Η εξαφάνιση των τιτάνων
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΑΚΑΣ
Το έμβολο του Athlit, 2ος αι. π.Χ., Μουσείο της Χάιφα, Ισραήλ
Το έμβολο του Athlit, 2ος αι. π.Χ., Μουσείο της Χάιφα, Ισραήλ
Οι εντορμίες για την ένθεση των χάλκινων εμβόλων στο μνημείο του Αυγούστου στη Νικόπολη, 1ος αι. π.Χ.
Οι εντορμίες για την ένθεση των χάλκινων εμβόλων στο μνημείο του Αυγούστου στη Νικόπολη, 1ος αι. π.Χ.
   

W. M. Murray, The Age of the Titans. The Rise and Fall of the Great Hellenistic Navies, Onassis Series in Hellenic Culture, Oxford: Oxford University Press, 2012, ISBN 978-0195388640

 

Το τελευταίο βιβλίο του καθηγητή William Μ. Murray αποτελεί ένα συναρπαστικό ταξίδι σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ταραχώδεις περιόδους της ιστορίας της αρχαίας Ελλάδας, της ελληνιστικής. Αυτό, ωστόσο, που κάνει το βιβλίο ιδιαίτερο είναι το ότι πραγματεύεται ένα σχετικά άγνωστο θέμα: την ανάπτυξη και την ακμή των μεγάλων πολεμικών πλοίων με πολλές σειρές κουπιά (πολυήρεις), στην κατασκευή των οποίων οι ναυτικές δυνάμεις της εποχής των Διαδόχων ανταγωνίστηκαν ασταμάτητα και δημιούργησαν πλοία-τιτάνες, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου. Το βιβλίο, η έκδοση του οποίου έγινε με τη χρηματοδότηση του Ιδρύματος Ωνάση, είναι ο καρπός της πολυετούς έρευνας του καθηγητή Murray και αποτέλεσε τον βασικό κορμό της συμμετοχής του καθηγητή στο Πρόγραμμα Πανεπιστημιακών Σεμιναρίων του Ιδρύματος που διοργανώθηκαν το 2012 στις ΗΠΑ.

Τα κωπήλατα πλοία αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά όλων των πολεμικών στόλων της αρχαίας Μεσογείου. Στην αρχαϊκή και κλασική εποχή, η ναυτική υπεροχή βασιζόταν στα γρήγορα και ευέλικτα πλοία, όπως ήταν οι περίφημες αθηναϊκές τριήρεις, που μπορούσαν, χρησιμοποιώντας την ταχύτητά τους και το χάλκινο έμβολο της πλώρης, να πλήττουν και να αχρηστεύουν τα αντίπαλα πλοία. Από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ., ωστόσο, η ανάγκη για ισχυρότερα και βαρύτερα πλοία οδήγησε στην εξέλιξη όλο και μεγαλύτερων σκαφών (τετρήρεις, πεντήρεις κ.ο.κ.) τα οποία σταδιακά αντικατέστησαν τις τριήρεις ως βασικά πολεμικά πλοία. Η ιστορία αυτής της εξέλιξης, καθώς και οι λόγοι που οδήγησαν στην επικράτηση αλλά και στην εξαφάνιση των «τιτάνων» αυτών είναι και οι βασικοί άξονες του βιβλίου.

Ο καθηγητής Murray προσεγγίζει τα ζητήματα της εμφάνισης, της ακμής και της εξαφάνισης των μεγάλων κωπήλατων πλοίων της ελληνιστικής εποχής με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Πέρα από την ενδελεχή και εξαντλητική μελέτη των αρχαίων ιστορικών πηγών, ο συγγραφέας αναλύει σε βάθος και τα αρχαιολογικά τεκμήρια (έμβολα, εικονογραφία) με έμφαση στη ναυτική τεχνολογία της εποχής. Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετική αφήγηση της ιστορικής πορείας των ελληνιστικών κωπήλατων πλοίων και του ρόλου που αυτά διαδραμάτισαν στα γεγονότα της εποχής μέχρι την οριστική τους εξαφάνιση στα τέλη του 1­ου αιώνα π.Χ.

