Κομμάτια ελληνικής ιστορίας. Με αφορμή δύο τιμητικές διακρίσεις του Παύλου Ι. Ιωαννίδη

Επίτιμο μέλος της ανακήρυξε η Λέσχη Αρχιπλοιάρχων τον Παύλο Ι. Ιωαννίδη, επίτιμο Αντιπρόεδρο του Ιδρύματος Ωνάση, για την «ανεκτίμητη προσφορά του στην πατρίδα, την ελληνική ναυτιλία και το κοινωνικό σύνολο». Η τελετή απονομής πραγματοποιήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 2014 στην αίθουσα εκδηλώσεων της Λέσχης στον Πειραιά.

Αντιστοίχως, λίγες ημέρες αργότερα, στις 10 Νοεμβρίου 2014, στο πλαίσιο εκδήλωσης η οποία διοργανώθηκε στη Στρατιωτική Λέσχη Αθηνών, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βετεράνων Αεροπόρων απένειμε στον Παύλο Ι. Ιωαννίδη τον τίτλο του επίτιμου μέλους του. Η δεύτερη αυτή βράβευση έδωσε την ευκαιρία στον Παύλο Ιωαννίδη, βετεράνο αεροπόρο της ΕΒΑ και κυβερνήτη της Ολυμπιακής Αεροπορίας επί 37 χρόνια, να ανακαλέσει στη μνήμη του, με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο, κομμάτια της εποχής του πολέμου, τον οποίο βίωσε ενεργά, καθώς και να τα μοιραστεί με το κοινό που τίμησε με την παρουσία του την εκδήλωση. Ακολουθούν τα κύρια σημεία της συναρπαστικής αντιφώνησής του.


Από μικρό παιδί είχα πάθος με τη θάλασσα. Το όνειρό μου ήταν να υπηρετήσω την πατρίδα μου ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Ήταν Κατοχή, το όνειρό μου για τη Σχολή Δοκίμων έπρεπε να περιμένει. Άγνωστο μέχρι πότε! Δεν μπορούσα να κάθομαι κάθε μέρα άπραγος. Ήθελα να κάνω κάτι, ζητούσα μία διέξοδο. Τελικά εργάσθηκα ως καταμετρητής στην Τράπεζα της Ελλάδος από τον Δεκέμβριο του 1941. Δουλειά μονότονη αλλά τουλάχιστον έκανα κάτι. Όλη την ημέρα εργασία στα υπόγεια πίσω από τα κάγκελα, λες και ήμασταν στη φυλακή, και μετά, βγαίνοντας έξω, να βλέπεις και τους κατακτητές. Αισθανόμουν τόσο άσχημα, ώστε αποφάσισα ότι δεν ήταν καιρός ούτε για δουλειά ούτε για σπουδές, αλλά καιρός μόνο για αντίσταση. Έπρεπε να κάνω κι εγώ κάτι για την πατρίδα μου.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχα στην Αντίσταση – από τον Ιανουάριο του 1943, κατ’ αρχήν με την ομάδα του Νικηφόρου του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και εν συνεχεία με τη Force 133, μία Συμμαχική Μονάδα που δρούσε στα βουνά της κατεχομένης Ελλάδας. Η πρώτη ομάδα των Βρετανών αλεξιπτωτιστών της Force 133 έπεσε στον ορεινό όγκο της Γκιώνας στις 30 Οκτωβρίου 1942, και η δεύτερη τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου, με πανσέληνο, σε περιοχή των ανταρτών του ΕΛΑΣ, όπου βρισκόταν και ο Άρης Βελουχιώτης. Ο Άρης τούς διευκόλυνε μεν να προωθηθούν και να συναντήσουν τους συντρόφους τους, αλλά αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκπλήρωση της αποστολής τους, που ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, προκειμένου να διακοπεί μία από τις κύριες γραμμές ανεφοδιασμού της στρατιάς του Rommel. Αρχηγός της αποστολής ήταν ο συνταγματάρχης Eddy Myers, μαζί με τον ταγματάρχη Chris Woodhouse.  

