Λεωνίδας Καβάκος: Κάθε συναυλία είναι μια εξερεύνηση χρωμάτων, συναισθημάτων, ονείρων, αλληλεπιδράσεων
ΑΠΟΔΟΣΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΛΗΔΑ ΜΠΟΥΖΑΛΗ
   

«Ισορροπημένο συνδυασμό πυροτεχνημάτων και λυρισμού» χαρακτήρισε πρόσφατα η εφημερίδα The New York Times τον τρόπο ερμηνείας του κορυφαίου Έλληνα βιολονίστα και υποτρόφου Λεωνίδα Καβάκου. «Καλλιτέχνης της Χρονιάς 2014» σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό Gramophone και υποψήφιος για το βραβείο Grammy στην κατηγορία της «Καλύτερης Ερμηνείας Μουσικής Δωματίου / Μικρού Συνόλου», ο Λεωνίδας Καβάκος εμφανίστηκε στις 22 Νοεμβρίου 2014 στο Κάρνεγκι Χωλ της Νέας Υόρκης, μαζί με την κορυφαία πιανίστα Yuja Wang, ως προσκεκλημένοι του θυγατρικού Ιδρύματος Ωνάση. Ερμήνευσαν σονάτες για βιολί του Brahms, του Schumann και του Respighi, καθώς και την Iταλική Σουίτα του Stravinsky.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, o Λεωνίδας Καβάκος συμμετείχε σε μια συζήτηση με τον Paul Holdengräber, υπεύθυνο της σειράς συζητήσεων με τίτλο «LIVE from the New York Public Library», στο πλαίσιο του κύκλου «Πορτραίτα» («Portraits»), που διοργανώνει το Πολιτιστικό Κέντρο του θυγατρικού Ιδρύματος Ωνάση. Η συζήτηση, αποσπάσματα της οποίας παρουσιάζονται παρακάτω, είχε ως αφετηρία τον τρόπο με τον οποίο ο καλλιτέχνης επιλέγει κάθε φορά το πρόγραμμα που παρουσιάζει στις συναυλίες του: 


–  Λ. Κ.: Πώς φαντάζεται κανείς ένα καλό πρόγραμμα, ένα δυνατό πρόγραμμα μιας συναυλίας; Πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο στον σχεδιασμό του προγράμματος ενός κοντσέρτου. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται, καταρχάς, η επιθυμία του καλλιτέχνη και, στην περίπτωση που θα παίξει μαζί με κάποιον άλλον καλλιτέχνη, ο συνδυασμός της με την επιθυμία του συνεργάτη του, καθώς και η κατεύθυνση που θέλει να δώσει στο ρεπερτόριο μαζί με τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη. Άλλος βασικός παράγοντας είναι το πώς θα δημιουργήσουμε ένα ταξίδι όχι μόνο για όσους βρίσκονται στη σκηνή, αλλά και για τους ανθρώπους που μας τιμούν με την παρουσία τους. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να δημιουργήσει κανείς εντυπώσεις στο κοινό: μπορεί να σχεδιάσει ένα πρόγραμμα το οποίο θα έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη λογική και φυσική αλληλουχία.

– Ρ. Η.: Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι χρησιμοποιείτε τον όρο ταξίδι...

– Λ. Κ.: Πράγματι το βλέπω σαν ένα ταξίδι, γιατί για μένα έχει μεγάλη σημασία αυτή η εξερεύνηση των ήχων, των χρωμάτων, των ονείρων, των συναισθημάτων και της αλληλεπίδρασής τους μέσα στην αίθουσα συναυλιών. Επομένως, η αλληλουχία έχει πολύ μεγάλη σημασία. 

