Το Ωραίο: H παρακαταθήκη μιας αρχαιοελληνικής ιδέας – Διάλεξη του David Konstan στη Βιβλιοθήκη & Μουσείο Morgan της Νέας Υόρκης
ΑΠΟΔΟΣΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΛΗΔΑ ΜΠΟΥΖΑΛΗ

Η φύση του ωραίου είναι συνυφασμένη με ένα δίλημμα. Αφενός, είναι φυσικό να συνδέεται με την ερωτική έλξη∙ αφετέρου, στον τομέα της αισθητικής, η ομορφιά θεωρείται ότι αποτελεί στοιχείο των έργων τέχνης, αλλά και των φυσικών φαινομένων, χωρίς απαραιτήτως να προκαλεί ερωτική επιθυμία στον θεατή. Έχουν κάτι κοινό αυτές οι δύο έννοιες του ωραίου;  

Στο πρόσφατο βιβλίο του, με τίτλο Beauty, ο Roger Scruton θέτει το ερώτημα κατά πόσον υπάρχουν δύο είδη ομορφιάς –η ομορφιά των ανθρώπων και εκείνη της τέχνης– και απαντά αρνητικά. Τείνω να συμφωνήσω μαζί του, όμως το πρόβλημα παραμένει: σε τι διαφέρει το είδος της ομορφιάς που μας κρατά σε ευλαβική απόσταση όταν βλέπουμε ένα έργο τέχνης από το είδος της ομορφιάς που μας κινητοποιεί ερωτικά;

Κατά την αρχαιότητα, αλλά και αργότερα, συναντούμε συχνά την ιστορία της χριστιανής η οποία διώκεται όχι μόνον επειδή αρνείται να ασπαστεί τους παγανιστικούς θεούς, ή τη θεότητα του αυτοκράτορα, αλλά και επειδή δεν υποκύπτει στις ορέξεις ισχυρών ανδρών, οι οποίοι προσελκύονται από την ομορφιά της. 

Η ονομαστή ομορφιά της μετέπειτα Αγίας Μαρίνας τράβηξε την προσοχή του Ρωμαίου επάρχου Ολυβρίου, ο οποίος, όταν αυτή τον απέρριψε, την υπέβαλε σε τρομερά μαρτύρια προτού τη θανατώσει. Βλέπουμε εδώ τον διπλό ρόλο που αποδίδεται στην ομορφιά της Μαρίνας. Από τη μία πλευρά, είναι η ομορφιά που κάνει τον Ολύβριο να ποθήσει τη Μαρίνα∙ πρόκειται, επομένως, για καθαρώς σαρκικό είδος ομορφιάς. Από την άλλη πλευρά, πρόκειται συγχρόνως για ομορφιά πνευματικής φύσεως, για ένα είδος που δεν προκαλεί επιθυμία, αλλά, αντιθέτως, εγκράτεια.

Αντίστοιχη περίπτωση υπήρξε η μετέπειτα Οσία Πολυξένη, η οποία μεταμφιέζεται σε άνδρα για να αποφύγει τους διώκτες της, ρίχνεται στα λιοντάρια αλλά γλιτώνει άθικτη, με αποτέλεσμα οι αυτόπτες μάρτυρες του θαύματος να ασπαστούν τον χριστιανισμό. Η ομορφιά της ηρωίδας δεν αντιμετωπίζεται ως σύμβολο αρετής ή πνευματικής αγνότητας ούτε στην ιστορία της Πολυξένης ούτε σε ανάλογους μύθους της Κλασικής Εποχής. Μάλιστα, η ομορφιά θεωρείται ορισμένες φορές το αντίθετο της αρετής, μια ιδιότητα που ενέχει κινδύνους, όπως στην περίπτωση της Ωραίας Ελένης.

Ο έντονος συσχετισμός μεταξύ ομορφιάς και σεξουαλικής έλξης στα κείμενα αυτά δεν μας εκπλήσσει, δεδομένης της ισχύουσας θεώρησης της ομορφιάς κατά την Κλασική Εποχή. Τα πράγματα ωστόσο περιπλέκονται λόγω μιας σύγχυσης που διαπιστώνεται στο αρχαιοελληνικό λεξιλόγιο: το «καλό» θεωρείται συνήθως συνώνυμο με το «το ωραίο». Η δυσκολία σε αυτή την εξίσωση έγκειται στο ότι η λέξη «καλός» επιδέχεται πλήθος ερμηνειών: ορισμένες φορές σημαίνει πράγματι «ωραίος», όμως πολύ συχνά αποδίδεται και ως «ενάρετος», «ευγενής», «έξοχος», «άριστος». Δηλαδή η ίδια λέξη μπορεί να περιγράψει ιδιότητες ενός αντικειμένου, μιας καλοφτιαγμένης πανοπλίας για παράδειγμα, αλλά και να αποδώσει αφηρημένες έννοιες για τον ανθρώπινο χαρακτήρα ή τον νόμο. Το «καλό» έχει πράγματι μεγάλη ευρύτητα χρήσεων και, μάλιστα, στο καθιερωμένο ελληνοαγγλικό λεξικό των Liddell και Scott, αποδίδεται ως «beauty» («ομορφιά»), αλλά και ως «virtue» («αρετή») και «honor («τιμή»). 