Το βιβλίο ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή η οποία ξεκαθαρίζει ορισμένα ζητήματα που αφορούν τη μέθοδο κωπηλασίας και διευθέτησης των κωπηλατών στις πολυήρεις, θέτοντας παράλληλα και τους βασικούς άξονες προβληματισμού του βιβλίου. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, σύμφωνα με την επικρατούσα επιστημονική άποψη και τους βασικούς κανόνες ναυπηγικής, κανένα κωπήλατο πλοίο δεν ξεπέρασε ποτέ τις τρεις σειρές κουπιά. Αυτό που πιστεύεται ότι άλλαξε ήταν η διευθέτηση των κωπηλατών ανά κουπί· έτσι, μια εξήρης, λ.χ., ήταν μια τριήρης με δύο κωπηλάτες σε κάθε κουπί, άρα έξι σε κάθε πλευρά του πλοίου. Σε κάθε περίπτωση τα μεγαλύτερα κωπηλατικά πληρώματα απαιτούσαν και αναλόγως μεγαλύτερα, ισχυρότερα, καθώς και ακριβότερα σκάφη.

Το πρώτο κεφάλαιο ξεκινά αναζητώντας τις απαρχές του φαινομένου των πολυήρεων στις νέες προκλήσεις του πολέμου στη θάλασσα, που είχαν εμφανιστεί προς τα τέλη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι Κορίνθιοι και οι Συρακούσιοι, αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τις εξαιρετικές αθηναϊκές τριήρεις σε μάχη με εμβολισμό, είχαν αρχίσει να ενισχύουν τις πλώρες τους με χοντρά κομμάτια ξύλου και να χτυπούν τους αντιπάλους στην πλώρη, αντιτάσσοντας την ωμή δύναμη στη ναυτική επιδεξιότητα. Ταυτόχρονα, γίνονταν κοινές η επιβίβαση μεγάλου αριθμού πεζοναυτών στα πλοία και η μετατροπή των ναυμαχιών –ιδιαίτερα εάν αυτές γίνονταν σε περιορισμένο χώρο, όπως τα λιμάνια– σε πεζομαχίες, όπου η ναυτική τέχνη έπαιζε ελάχιστο ρόλο. Γύρω στο 400 π.Χ., παράλληλα με την ανάπτυξη των πρώτων καταπελτών, οι πρώτες τετρήρεις και πεντήρεις θα εμφανιστούν στη Δυτική Μεσόγειο.

Στο επόμενο κεφάλαιο, ο συγγραφέας στρέφει την προσοχή του στην υψηλή τεχνολογία πίσω από την τεχνική του κατά μέτωπον εμβολισμού, μελετώντας τα χάλκινα έμβολα των πολεμικών πλοίων της εποχής, όπως αυτά είναι γνωστά από αρχαιολογικά ευρήματα (με πιο σημαντικό το έμβολο του Αθλίτ στο Ισραήλ), από το μνημείο του Αυγούστου στη Νικόπολη (όπου σώζονται οι λαξεύσεις ένθεσης των εμβόλων που ο Οκταβιανός είχε αναθέσει στους θεούς μετά τη νίκη του στο Άκτιο), καθώς και από μια πλειάδα απεικονίσεων. Σύμφωνα με τα τεκμήρια αυτά, τα βαρύτερα πλοία είχαν ανάγκη ισχυρότερων εμβόλων περισσότερο για να αντέχουν την ισχύ του εμβολισμού στην πλώρη παρά για να μπορούν τα ίδια να πλήττουν με επιτυχία τα εχθρικά σκάφη.

Ακολουθεί ένα εκτενές κεφάλαιο στο οποίο αναπτύσσεται η εξέλιξη της πολιορκητικής τέχνης από τη θάλασσα. Παρουσιάζονται διάφορες πολιορκίες πόλεων όπου ο στόλος είχε παίξει αποφασιστικό ρόλο, όπως αυτές της Τύρου από τον Μέγα Αλέξανδρο και της Ρόδου από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, έναν από τους πιο δραστήριους κατασκευαστές πολυήρεων της περιόδου. Ο συγγραφέας εδώ υποστηρίζει μια ριζοσπαστική άποψη. Σε αντίθεση με τους παλαιότερους ερευνητές που ισχυρίζονταν ότι η εφεύρεση και η ανάπτυξη των καταπελτών είχαν ουσιαστικά αχρηστεύσει τις παλαιές μεθόδους εμβολισμού και είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν όλο και βαρύτερα πλοία-πλατφόρμες μάχης, ο Murray υποστηρίζει ότι η εξέλιξη της πολιορκητικής τέχνης ήταν ο παράγοντας που είχε ωθήσει τους βασιλείς της εποχής να αναπτύξουν στόλους με βαριά πλοία, ικανά να μεταφέρουν πολιορκητικά μηχανήματα και στρατιώτες, και, επιπλέον, να πλήξουν τα θαλάσσια οχυρωματικά των πόλεων με εμβολισμό.