– Ρ. Η.: Έχετε αναφερθεί κατά το παρελθόν στο τι σημαίνει για σας το να βυθίζεστε μέσα σε ένα σημαντικό έργο: «Μοιάζει σαν να συναντά κανείς έναν σπουδαίο άνθρωπο, από τον οποίο μπορεί μόνο να κερδίσει πράγματα. Αυτές οι παρτιτούρες αποτελούν πηγή σοφίας και φανταστικής ενέργειας. Όσο περισσότερο δουλεύει κανείς μαζί τους, όσο βαθύτερα βουτά μέσα στο πνεύμα που διαπνέει τις νότες, τόσο καλύτερος γίνεται». Βρίσκω ενδιαφέρουσα αυτή την προσέγγιση, αυτήν τη σχεδόν μελιοριστική έννοια [ΣτΕ: μελιορισμός ή βελτιοδοξία είναι η φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος, να βελτιωθεί, αν ο άνθρωπος το προσπαθήσει] της αυτοβελτίωσης.

– Λ. Κ.: Το πιστεύω 100%. Θεωρώ πως καθένα από αυτά τα μεγάλα έργα που ερμηνεύουμε είναι πολύ ανώτερα από όλους τους μουσικούς μαζί. 

– Ρ. Η.: Πώς συμβαίνει αυτό;

– Λ. Κ.: Εάν το ήξερα, θα ήμουν συνθέτης. Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι το πόσο διαφορετικός είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει κανείς τα πράγματα επιστρέφοντας στα έργα έπειτα από ένα χρονικό διάστημα. 

– Ρ. Η.: Εννοείτε πως, με την πάροδο του χρόνου και της ηλικίας, επιστρέφοντας στα ίδια έργα, είναι σαν να ξαναδιαβάζει κανείς ένα βιβλίο για δέκατη φορά. 

– Λ. Κ.: Απολύτως, γιατί κάθε φορά αναδύονται και νέες πληροφορίες από την παρτιτούρα. Όλοι προσπαθούμε να κάνουμε το καλύτερο δυνατό, κι όμως, αν επιστρέψουμε στο ίδιο έργο, έστω και τρεις μήνες αργότερα, δεν είναι πια το ίδιο κομμάτι. Κάθε φορά αναρωτιέμαι: μα πώς δεν το είδα, αφού ήταν πάντα εκεί; Το να αντιλαμβάνεται κανείς νέα στοιχεία, τα οποία συμβάλλουν σε μια προκαθορισμένη ερμηνεία, σημαίνει ότι είναι ικανός να αμφισβητήσει τον εαυτό του, είναι πρόθυμος να αναθεωρήσει, να επανεκτιμήσει, να αλλάξει. Τελικά, με τον τρόπο αυτόν μπορεί να γίνει καλύτερος άνθρωπος.

– Ρ. Η.: Επομένως, αναφέρεστε σε ένα είδος ταπεινότητας κατά την προσέγγιση του έργου. Το έργο έρχεται πρώτο. Ο καλλιτέχνης, δεύτερος. Νομίζω πως η ελληνική λέξη «ερμηνεία» αποδίδει κάπως αυτή την ιδέα. Βοηθήστε με να καταλάβω τι ακριβώς σημαίνει.

– Λ. Κ.: Η ετυμολογία της λέξης είναι εκπληκτική: από τη μία πλευρά, η έννοια της ερμηνείας είναι καλή, όμως κλείνει μέσα της τον Ερμή, τον αγγελιοφόρο των θεών. Δηλαδή, όταν «ερμηνεύω» κάτι, μεταφέρω το μήνυμα του θεού, που εν προκειμένω είναι ο συνθέτης. Και αυτό είναι σημαντικό γιατί μας φέρνει όλους στο σωστό επίπεδο. Γιατί, ξέρετε –και δεν μου αρέσει καθόλου αυτό αλλά ισχύει–, πολλοί από εμάς είμαστε πιο διάσημοι από ό,τι υπήρξαν οι αντίστοιχοι συνθέτες στην εποχή τους. Στη σκηνή όμως όπου εμφανιζόμαστε δεν παίζουμε τη δική μας μουσική, μεταφέρουμε το μήνυμα κάποιου άλλου, ο οποίος, τις περισσότερες φορές, ήταν μια ιδιοφυΐα, κάποιος που πράγματι αντιλαμβανόταν και συλλάμβανε τη μορφή και τη δομή με τρόπο ικανό να κινητοποιήσει τη φαντασία της υπόλοιπης ανθρωπότητας.  