Ο Ναπολέων Ζέρβας με τους αντάρτες του ΕΔΕΣ ήταν 160 χλμ δυτικά στην Ήπειρο. Έπειτα από μερικές ημέρες, ο Woodhouse κατάφερε και ήρθε σε επαφή με τον Ζέρβα, ο οποίος προωθήθηκε αμέσως με ομάδα ανταρτών του στην περιοχή του Γοργοποτάμου. Μόλις ο Άρης αντιλήφθηκε την κίνηση του Ζέρβα άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να λάβει μέρος και αυτός, ώστε να μην καρπωθεί όλη τη δόξα της επιτυχίας ο Ζέρβας. Τελικά, συναντήθηκαν όλοι μαζί στο Μαύρο Λιθάρι. Η επιχείρηση ορίστηκε για τα μεσάνυχτα της 25ης Νοεμβρίου, με αποτέλεσμα την ανατίναξη της γέφυρας.

Επτά μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 1943, το Συμμαχικό Στρατηγείο αποφάσισε και την ανατίναξη της γέφυρας του Ασωπού. Ο Άρης αρνήθηκε να συμπράξει, όντας βέβαιος ότι η μετακίνηση των ανταρτών τόσο του Ζέρβα όσο και των άλλων δύο αντιστασιακών ομάδων, του Σαράφη και του Ψαρού, ήταν αδύνατη λόγω της εχθρικής στάσης του ΕΛΑΣ, που εξαπέλυε επιθέσεις εναντίον τους. Τελικά, τη γέφυρα την ανατίναξε ο Νεοζηλανδός λοχαγός Don Stott, επικεφαλής πέντε Βρετανών καταδρομέων. Η ανατίναξη αυτή, ενώ ήταν της αυτής στρατηγικής σημασίας με αυτήν του Γοργοποτάμου, παραμένει όμως σχεδόν άγνωστη ακόμη και σήμερα.

Στο διάστημα αυτό είχα ένα μεγάλο πλεονέκτημα και ένα τρομερό μειονέκτημα. Πλεονέκτημα, το γερμανικό πιστοποιητικό γεννήσεώς μου, το οποίο είχα πάντοτε μαζί μου, καθώς και το ότι μιλούσα γερμανικά. Μειονέκτημα, το ύψος μου: 1.93. Δεν μπορούσα να περάσω από πουθενά απαρατήρητος.

Εκτέλεσα διάφορες αποστολές της Force 133 μαζί με άλλους αλλά και μόνος μου. Η τελευταία αποστολή στην οποία συμμετείχα ήταν η διάσωση του φράγματος του Μαραθώνα, το οποίο είχαν υπονομεύσει οι Γερμανοί με σκοπό να το ανατινάξουν κατά την αποχώρησή τους από το Λεκανοπέδιο της Αττικής. Στις αρχές Φεβρουαρίου 1944, οι λοχαγοί MacIntyre και Bob Morton μού ανέθεσαν να επιλέξω μια τοποθεσία κατάλληλη για την εγκατάσταση ενός σταθμού με σκοπό τη διάσωση του φράγματος. Πράγματι, με τη βοήθεια ενός συνδέσμου μας, εντόπισα δύο σπηλιές σε μια ρεματιά, σε απόσταση μίας ώρας ΒΔ από τα Κιούρκα. Η εγκατάστασή μας στον νέο σταθμό πραγματοποιήθηκε στο τέλος Φεβρουαρίου έπειτα από μια περιπετειώδη διαδρομή από τον σταθμό μας στον Ελικώνα. Επικεφαλής της επιχείρησης αυτής ήταν ο Άγγλος συνταγματάρχης Rufus Sheppard, τον οποίο έφερα από τον Ελικώνα στην Αθήνα. Αρχίσαμε αμέσως τη μελέτη της περιοχής για να εξακριβώσουμε τον πιο κατάλληλο τρόπο προσέγγισης του φράγματος.  

Προς το τέλος Μαΐου του 1944, ελήφθη ένα σήμα του Συμμαχικού Στρατηγείου προς τους λοχαγούς ΜacIntyre και Bob Morton, να φύγουμε από την Ελλάδα μαζί με τον Βασίλη Ρεμούνδο και μέσω Τουρκίας να παρουσιαστούμε στο Αρχηγείο του Καΐρου. Όταν ρώτησα τους δύο Άγγλους τι θα γινόταν με το φράγμα του Μαραθώνα, δεν μου απάντησαν. Απλώς μου ανέθεσαν να οργανώσω τη διαφυγή μας από την Ελλάδα.

Το ερώτημα αυτό παρέμενε στο μυαλό μου αναπάντητο. Το πώς σώθηκε το φράγμα το έμαθα ύστερα από 62 χρόνια. Ιστορία άγνωστη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα. Τον Οκτώβριο του 2006, είχα την τύχη και τη χαρά να συναντήσω έναν αγαπητό φίλο και συμπολεμιστή μου της Force 133, ο οποίος μου αποκάλυψε τα ακόλουθα. 