Το περιοδικό Classical Philology, που  εκδίδεται από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου, αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος στο θέμα «Βeauty, Harmony and the Good» [«Η Ομορφιά, η Αρμονία και το Καλό»]. Στις σελίδες του, ο διακεκριμένος μελετητής της φιλοσοφίας Aryeh Kosman επισημαίνει ότι η χρήση της λέξης «καλό» από τον Αριστοτέλη προκαλεί αμηχανία και σύγχυση, στον βαθμό που στη λέξη «καλό» αποδίδεται συνήθως η έννοια «ομορφιά» ή «το ωραίο». Και δίνει το εξής παράδειγμα: όταν ο Αριστοτέλης γράφει ότι ένα θαρραλέο άτομο υπομένει κάτι στο πεδίο της μάχης προς χάριν του «καλού», δεν εννοεί προς χάριν της ομορφιάς, αλλά της τιμής. Σύμφωνα με τον Kosman, αυτό οδηγεί ίσως στο συμπέρασμα πως οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν μία συγκεκριμένη έννοια για την ομορφιά, ο ίδιος όμως δεν το αποδέχεται. 

Επίσης, ο Umberto Eco, στο βιβλίο του Η ιστορία της ομορφιάς [Καστανιώτης, 2004] δηλώνει κατηγορηματικά ότι η ομορφιά δεν είχε αυτόνομη νοηματική υπόσταση στην Αρχαία Ελλάδα, δεν αποτελούσε δηλαδή ξεχωριστή έννοια. Η ίδια η λέξη «καλό», που μόνο λανθασμένα μπορεί να μεταφραστεί με τον όρο «ωραίο», θα έπρεπε να μας θέτει σε ερμηνευτική επιφυλακή.

Η έλλειψη συγκεκριμένου όρου για την έννοια της ομορφιάς δεν αποτελεί απόδειξη ότι οι Έλληνες αγνοούσαν αυτή την ιδέα, αλλά μας δυσκολεύει να προσδιορίσουμε τι θεωρούσαν πως είναι η ομορφιά. Η ουσία του βιβλίου μου (Beauty: The Fortunes of an Ancient Greek idea, The Onassis Series in Hellenic Culture, Oxford: Oxford University Press, 
2015) είναι ότι υπάρχει πράγματι μία αρχαία ελληνική λέξη που προσεγγίζει τη σύγχρονη έννοια της ομορφιάς: το «κάλλος». Το ουσιαστικό αυτό, αν και, ολοφάνερα, προσεγγίζει ετυμολογικά το επίθετο «καλός», έχει εντούτοις πολύ πιο περιορισμένο εύρος ερμηνειών. 

Για παράδειγμα, στην Ιλιάδα αναφέρεται ότι οι θεοί προίκισαν τον Βελλεροφόντη με «κάλλος» και ελκυστική αρρενωπότητα. Ο Πάρις έχει το χάρισμα της ομορφιάς, γι' αυτό και γοητεύει την Ελένη. Ο Αχιλλέας περιγράφει την τέλεια ομορφιά μιας γυναίκας ως αντίστοιχη της Αφροδίτης, η οποία αποτελεί, φυσικά, το πρότυπο της αθάνατης ομορφιάς. Στον ομηρικό ύμνο Εἲς Ἀφροδίτην, η θεά ερωτεύεται τον πατέρα του Αινεία, τον Αγχίση, που διαθέτει το θεϊκό χάρισμα της ομορφιάς. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Δίας μεταμορφώνεται σε αετό, αρπάζει τον πανέμορφο Γανυμήδη και τον μεταφέρει στον Όλυμπο, όπου γίνεται οινοχόος των θεών χάρις στην απαράμιλλη ομορφιά του. Η διαφορά ανάμεσα στο ουσιαστικό «κάλλος» και στο επίθετο «καλό» φαίνεται καθαρά σε ένα ποίημα του Θεόκριτου, σύμφωνα με το οποίο η ομορφιά (το «κάλλος») ενός αγοριού είναι πράγμα έξοχο («καλόν») αλλά διαρκεί λίγο.