– Ρ. Η.: Ας περάσουμε στο θέμα της διεύθυνσης ορχήστρας. Έχετε τα προαπαιτούμενα και έχετε αναλάβει τον ρόλο του μαέστρου. Θέλω να σας ρωτήσω γιατί, αλλά και τι μάθατε ως σολίστ από τη διεύθυνση.

– Λ. Κ.: Είναι από τα πρώτα πράγματα που θυμάμαι να προσπαθώ να κάνω στην παιδική μου ηλικία, 4-5 ετών, όποτε άκουγα μουσική στο σπίτι.

– Ρ. Η.: Μιλάτε για την εποχή που ο πατέρας σας σάς χάρισε ένα βιολί;

– Λ. Κ.: Ακόμη νωρίτερα. Με συνάρπαζαν οι διαφορετικοί ήχοι που έβγαιναν από την ηχογράφηση. Μιας και οι δύο γονείς μου ήταν μουσικοί –ο πατέρας μου έπαιζε βιολί και η μητέρα μου πιάνο–, τους άκουγα να μελετούν στο σπίτι. Ο ήχος του βιολιού και του πιάνου ήταν πάντα παρόντες. Όμως σε μια ηχογράφηση ορχήστρας υπήρχαν τόσο πολλοί και διαφορετικοί ήχοι, ηχοχρώματα, και μάλιστα ταυτόχρονα. Ήταν συναρπαστικό. Ωστόσο, ξεκίνησα με το βιολί, πράγμα που δεν μετανιώνω, φυσικά, καθόλου. Η διεύθυνση μου ήρθε σχετικά πρόσφατα ως όνειρο, ως επιθυμία ή ανάγκη. Και αυτό, με αφορμή τη συμφωνία του Bruckner – ο οποίος είχε γράψει μόνο ένα έργο για βιολί, ένα κουιντέτο εγχόρδων. Ακούγοντας τη μουσική ένιωσα ότι είναι κάτι που οφείλω να κάνω.

– Ρ. Η.: Ότι είστε αναγκασμένος να διευθύνετε. Γιατί όμως;

– Λ. Κ.: Εάν με τον Mahler βιώνει κανείς την ανάγκη του ανθρώπου να πλησιάσει το Θείο, στα έργα του Bruckner θεωρώ ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε διάλογο μαζί του. Η μουσική του μού προκάλεσε την εντύπωση ότι η αφετηρία βρίσκεται πολύ ψηλά και περιλαμβάνει όλα τα είδη των ανθρώπινων συναισθημάτων. Όμως ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται τα υπερβαίνει. Εκτός από τον μουσικό παράγοντα υπάρχει και ο ψυχολογικός. Παίζοντας ως βιολονίστας με μια ορχήστρα έχεις την πλάτη σου γυρισμένη στην ορχήστρα γιατί πρέπει να είσαι στραμμένος προς το κοινό. Ως μαέστρος έχεις την πλάτη σου στραμμένη στο ακροατήριο και κοιτάζεις την ορχήστρα. Ο ρόλος σου και η όλη πρόκληση δεν είναι απλώς να εξηγήσεις με λόγια τι θέλεις, τι προσδοκάς από τους μουσικούς, αλλά και να τους πείσεις να παραγάγουν αυτό που έχεις στο μυαλό σου, με τρόπο μάλιστα που θα πείσει και το κοινό. Επομένως, εάν στέκεσαι μπροστά σε μια ορχήστρα χωρίς να έχεις σαφή αντίληψη του τι θέλεις, είσαι χαμένος. 

– Ρ. Η.: Ενίοτε όμως η ορχήστρα δεν πείθεται...

– Λ. Κ.: Τότε προφανώς υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.