Πρέπει να ήταν την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου του 1944, όταν ο MacIntyre του ζήτησε να συνοδεύσει τον Sheppard μέχρι το κτήριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, προκειμένου να συναντήσει έναν ανώτατο Γερμανό αξιωματικό. Πράγματι, η συνάντηση εκείνη κατέληξε σε μια συμφωνία για την αφαίρεση των εκρηκτικών με αντάλλαγμα την αναίμακτη αποχώρηση των Γερμανών από το λεκανοπέδιο της Αττικής. Έπειτα από μερικές μέρες, η αφαίρεση των εκρηκτικών επιβεβαιώθηκε από τον Έλληνα λοχαγό Νίνο Ταμβακά.

Τώρα θα με ρωτήσετε πώς επιτεύχθηκε αυτή η σημαντική συνάντηση, που είχε ως αποτέλεσμα τη διάσωση του φράγματος. Ο λοχαγός MacIntyre είχε γνωριστεί στην Κατοχή με τη Νίκη Ράλλη, κόρη του τότε πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη, με την οποία και παντρεύτηκε μετά την απελευθέρωση. Παρ' όλο που αυτό ουδέποτε επιβεβαιώθηκε, πιστεύω απόλυτα ότι η συνάντηση αυτή ορίστηκε μέσω της Νίκης Ράλλη και του τότε πρωθυπουργού πατέρα της, γεγονός αληθοφανές, λόγω αυτών των συγκεκριμένων διασυνδέσεων.

Δεν θέλω να σας κουράσω με άλλες λεπτομέρειες, εκτός από μία απίστευτη και όμως αληθινή, η οποία χάραξε οριστικά την υπόλοιπη πορεία της ζωής μου. Στις 14 Ιουνίου του 1944, παραμονή της αναχώρησης για το Συμμαχικό Στρατηγείο του Καΐρου, ξεκινήσαμε από τον σταθμό μας στα Κιούρκα οι τέσσερίς μας και επιβιβαστήκαμε σε ένα φορτηγό που είχε προορισμό την Αθήνα. Επρόκειτο να διανυκτερεύσουμε σε ένα σπίτι στη Νέα Ερυθραία. Φθάνοντας στο ύψος της Εκάλης, μας σταμάτησε ένα γερμανικό φυλάκιο, και ένας αξιωματικός ανέβηκε στο φορτηγό να ελέγξει το φορτίο και τους 15 περίπου επιβάτες.  Μας κοίταξε όλους προσεκτικά και επέλεξε τρεις, τους δύο Άγγλους και εμένα, και μας διέταξε να κατέβουμε. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Τυχαίο ή προδοσία; Πρόλαβα να πω στον Βασίλη να μας περιμένει μέχρι την επομένη το πρωί στη διασταύρωση της Νέας Ερυθραίας, αλλιώς να φύγει σύμφωνα με το πρόγραμμα. Μας πήγανε σ’ ένα χωράφι, όπου ήταν και άλλοι, για να βοηθήσουμε στην περίφραξή του. Τελικά, μας άφησαν όλους αργά το απόγευμα. Καταλαβαίνετε τη χαρά μας όταν συναντήσαμε τον Βασίλη, που ήταν και ο μόνος που ήξερε το σπίτι όπου θα διανυκτερεύαμε.

Το πρωί της επομένης, της 15ης Ιουνίου, η νοικοκυρά μάς ετοίμασε καφέ, ένα μαύρο ζουμί αγνώστου προελεύσεως, μόνο καφές δεν ήταν. Στη συνέχεια, αναποδογύρισε τα φλιτζάνια του Μac και του Bob, και τους είπε με μεγάλη σοβαρότητα το μέλλον τους! Μετά, σε τόνο διαταγής, μου ζήτησε δύο φορές να της δώσω το δικό μου φλιτζάνι διότι δεν έδειχνα ενδιαφέρον να ακούσω τα μελλούμενά μου. Το πήρε, το αναποδογύρισε, το έστριψε αριστερά-δεξιά και, με σοβαρό ύφος και έντονη φωνή, μου είπε :

– «Εσύ είσαι αεροπόρος».

Τη διαβεβαίωσα επανειλημμένα ότι δεν ήμουν. Το ίδιο, πεισματικά, έκανε κι εκείνη. Τελικώς θύμωσε και εκνευρισμένη μου φώναξε :

– «Κι αν δεν είσαι, θα γίνεις».