Στα επόμενα κεφάλαια, ο συγγραφέας υποστηρίζει την άποψή του αναλύοντας σε βάθος, αρχικά, το περίφημο κείμενο των Πολιορκητικών του Φίλωνα του Βυζαντίου (240–220 π.Χ.) και, έπειτα, τη χρήση και τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά των καταπελτών, κυρίως των λιθοβόλων της ελληνιστικής εποχής. Τα συμπεράσματα συνοψίζονται στο ότι τα μεγάλα πλοία της εποχής συνέχιζαν να βασίζονται στον εμβολισμό, χρησιμοποιώντας τους καταπέλτες ως βοηθητικά μέσα παρενόχλησης των αντιπάλων αλλά όχι ως κύρια όπλα τους.

Ακολουθεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανάλυση του φαινομένου της κλιμάκωσης της κατασκευής γιγαντιαίων πλοίων, η οποία θα φτάσει στο απόγειό της με τη θηριώδη τεσσαρακοντήρη του Πτολεμαίου Φιλάδελφου. Και εδώ ο συγγραφέας διαφοροποιείται σε σχέση με τους παλαιότερους ερευνητές που θεωρούσαν τα πλοία αυτά εντυπωσιακές πλατφόρμες μάχης και, ουσιαστικά, όχι πλοία που μπορούσαν να πλεύσουν και να εμβολίσουν με επιτυχία, βλέποντάς τα ως βαριά μεν, αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματικά πολεμικά πλοία, απαραίτητα τμήματα στόλων που περιλάμβαναν κάθε είδους πλοίο και προσωπικό και δρούσαν επίσης ως ισχυρά σύμβολα κύρους και επιβολής των φιλόδοξων μοναρχών της εποχής. Εδώ υπογραμμίζεται, επιπλέον, το υπέρογκο κόστος διατήρησης τέτοιων στόλων, το οποίο μετά τον 3ο αι. π.Χ. θα οδηγήσει στην εξαφάνιση των γιγαντιαίων πλοίων και τη σταδιακή επιστροφή σε ελαφρύτερα σκαριά.

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου ασχολείται με το τέλος της «εποχής των τιτάνων», μέσα από την ανάλυση μιας σειράς ναυμαχιών που καταλήγει στη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), την τελευταία ουσιαστικά σύγκρουση όπου έλαβαν μέρος τα εν λόγω πλοία. Η αδυναμία των γιγάντων αυτών να αντιμετωπίσουν καλά οργανωμένες και πειθαρχημένες επιθέσεις από μικρότερα σκάφη, το υπέρογκο κόστος κατασκευής, συντήρησης και επάνδρωσής τους, αλλά και η αδιαφορία των Ρωμαίων για τη χρήση πλοίων εναντίον οχυρώσεων οδήγησαν στην ουσιαστική εξαφάνιση των πολυήρεων από τη Μεσόγειο. Τα σύμβολα της ισχύος, της υπερβολής και της πολυτέλειας της ελληνιστικής εποχής ανήκαν πια, μαζί με την εποχή τους, στο παρελθόν.

Σε γενικές γραμμές, αυτό που προσφέρει ο W. Μ. Murray στο υπό εξέταση βιβλίο είναι μια εντελώς νέα και άκρως ενδιαφέρουσα προσέγγιση σε ένα παλαιό πρόβλημα, στηριγμένη σε εξαντλητική έρευνα τόσο των γραπτών πηγών (οι οποίες παρουσιάζονται με λεπτομέρεια στα εκτενή παραρτήματα στο τέλος του τόμου) όσο και σε βαθιά γνώση της ναυτικής και πολεμικής τεχνολογίας της αρχαιότητας, με βάση τα πιο πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα στην ξηρά και στη θάλασσα.

 

(Ο Γιάννης Νάκας είναι αρχαιολόγος με ειδίκευση στην Ενάλια Αρχαιολογία.)

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση
Η τριήρης Ολυμπιάς, η ανακατασκευή της αρχαίας αθηναϊκής τριήρους που βρίσκεται σήμερα στο Φάληρο
Ανάγλυφο με παράσταση ρωμαϊκού πολεμικού πλοίου, 1ος αι. μ.Χ., Praeneste, Ιταλία
Σχεδιαστική αναπαράσταση ελληνιστικής πολυήρους, σχέδιο Γιάννη Νάκα

Κορυφή της σελίδας