Από τα προηγούμενα παραδείγματα διαπιστώνουμε ότι η έννοια της ομορφιάς είναι συνυφασμένη με τη σεξουαλική έλξη και επιθυμία. Χρησιμοποιείται συχνότερα για τις γυναίκες ή για τους νέους άνδρες που προσελκύουν το σεξουαλικό ενδιαφέρον. Στις περιπτώσεις, μάλιστα, που αποδίδεται σε ώριμους άνδρες, συχνά φέρει αρνητικό νόημα. Οι ενήλικοι άνδρες θεωρούνταν υποκείμενα, και όχι αντικείμενα, ερωτικού πάθους. Για την Αφροδίτη λέγεται ότι διαθέτει «κάλλος», όμως ο όρος δεν χρησιμοποιείται για την Αρτέμιδα ή την Αθηνά, θεές παρθένες, οι οποίες δεν συνδέονται με την ερωτική επιθυμία. Εξυμνούνται άλλες ιδιότητές τους, οι οποίες σχετίζονται με τη δύναμη, τη σοφία και την εξουσία. Πιστεύω, λοιπόν, ότι ενώ το «κάλλος» ως ομορφιά δεν υπάρχει ως ξεχωριστή έννοια, όταν το εξετάσει κανείς προσεκτικά διαπιστώνει ότι σχετίζεται άμεσα με την ερωτική έλξη.

Προσδιορίζοντας τι είναι αυτό που καθιστά ωραίο το ανθρώπινο σώμα, οι αρχαίοι Έλληνες κατατάσσουν ως πρώτες και κυριότερες ιδιότητες την αναλογία και τη συμμετρία. Ο γλύπτης Πολύκλειτος, στα τέλη του 5ου αι. π.Χ., παρουσίασε έμπρακτα τις ιδιότητες αυτές, και μάλιστα με μαθηματική ακρίβεια, στο περίφημο χάλκινο άγαλμά του Δορυφόρος, που έγινε γνωστό και ως Κανών. Μαρμάρινο αντίγραφό του βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο της Νάπολης. Εάν η ομορφιά βρίσκεται στις αναλογίες, τότε θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι και άλλα πράγματα, τοπία, ζώα, ολόκληρες πόλεις ή ακόμη και ένα λογοτεχνικό ύφος διαθέτουν «κάλλος», εφόσον διαθέτουν αναλογίες και συμμετρία. Τίποτε όμως από όσα έχουμε εξετάσει δεν συνδέει το «κάλλος» με την αρετή ή την αγνότητα. Αντίθετα, το «κάλλος» σχετίζεται με την ελκυστικότητα στους ανθρώπους και με την ομορφιά στα υπόλοιπα πλάσματα και πράγματα. Παρ' όλα αυτά, το «κάλλος», το ωραίο, συνδέθηκε κάποια στιγμή με πράγματα άυλα, και υπεύθυνος γι' αυτή την εξέλιξη είναι ο Πλάτων.

Όταν ο Πλάτων περιγράφει ως ωραίες τις υπερβατικές μορφές πέρα από τον φυσικό κόσμο, τις άυλες ιδέες, τους αποδίδει την ιδιότητα μιας ομορφιάς ορατής μόνο στα μάτια του νου. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η ψυχή έλκεται σε αυτό το ανώτερο βασίλειο της ομορφιάς από τον έρωτα. Τα πράγματα του ορατού κόσμου, αφού αποτελούν απλώς είδωλα του ιδεατού, υστερούν σε ομορφιά σε σύγκριση με εκείνες τις υπάρξεις που βρίσκονται πέραν των αισθήσεων. Δεν υπάρχει κάποια ένδειξη στον Πλάτωνα ότι ωραίοι είναι όσοι έχουν ενάρετη ή εκλεπτυσμένη ψυχή. Μπορεί να έλκομαι από την ομορφιά και, μέσω αυτής, από έναν ανώτερο κόσμο, όμως ο Πλάτωνας ουδέποτε διατείνεται ότι ο άνθρωπος που διαθέτει ομορφιά είναι και ο πιο ενάρετος. Επιπλέον, η επιθυμία που προκαλεί η ομορφιά συνδέεται με τη σεξουαλική έλξη. Επομένως, ούτε ο Πλάτων παρέχει λύση στο δίλημμα του Scruton.