Τα μεσάνυχτα, μας πήρε από την Ανάβυσσο ο καπετάν-Μάνθος με ένα μικρό καΐκι με προορισμό το Τσεσμέ της Τουρκίας. Και η διαδρομή αυτή δεν ήταν άμοιρη εκπλήξεων. Περνώντας το στενό Άνδρου-Τήνου μάς σταμάτησε ένα γερμανικό περιπολικό για έλεγχο. Ακόμη μία φορά μάς βοήθησε το γερμανικό πιστοποιητικό γεννήσεώς μου. Δύο μίλια πριν από τις τουρκικές ακτές, η μηχανή σταμάτησε λόγω έλλειψης καυσίμων και συνεχίσαμε με τα κουπιά.

Από τη στιγμή που φθάσαμε στην ακτή, η συμπεριφορά του Mac και του Bob ήταν αχαρακτήριστη. Μας παράτησαν και έφυγαν! Καταφέραμε να έρθουμε σε επαφή με το Αγγλικό Προξενείο της Σμύρνης και, τελικά, μας προώθησαν στο Χαλέπι της Συρίας με τρένο και εν συνεχεία με στρατιωτικό αυτοκίνητο. Διανυκτερεύσαμε στη Χάιφα και φθάσαμε στο Κάιρο περίπου μία εβδομάδα μετά την άφιξή μας στην Τουρκία.

Την εποχή εκείνη, η Σχολή Δοκίμων λειτουργούσε στην Αλεξάνδρεια και, παρά τις προσπάθειες του οικογενειακού φίλου Ναυάρχου Μαλάμου, δεν κατέστη δυνατόν να με δεχθούν λόγω εποχής. Αυτήν τη φορά το παιδικό μου όνειρο έσβησε οριστικά. Βλέποντας τη μεγάλη απογοήτευσή μου, ένας παρευρισκόμενος φίλος του Ναυάρχου με ρώτησε εάν θέλω να πάω στην Αεροπορία. Η αντίδρασή μου ήταν άμεση και αυθόρμητη δεδομένου ότι ουδέποτε είχε περάσει από το μυαλό μου, έστω και φευγαλέα, τέτοια σκέψη.   

– «Να κάνω τι;» του είπα.

– «Να γίνεις αεροπόρος», μου απάντησε. Αιφνιδιάστηκα τόσο πολύ, ώστε δεν του απάντησα.

– «Σκέψου το», μου είπε, «και αν το αποφασίσεις πέρασε από το γραφείο μου». Ρώτησα τον Ναύαρχο ποιος ήταν ο κύριος.

– «Ήταν ο Υπουργός Αεροπορίας Πέτρος Ράλλης».

Έπειτα από μερικές ημέρες, πήγα στο γραφείο του και τελικά δέχτηκα την πρότασή του. Έτσι, βρέθηκα στις 12 Οκτωβρίου του 1944 στο Εκπαιδευτικό Κέντρο της Αγγλικής Αεροπορίας στη Ροδεσία, όπου ολοκλήρωσα την εκπαίδευσή μου ως χειριστής καταδιωκτικών τον Οκτώβριο του 1945.

Θα ήθελα πολύ να μπορούσα, τότε, να πληροφορήσω τη νοικοκυρά της Νέας Ερυθραίας, που είχε το θάρρος να μας φιλοξενήσει εκείνο το βράδυ, ότι ο «χρησμός» της εκπληρώθηκε στο ακέραιο, γεγονός πράγματι απίστευτο. Η φράση αυτή, «Κι αν δεν είσαι, θα γίνεις», έγινε ο τίτλος της βιογραφίας μου, δεδομένου ότι όλη η μετέπειτα διαδρομή της ζωής μου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ότι έγινα αεροπόρος.

Αγάπησα την Αεροπορία με το ίδιο πάθος που είχα αγαπήσει τη θάλασσα, και ευτύχησα να αφιερώσω σε αυτήν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου.

