Ένα κτήριο ημιτελές στα βασίλεια της Αλεξάνδρειας
ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΚΑΚΗ

Hélène Fragaki, Un édifice inachevé du quartier royal à Alexandrie, Étude suivie de Un fragment de corniche peinte hellénistique à Alexandrie par Hélène Fragaki et Anne-Marie Guimier-Sorbets, Études Alexandrines 31, Αλεξάνδρεια: Centre d’Etudes Alexandrines, 2013, 149 σελ., 28 εκ., ISBN 978-2111298514

 

Η πολύ ενδιαφέρουσα και ευσύνοπτη μελέτη της Ελένης Φραγάκη πραγματεύεται ένα σύνολο αρχιτεκτονικών μελών που, σταδιακά και κατά τη διάρκεια του 20ού αι., με τρόπο λιγότερο ή περισσότερο τυχαίο, ήλθαν στο φως στην Αλεξάνδρεια. Αν και το θέμα έχει απασχολήσει την έρευνα και στο παρελθόν, η μονογραφία παρουσιάζει το σύνολο των καταλοίπων προσθέτοντας νέα στα ήδη δημοσιευμένα και αναθεωρεί τις μέχρι τώρα προταθείσες ερμηνείες.

Τα κατάλοιπα εντοπίζονται πολύ κοντά στον Μεγάλο Λιμένα, το ανατολικότερο από τα δύο αρχαία λιμάνια της πόλης, στην περιοχή που σήμερα ορίζεται από την οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου στο ύψος της διασταύρωσής της με την οδό Σαμπολιόν, με το Victoria College στα βόρεια και το κυβερνητικό νοσοκομείο στα νότια.

Η άοκνη ερευνήτρια της ελληνιστικής Αλεξάνδρειας σωστά θέτει μια σειρά από ερωτήματα που αφορούν τις αιτίες της «εγκατάλειψης» ή ματαίωσης της οικοδόμησης, την εποχή στην οποία ανήκουν τα αρχιτεκτονικά μέλη και, τέλος, την ταυτοποίηση του κτηρίου για το οποίο αυτά προορίζονταν.

Η παρουσίαση του υλικού με την περιγραφή, τις διαστάσεις τους, τις φωτογραφίες, τα σχέδια και τον χώρο φύλαξης εισάγει τον αναγνώστη στο θέμα: πρόκειται για μέλη της ανωδομής, κιονόκρανα και τμήματα κιόνων, τα οποία ανήκουν σε δύο διαφορετικούς ρυθμούς: τον ιωνικό και τον δωρικό. Ιδιαίτερα η δομή και οι αναλογίες των κιονόκρανων και η αντιπαραβολή τους με αντίστοιχα της Δήλου και του Διδυμαίου της Μιλήτου επιτρέπουν την ασφαλή χρονολόγηση του έργου στα τέλη του 3ου αι. π.Χ.

Λεπτομερώς εξετάζονται ο χώρος εύρεσης των αρχιτεκτονικών μελών και η πιθανή τους σχέση με λείψανα θεμελίων. Πράγματι απορρίπτεται η σύνδεσή τους με γειτονικά θεμέλια τοίχων, καθώς αυτά ανήκουν σε πολλά και διαφορετικά κτίσματα – πιθανότατα του οικιστικού ιστού της ελληνιστικής Αλεξάνδρειας. Αλλά και ως προς τη συσχέτισή τους με το Ποσείδιον ή το Αρσινόειον –ιερά γνωστά από τις γραπτές πηγές– εκφράζονται αντιρρήσεις τόσο τοπογραφικής όσο και χρονολογικής φύσεως.

