Σηματοδοτημένα προϊόντα και οι παράλληλες εισαγωγές τους
ΓΡΑΦΕΙ Η ΙΩΑΝΝΑ N. ΚΟΝΔΥΛΗ
Λάζαρος Γ. Γρηγοριάδης, Ανάλωση του δικαιώματος στο σήμα και νομιμότητα των παράλληλων εισαγωγών, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, 608 σελ. ISBN 978-960-562-077-6

Πρόκειται για την πρώτη εξαντλητική ανάλυση του φαινομένου των παράλληλων εισαγωγών υπό το πρίσμα του δικαίου των σημάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην αλλοδαπή. Η μελέτη εξετάζει την νομική μεταχείριση των παράλληλων εισαγωγών σηματοδοτημένων προϊόντων στο δίκαιο GATT/ΠΟΕ, στο δίκαιο της ΕΕ, στο ελληνικό δίκαιο και στα δίκαια των δέκα σημαντικότερων εμπορικών εταίρων της ΕΕ υπό το πρίσμα του κανόνα της ανάλωσης του δικαιώματος.

Η μονογραφία αποτελείται από εισαγωγικό κεφάλαιο και τέσσερα μέρη. Το εισαγωγικό κεφάλαιο επιχειρεί μια γενική θεώρηση της νομιμότητας των παράλληλων εισαγωγών σηματοδοτημένων προϊόντων. Παρουσιάζονται τόσο η έννοια όσο και η πρακτική των παράλληλων εισαγωγών, ενώ ακολούθως εξετάζονται οι ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξή τους. Κατόπιν, αναλύονται οι θεματικοί άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η οικονομική και νομική συζήτηση σχετικά με τον αντίκτυπο του παράλληλου εμπορίου στην παγκόσμια κοινωνικοοικονομική ευημερία και σχετικά με την νομιμότητα των παράλληλων εισαγωγών αντίστοιχα χωρίς καθαρή τοποθέτηση υπέρ ή κατά της ελεύθερης διεξαγωγής και της νομιμότητας του παράλληλου εμπορίου. Επιχειρείται μια διάκριση των περιπτώσεων παράλληλων εισαγωγών σηματοδοτημένων προϊόντων σε τέσσερις κατηγορίες με κριτήριο την σχέση του δικαιούχου του σήματος των παράλληλα εισαγόμενων προϊόντων στην χώρα εξαγωγής τους και του δικαιούχου του σήματος που επιδιώκει τον αποκλεισμό της παράλληλης εισαγωγής. Τέλος, εξετάζονται οι υπάρχουσες σχετικές θεωρίες. Η μελέτη προκρίνει την θεωρία/αρχή της ανάλωσης του δικαιώματος ως το αποτελεσματικότερο πλαίσιο για την επίλυση του προβλήματος. 

Η αρχή της ανάλωσης του δικαιώματος απαντάται σε τρεις εκδοχές, την αρχή της εθνικής, την αρχή της περιφερειακής και την αρχή της διεθνούς ανάλωσης του δικαιώματος. Σύμφωνα με την πρώτη, ο δικαιούχος ενός σήματος δύναται να απαγορεύει τις παράλληλες εισαγωγές φερόντων το σήμα του προϊόντων (: τεμαχίων προϊόντος), εκτός αν αυτές αφορούν προϊόντα που διατέθηκαν στο εμπόριο στην αγορά της χώρας εισαγωγής από τον ίδιο τον δικαιούχο ή με την συγκατάθεσή του. Σύμφωνα με την δεύτερη, ο δικαιούχος ενός σήματος δύναται να απαγορεύει τις παράλληλες εισαγωγές φερόντων το σήμα του προϊόντων (: τεμαχίων προϊόντος), εκτός αν αυτές αφορούν προϊόντα που διατέθηκαν στο εμπόριο εντός ορισμένου territorium, το οποίο απαρτίζεται από περισσότερες εθνικές αγορές, από τον ίδιο τον δικαιούχο ή με την συγκατάθεσή του. Τέλος, σύμφωνα με την τρίτη αρχή, ο δικαιούχος ενός σήματος δεν δύναται, καταρχήν τουλάχιστον, να απαγορεύει τις παράλληλες εισαγωγές φερόντων το σήμα του προϊόντων (: τεμαχίων προϊόντος), εφόσον τα προϊόντα διατέθηκαν στο εμπόριο σε οποιαδήποτε χώρα από τον ίδιο τον δικαιούχο ή με την συγκατάθεσή του. Ο κανόνας της ανάλωσης του δικαιώματος δεν βρίσκει εφαρμογή όταν ο δικαιούχος του σήματος έχει νόμιμους λόγους να εναντιωθεί στην εμπορία των παράλληλα εισαγόμενων προϊόντων. 

