της εκπαίδευσης στις ελληνικές αρχιτεκτονικές σχολές δεν μπορεί να παρακάμψει την αρχειακή έρευνα, οι προφορικές μαρτυρίες των πρωταγωνιστών παραμένουν πολύτιμες∙ πολύτιμες ως τεκμήρια αλλά και ως προσωπογραφίες, ιδιαίτερα όταν αποτελούν καρπό μιας συνέντευξης δομημένης με αναμφισβήτητη επιστημονική μεθοδολογία, όπως αυτή που στήνει ο Στέλιος Γιαμαρέλος με τον Τάσο Μπίρη.


(Ο Παναγιώτης Τσακόπουλος είναι αρχιτέκτων.)

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Κορυφή της σελίδας