Αντίθετα, η ερευνήτρια, συνδυάζοντας όλα τα υπάρχοντα δεδομένα και κυρίως τις ιδιαιτερότητες του υλικού αλλά και τη μαρτυρία των πηγών, θέτει το θέμα της ταυτότητας του μνημείου σε νέα βάση. Το ίδιο το υλικό προδίδει ότι ανήκε σε στοές μνημειακές που συνδύαζαν δύο αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, όπως οι γνωστές μας από την Αθήνα Στοά του Ευμένους και Στοά του Αττάλου, ενώ ο ευρύτερος χώρος ανεύρεσής τους ταυτίζεται με ασφάλεια από την έρευνα με τα βασίλεια. Ο Στράβων (17, 1, 9), που επισκέπτεται την Αλεξάνδρεια κατά τον 1ο αι. π.Χ., ξεκινά την περιγραφή του από το Ακρωτήριο Λοχιάς, όπου και αναφέρει βασίλειον, δηλαδή ανάκτορο, και στη συνέχεια διευκρινίζει ότι οι εισπλεόντες έχουν στα αριστερά τους τα ενδοτέρω βασίλεια, που περιλάμβαναν ενδιαιτήματα και άλση. Η φράση έδωσε αφορμή για πολλές συζητήσεις, με την πλειονότητα των ερευνητών να καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν δηλώνονται συγκροτήματα απομακρυσμένα από την ακτή αλλά διαμερίσματα δυσπρόσιτα που εξασφάλιζαν στον ηγεμόνα και στο περιβάλλον του το προνόμιο της αποκλειστικής πρόσβασης. Στη συνέχεια της αφήγησής του, ο Στράβων αναφέρει θέατρο σε ύψωμα απέναντι από τη νησίδα της Αντιρρόδου. Καθώς στον λόγο του περιηγητή το θέατρο αναφέρεται αμέσως μετά τα ενδοτέρω βασίλεια και, επίσης, εξαιτίας του υψώματος του κυβερνητικού νοσοκομείου, η συσχέτιση των αρχιτεκτονικών καταλοίπων με το θέατρο ή καλύτερα με στοές που διευκόλυναν την πρόσβαση σε αυτό φαίνεται πράγματι εξαιρετικά πιθανή. Το θέατρο αυτό θα πρέπει να αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του οικοδομικού προγράμματος των ανακτόρων, κατά τα πρότυπα άλλωστε και της Βεργίνας.

Με κάθε νέο Πτολεμαίο να προσθέτει στο ήδη εκτεταμένο συγκρότημα καινούργια διαμερίσματα και κατοικίες, συνεχίζοντας το έργο των προκατόχων του και επισφραγίζοντας τη δυναστική συνέχεια, τα βασίλεια έφτασαν να καταλαμβάνουν το 1/3 περίπου της αρχαίας πόλης και να αποτελούν ένα συνεχές, απέραντο και πολύβουο εργοτάξιο. Αρχιτεκτονικά μέλη να κείτονται ημιτελή και κτήρια υπό ανέγερση πρέπει να αποτελούσαν συνηθισμένη εικόνα. Από ένα τέτοιο εργοτάξιο προέρχονται και οι υπό συζήτηση αρχαιότητες.

Αλλά και η αξία αυτών των αρχιτεκτονικών μελών για την ιστορία της τεχνολογίας είναι ξεχωριστή, αφού μας επιτρέπουν να ρίξουμε μια ματιά στον τρόπο εργασίας των αρχαίων λιθουργών. Μόνον οι επιφάνειες έδρασης και αρμογής των λίθων είναι τέλεια ειργασμένες. Αντίθετα, οι ορατές επιφάνειες φέρουν παχείς μανδύες ή αλλιώς άπεργον, το οποίο προοριζόταν να απολαξευθεί μόνο μετά την τελική τοποθέτηση του αρχιτεκτονικού μέλους. Ωστόσο, την εποχή αυτή το άπεργον ως στυλ κάνει αισθητή την παρουσία του σε μνημειώδη οικοδομήματα και σημαντικά ιερά, όπως στο Πέργαμον και στη Δήλο. Η τυχαία και άλλοτε ηθελημένη ημίεργη κατάσταση συμφύρεται με τέτοιον τρόπο, ώστε γοητεύει ακόμη και τους μη ειδικούς της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής.

Το βιβλίο κλείνει με μια σύντομη μελέτη ενός θραύσματος θριγκού που σώζει τα χρώματά του, δίνοντας μια εναργή εικόνα της πολυχρωμίας της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής.

Σαν μέσα από καλειδοσκόπιο, το βιβλίο της Ελένης Φραγάκη τοποθετεί τα ευρήματα στην ιστορική και πολιτισμική τους διάσταση, φωτίζοντας ενδιαφέρουσες πτυχές της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής και σκιαγραφώντας ζητήματα τοπογραφίας στην καρδιά της αρχαίας Αλεξάνδρειας.

 

(Η Μαίρη Γκικάκη είναι αρχαιολόγος.)

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση
Σχέδιο της αρχαίας Αλεξάνδρειας από τον R. M. Blomfield, 1905
Η βάση του θριγκού με αποκατάσταση του μαιάνδρου, Αρχεία του Κέντρου Αλεξανδρινών Σπουδών,αποκατάσταση Α. Guimier
Λέσβιο κυμάτιο στο γείσο του ταφικού θαλάμου του μακεδονικού τάφου στον Φοίνικα, Θεσσαλονίκη (Μπρεκουλάκη, 2006)
Σπόνδυλος ιωνικού κίωνα, Αρχεία του Κέντρου Αλεξανδρινών Σπουδών (αποτύπωση Α. Τσάμπρα)

Κορυφή της σελίδας