Στο πρώτο μέρος της μελέτης, που αποτελείται από δύο κεφάλαια, αναλύονται η νομιμότητα των παράλληλων εισαγωγών σηματοδοτημένων προϊόντων και η ανάλωση του δικαιώματος στο σήμα υπό το πρίσμα του Δικαίου GATT/ΠΟΕ. 

Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζονται τα ως άνω ζητήματα υπό το πρίσμα της Συμφωνίας TRIPs. Επιχειρείται ερμηνεία του άρθρου 6 της Συμφωνίας TRIPs και προβάλλεται ο διαδικαστικός του χαρακτήρας. Κατά τον συγγραφέα, το άρθρο 6 της Συμφωνίας TRIPs αφήνει αρρύθμιστο το ζήτημα της ανάλωσης του δικαιώματος στο σήμα, ενώ, επιπλέον, δεν επιτρέπει την προσφυγή στις ουσιαστικές διατάξεις ή στις Γενικές Διατάξεις και Θεμελιώδεις Αρχές της Συμφωνίας TRIPs για την συναγωγή ενός κανόνα δεσμευτικού για τα Συμβαλλόμενα Μέρη περί ανάλωσης του ως άνω δικαιώματος. Ωστόσο, από την ερμηνευτική προσέγγιση των άρθρων 16, 3 και 4 αλλά και του Προοιμίου της Συμφωνίας TRIPs δεν προκύπτει ότι με το προαναφερθέν δίκαιο συνάδει περισσότερο είτε η αρχή της διεθνούς, είτε η αρχή της εθνικής, είτε η αρχή της περιφερειακής ανάλωσης του δικαιώματος στο σήμα.

Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζονται η νομιμότητα των παράλληλων εισαγωγών σηματοδοτημένων προϊόντων και η ανάλωση του δικαιώματος στο σήμα υπό το πρίσμα της GATT του 1994. Ειδικότερα, ο συγγραφέας, αφού δέχεται την δυνατότητα παράλληλης εφαρμογής των Συμφωνιών TRIPs και GATT του 1994, διαπιστώνει ότι οι αρχές της εθνικής και της περιφερειακής ανάλωσης του δικαιώματος στο σήμα έρχονται σε σύγκρουση, πρώτον, με την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος που η GATT του 1994 καθιερώνει στο άρθρο XI της GATT του 1994 και, δεύτερον, με την αρχή της εθνικής μεταχείρισης του άρθρου III.4 της GATT του 1994. Ωστόσο, καταλήγει ότι οι παραπάνω αρχές μπορούν να δικαιολογηθούν υπό το πρίσμα του άρθρου XX στ. [δ] της GATT του 1994. Επίσης, μολονότι αναγνωρίζει πως η επιβολή σε κράτος-μέλος ζώνης ελευθέρων συναλλαγών ή τελωνειακής ένωσης της υποχρέωσης για εγκατάλειψη της διεθνούς χάριν της περιφερειακής ανάλωσης του δικαιώματος στο σήμα προσκρούει καταρχήν στην διάταξη του άρθρου XXIV.5 της GATT του 1994, εντούτοις δέχεται ότι μια τέτοια υποχρέωση μπορεί να κριθεί συμβατή με την GATT του 1994, και συγκεκριμένα με το άρθρο XXIV.5, όπως ακριβώς θα κρινόταν συμβατή με την GATT του 1994 η αύξηση ποσοστού δασμού κατά τρόπον ασυμβίβαστο με τις διατάξεις του άρθρου II της GATT του 1994, αρκεί να τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου XXVIII.