– Ρ. Η.: Και τι γίνεται τότε;

– Λ. Κ.: Είναι κάτι που μπορεί να συμβεί. Ένας σημαντικός παράγοντας που θα πρέπει να αναφέρουμε επίσης είναι η χημεία. Μπορεί να συναντηθούν μια σημαντική ορχήστρα και ένας σπουδαίος μαέστρος, αλλά το αποτέλεσμα να είναι καταστροφικό. Μοιάζει με τη χημεία μεταξύ δύο ανθρώπων.

– Ρ. Η.: Μου θυμίζει αυτό που έχετε πει για τη σχέση σας με το βιολί σας, ότι είναι σχεδόν συμβιωτική. Ένα όργανο από ένα απλό κομμάτι ξύλο εάν κατασκευαστεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο μπορεί να γίνει ένα ζωντανό –

– Λ. Κ.: Επιτρέψτε μου, δεν θα το έθετα έτσι. Πρώτα-πρώτα, το ξύλο είναι κάτι που έχει ζωή, ένα δέντρο...

– Ρ. Η.: Δεν ήθελα να σας προσβάλω. Εννοώ ένα κομμάτι ξύλο που αποτελεί μια υπόσχεση ευτυχίας.

– Λ. Κ.: Ακριβώς. Τα Στραντιβάριους αποτελούν αξεπέραστα έργα τέχνης, ενός είδους τέχνης η οποία τελειοποιήθηκε μια συγκεκριμένη εποχή και έκτοτε δεν έχει ξεπεραστεί. Φανταστείτε πως σήμερα, με όλα τα τεχνολογικά μέσα που διαθέτουμε, δεν μπορούμε να πετύχουμε τον ίδιο ήχο, ακόμη και αν αντιγράψουμε τα πάντα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Γιατί κρύβουν την ενέργεια και το ταλέντο μιας ιδιοφυΐας, η οποία γεννήθηκε προκειμένου να δημιουργήσει αυτό το όργανο. 

– Ρ. Η.: Πότε κατασκευάστηκε το δικό σας βιολί;

– Λ. Κ.: Το 1727, δηλαδή είναι περίπου 300 ετών. Είμαι φοβερά τυχερός και προνομιούχος που μπορώ και έχω αυτό το εκπληκτικό δημιούργημα στα χέρια μου κάθε μέρα, με την υπέροχη ενέργεια, τον απίστευτο ήχο, το εκφραστικό δυναμικό του, το οποίο με φέρνει σε άμεση επαφή με την ιδιοφυΐα που το κατασκεύασε. Μελετώ, παίζω, ταξιδεύω μαζί του.

– Ρ. Η.: Στην εποχή μας νομίζουμε ότι έχουμε τα μέσα για να βελτιώσουμε τα πάντα, όμως αυτό, ένα βιολί Στραντιβάριους, δεν μπορούμε να το τελειοποιήσουμε.

– Λ. Κ.: Αυτό που κρατάει ζωντανό το Σύμπαν είναι η μνήμη. Χωρίς μνήμη έχουμε απλώς μια ευθεία γραμμή που κανείς δεν ξέρει πού φθάνει. Η μνήμη δημιουργεί κύκλο. Η εποχή μας είναι εκπληκτική γιατί για πρώτη φορά στην ιστορία έχουμε αυτήν τη μοναδική πρόσβαση σε πληροφορίες.

– Ρ. Η.: Όμως η έννοια της μνήμης που έχουμε είναι αμφισβητήσιμη. Είναι μια μνήμη «προσθετική», εξωτερική. Δεν χρειάζεται να θυμόμαστε γιατί μπορεί να το κάνει αυτό για μας ένα μηχάνημα. 

– Λ. Κ.: Αυτό είναι αλήθεια. Ήθελα όμως να πω ότι, με τέτοια πρόσβαση στη γνώση, η ανθρωπότητα συμπεριφέρεται με τον πιο ανόητο τρόπο. Μοιάζουμε με δέντρο που προσπαθεί να ξεριζωθεί. Αυτό είναι αδύνατον.


Βλ. επίσης ΑΩ 65 

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Κορυφή της σελίδας