Ο νεοπλατωνιστής Πλωτίνος (Περὶ τοῦ καλοῦ [Ἐννεάς Α]) αναφέρει ότι το ωραίο αφορά κυρίως το ορατό, αλλά μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα πράγματα, όπως η λογοτεχνία και η μουσική, διότι και αυτά μπορεί να είναι τέλεια χάρις στις αναλογίες, τις συμμετρίες και τις αρμονίες τους. Και προχωρεί υποστηρίζοντας πως ακόμη και οι αρετές μπορεί να διαθέτουν ένα είδος ομορφιάς, για το οποίο αναρωτιέται εάν είναι το ίδιο με την ομορφιά της ανθρώπινης όψης. Θέτει δηλαδή το ίδιο ερώτημα με τον Scruton. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύει, απαντά ο ίδιος, και δίνει ως παράδειγμα την ομορφιά μιας ιδέας. Οι ιδέες είναι απλές, δεν αποτελούνται από μέρη, και κάτι το οποίο δεν έχει μέρη δεν μπορεί να διαθέτει αναλογίες. Επομένως, η ομορφιά έγκειται μάλλον σε κάτι πέρα από τις αναλογίες. Στη συνέχεια, όμως, ο Πλωτίνος αναφέρεται στην πνευματική ομορφιά, λέγοντας ότι το άτομο που θα δει αυτή την ομορφιά θα κυριευθεί από πάθος, πόθο, θαυμαστή αγαλλίαση, και θα βιώσει την αληθινή αγάπη με σφοδρή επιθυμία. Βλέπουμε, λοιπόν, να επαναλαμβάνεται και εδώ ο συσχετισμός ανάμεσα στην ομορφιά του ιδεατού και την ερωτική έλξη.

Άραγε, ο πλατωνισμός παρέχει τελικά μια ικανοποιητική απάντηση στο δίλημμα που θέτει ο Roger Scruton ή, ακόμη περισσότερο, στην αφήγηση και την αναπαράσταση της ζωής της Αγίας Μαρίνας; Μήπως θα πρέπει να δούμε στην ομορφιά της Παρθένου Μαρίας και της Αγίας Μαρίνας ένα είδος κυριολεκτικής ομορφιάς και να κυριευθούμε από ερωτικό πάθος και επιθυμία, όπως το περιγράφει ο Πλωτίνος; Μήπως αυτό βλέπουμε όταν αντικρίζουμε την πνευματική αγάπη ή μήπως θα έπρεπε να πούμε ότι η απόπειρα να συνδυαστεί η ομορφιά ως σωματική έλξη με την ομορφιά ως ένδειξη θεϊκής αγνότητας είναι καταδικασμένη, ακριβώς λόγω των περιπτώσεων όπως εκείνη της Αγίας Μαρίνας, όπου είναι αδύνατον να τη δει κανείς ταυτόχρονα ως ερωτικά επιθυμητή –ενώ λογικά θα πρέπει να ήταν, αφού προσείλκυσε το ενδιαφέρον του Ρωμαίου επάρχου– και ως σύμβολο αγνότητας λόγω της ομορφιάς της;

Άλλο παράδειγμα είναι ο αποκεφαλισμός του στρατηγού Ολοφέρνη από την Ιουδήθ, η οποία μπήκε κρυφά στο στρατόπεδο, τον γοήτευσε και τον σκότωσε ενώ ήταν μεθυσμένος, με αποτέλεσμα να νικήσουν οι Εβραίοι. Αυτός ο μύθος, όπως και της Μαρίνας, δεν αποκτά νόημα παρά μόνο εάν συμπεράνουμε ότι η ομορφιά της Ιουδήθ δεν είναι απλώς πνευματική, δεδομένου ότι κατάφερε να σαγηνεύσει τον Ολοφέρνη.

Σύμφωνα με μία ακόμη εκδοχή, ένα έργο τέχνης διαθέτει από μόνο του ομορφιά, ακόμη και αν αυτά που απεικονίζει δεν είναι ελκυστικά. Είναι ένα θέμα το οποίο εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης όσων ασχολούνται με τον φιλοσοφικό κλάδο της Αισθητικής, αν και δεν νομίζω ότι κατά την κλασική αρχαιότητα γινόταν ποτέ τέτοια διάκριση.