Με τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον θρυλικό Έλληνα, είχα την τύχη να συνεργασθώ επί 17 χρόνια. Το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν το θάρρος. Θάρρος στις επιχειρηματικές, προσωπικές και κοινωνικές του επιδιώξεις. Οραματιστής, με ισχυρή διαίσθηση, απλός και καταδεκτικός άνθρωπος, ο οποίος, αδιαφόρως του μορφωτικού, κοινωνικού, οικονομικού επιπέδου, θρησκεύματος και χρώματος του συνομιλητή του, τον έκανε να αισθάνεται απολύτως άνετα μαζί του από την πρώτη στιγμή. Με μία λέξη, ήταν χαρισματικός. Την Ολυμπιακή την καμάρωνε. Ήταν το επίτευγμά του. Ήθελε ο επιβάτης να είναι και να αισθάνεται ασφαλής και άνετος. Η οικονομία ερχόταν τελευταία. Απαιτούσε όλο το πλήρωμα και το προσωπικό εξυπηρέτησης επιβατών να αποπνέει το άρωμα της ελληνικής φιλοξενίας.

Παρά την παντελή έλλειψη κατανόησης εκ μέρους της πολιτείας και τη συχνά απαράδεκτη συμπεριφορά του συνδικαλιστικού Σωματείου των χειριστών, ευτύχησε να δει τα φτερά της ΟΑ να πετούν στις 5 Ηπείρους και την εταιρεία να κερδίζει την εκτίμηση των επιβατών και τον σεβασμό των ανταγωνιστών της. Έκανε όλους τους Έλληνες, και ειδικότερα τους Έλληνες της διασποράς, υπερήφανους για την καταγωγή τους. 

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης είχε ανθρωπιά. Όταν έχασε τον Αλέξανδρο, πρόωρα και τόσο άδικα, αποφάσισε να αποδώσει τα μισά από όσα κέρδισε στη ζωή του στο κοινωνικό σύνολο, τιμώντας συγχρόνως και τον γιο του, καθώς έδωσε το όνομά του στο Ίδρυμα που συστάθηκε βάσει της διαθήκης του. Μετά τον θάνατό του, στις 15 Μαρτίου 1975, η σύσταση του Ιδρύματος «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης» παρουσίασε πάρα πολλές δυσκολίες λόγω των σοβαρών αντιρρήσεων της κόρης του Χριστίνας για την εφαρμογή όλων των όρων της διαθήκης του. Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος.

Η μεγάλη και συνεχής προσφορά του Ιδρύματος είναι γνωστή στους τομείς της υγείας, της παιδείας, του πολιτισμού, της προστασίας του περιβάλλοντος και της κοινωνικής αλληλεγγύης.  

Όταν κάποτε ο Αριστοτέλης Ωνάσης ερωτήθηκε από τον νομικό του σύμβουλο και στενό του συνεργάτη Στέλιο Παπαδημητρίου, «Για εσάς, τι θέλετε να κάνουμε;», απάντησε: «Να κρατήσετε ζωντανή την επιχείρησή μου, εγώ είμαι η επιχείρηση». Αυτό κάνουμε επί 40 χρόνια μετά τον θάνατό του και, μαζί με την επιχείρησή του και την κοινωφελή προσφορά του Ιδρύματος, κρατάμε το όνομα και τον μύθο του Αριστοτέλη Ωνάση να λάμπει ζωντανό, όπως το ήθελε.

 

Ο Παύλος Ιωαννίδης με τον Αριστοτέλη Ωνάση
30 Ιουλίου 1956: O Αριστοτέλης Ωνάσης και ο Γεώργιος Ράλλης υπογράφουν τη σύμβαση εκμετάλλευσης των Ελληνικών Αεροπορικών Συγκοινωνιών. (Αρχείο Ιδρύματος Ωνάση)
Ιανουάριος 1944, στον σταθμό του Ελικώνα. Δεξιά, ο Παύλος Ιωαννίδης και, δίπλα του, ο λοχαγός Νίνος Ταμβακάς.
17 Ιουνίου 1944: Ο Παύλος Ιωαννίδης με τον Βασίλη Ρεμούνδο στα Άσπρα Χώματα, στο Τσεσμέ της Τουρκίας. Πίσω τους διακρίνονται Τούρκοι στρατιώτες.
Ιούνιος 1945: Στο Σόλσμπερι της Ροδεσίας πριν από μια πτήση με Harvard Mark 2
24 Απριλίου 1960: Η άφιξη του πρώτου Comet 4B στην Αθήνα. Ο Παύλος Ιωαννίδης με τον συγκυβερνήτη Κώστα Ανταχόπουλο.
4 Απριλίου 2011: Η πριγκίπισσα Άννα επιδίδει στον Παύλο Ιωαννίδη το Βραβείο Lifetime Achievement του διεθνούς οργανισμού Seatrade

..