Θα φέρω εδώ ως παράδειγμα τον περίφημο πίνακα του Matisse Γαλάζιο Γυμνό (1907). Όταν τον πρωτοείδε ο Picasso, τον θεώρησε απαίσιο, αλλά στη συνέχεια επηρεάστηκε από αυτόν και ζωγράφισε τις Δεσποινίδες της Αβινιόν. Ο διάσημος καθηγητής Φιλοσοφίας Αλέξανδρος Νεχαμάς, στο πρόσφατο βιβλίο του Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας: Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή [Νεφέλη, 2010] επιμένει ότι ο πίνακας του Matisse είναι ένα πανέμορφο έργο τέχνης, ενώ ο διακεκριμένος τεχνοκριτικός και φιλόσοφος Arthur Danto, στο βιβλίο του The Abuse of Beauty: Aesthetics and the Concept of Art [Η κατάχρηση της ομορφιάς: Η αισθητική και η έννοια της τέχνης, 2003] το χαρακτηρίζει ως έναν καλό ή και σπουδαίο πίνακα, αλλά κάθε άλλο παρά ωραίο. 

Θεωρώ ότι η αντίθεση ανάμεσα στην ομορφιά της Μαρίνας, η οποία διεγείρει τον Ρωμαίο έπαρχο, και την πνευματικότητά της, η οποία αντικατοπτρίζεται στη γαλήνια ή και όμορφη όψη της καθώς υφίσταται το μαρτύριό της, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτό το πρόβλημα όσο επιμένουμε να χρησιμοποιούμε την έννοια της ομορφιάς σε τόσο διαφορετικές κατηγορίες.

Η λέξη «ωραίο», με την πληθώρα των εννοιών της, περιλαμβάνεται στο λεξιλόγιό μας και μπορούμε να την εκμεταλλευθούμε με τον καλύτερο τρόπο, αλλά κατά περίπτωση. Θεωρώ ότι είναι σκόπιμο να διατηρήσουμε μια έννοια του ωραίου για πράγματα τα οποία είναι ελκυστικά ή γοητευτικά σε αντιστοιχία με την αρχική έννοια του «κάλλους» στην αρχαία ελληνική γλώσσα, και να μην προσπαθούμε να χρησιμοποιούμε την ίδια έννοια για να περιγράψουμε αυτό που ο Javier Moscoso ονομάζει «πνευματική ομορφιά της νέας γυναίκας μέσω του σώματός της», ούτε να θεωρούμε ότι η ομορφιά, με κάποιον τρόπο, μετατρέπει το σώμα της σε μάρτυρα της αλήθειας και ναό της σωτηρίας.

Όπως γράφει ο Αλέξανδρος Νεχαμάς, ο Πλάτων και οι αρχαίοι δεν φοβούνταν να διακινδυνεύσουν τη γλώσσα του πάθους, καθότι θεωρούσαν πως το ωραίο, ακόμη και η ομορφιά πεζών αντικειμένων, μπορεί σταδιακά να εμπνεύσει την επιθυμία για την καλοσύνη και την αλήθεια. Αντίθετα με τον Πλάτωνα, ο Νεχαμάς δεν πιστεύει πως η αναζήτηση του ωραίου οδηγεί απαραίτητα στην αρετή και την ευτυχία. Όμως συμμερίζεται την άποψη του αρχαίου φιλοσόφου ότι το ωραίο αποτελεί το έναυσμα για δημιουργία και ότι ορισμένες φορές έχει ως αποτέλεσμα οι δημιουργοί να γίνονται και ίδιοι ωραίοι. Και άλλες φορές, θα πρόσθετα, καταλήγει στο αντίθετο. 

Η σύνδεση μεταξύ της ομορφιάς και της καλοσύνης αποτελεί έναν γρίφο ο οποίος δεν λύνεται εύκολα. Θεωρώ όμως ότι μια προσεκτική διερεύνηση της αρχαιοελληνικής σκέψης περί ομορφιάς μπορεί να μας δώσει μια βαθύτερη άποψη για το ωραίο, την τέχνη και, τολμώ να πω, την αρετή.


(O David Konstan είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο New York University.)


 

Πάρις και Ελένη του Jacques-Louis David, 1788, Μουσείο του Λούβρου
Ο Βελλεροφόντης εκστρατεύει εναντίον της Χίμαιρας του Αλεξάντρ Ιβάνωφ, 1829, Ρωσικό Μουσείο Αγίας Πετρούπολης
Αφροδίτη και Αγχίσης του Annibale Carracci, 1597, Γκαλερία Φαρνέζε, Ρώμη
Η απαγωγή του Γανυμήδη του Peter Paul Rubens, 1612, Μουσείο Πράδο, Μαδρίτη
Μαρμάρινο αντίγραφο του Δορυφόρου του Πολύκλειτου, Μουσείο Νάπολης
Η Ιουδήθ με το κεφάλι του Ολοφέρνη του Jan Matsys, 1570, Μουσείο Καλών Τεχνών Αμβέρσας
Γαλάζιο γυμνό του Henri Matisse, 1907, Μουσείο Τεχνών Βαλτιμόρης

..