Συμπερασματικά, το Δίκαιο GATT/ΠΟΕ εναποθέτει στην κυρίαρχη αρμοδιότητα των κρατών και των ενώσεων κρατών την επιλογή μεταξύ των αρχών της εθνικής, της περιφερειακής και της διεθνούς ανάλωσης του δικαιώματος στο σήμα (άρθρο 6 της Συμφωνίας TRIPs), παρά το γεγονός ότι η αρχή της διεθνούς ανάλωσης του δικαιώματος στο σήμα παρίσταται περισσότερο συμβατή με τις διατάξεις του προαναφερθέντος δικαίου (άρθρα XI.1, III.4 και XX στ. [δ] της GATT του 1994).

Στο δεύτερο μέρος της μελέτης, που αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια, αναλύονται η ανάλωση του δικαιώματος στο σήμα και η νομιμότητα των παράλληλων εισαγωγών υπό το πρίσμα του δικαίου της ΕΕ. 

Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται η εκ μέρους του ΔΕΚ νομική μεταχείριση των παράλληλων εισαγωγών σηματοδοτημένων προϊόντων μέχρι και την θέσπιση της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ. Συγκεκριμένα, αναλύονται οι αρχές που αναπτύχθηκαν από το Δικαστήριο της ΕΕ (ΔΕΕ) για την εξέταση της νομιμότητας της άσκησης του δικαιώματος στο σήμα υπό το πρίσμα των άρθρων 30 και 36 ΣΕΟΚ (ήδη άρθρων 34 και 36 ΣΛΕΕ).

Στο δεύτερο κεφάλαιο περιγράφεται το ισχύον ενωσιακό νομικό πλαίσιο σχετικά με την νομιμότητα των παράλληλων εισαγωγών σηματοδοτημένων προϊόντων, δηλαδή προσδιορίζονται οι ενωσιακοί κανόνες που διέπουν την νομιμότητα τέτοιων εισαγωγών προς κράτη-μέλη της ΕΕ (άρθρα 7 της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ και 13 του Κανονισμού 207/2009/ΕΚ). Επιπλέον, δίνεται το πλαίσιο ερμηνείας των προαναφερθέντων άρθρων αλλά και των εθνικών διατάξεων που αποδίδουν στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών-μελών της ΕΕ τις διατάξεις του άρθρου 7 της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ. 

Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύονται, υπό το φως της νομολογίας του ΔΕΚ, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των περί ανάλωσης του δικαιώματος κανόνων που καθιερώνονται στο πλαίσιο του ισχύοντος ενωσιακού δικαίου περί σημάτων, δηλαδή των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ και 13 παρ. 1 του Κανονισμού 207/2009. 

Οι διατάξεις αυτές εισάγουν στο δίκαιο της ΕΕ την αρχή της περιφερειακής (: ενωσιακής) ανάλωσης των δικαιωμάτων στο εθνικό και στο κοινοτικό σήμα. Μάλιστα, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Πρωτοκόλλου 28 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, για την ανάλωση του δικαιωμάτων στο εθνικό και στο κοινοτικό σήμα προϋποτίθεται η διάθεση στο εμπόριο φέροντος εθνικό ή κοινοτικό σήμα προϊόντος εντός του ΕΟΧ από τον δικαιούχο του σήματος ή με την συγκατάθεση του εν λόγω δικαιούχου.

Ο συγγραφέας αναφέρεται αρχικά στην έννοια του «σηματοδοτημένου προϊόντος». Συγκεκριμένα, ως «προϊόν» νοείται, στην βάση των παραδοχών της νομολογίας του ΔΕΕ, κάθε αντικείμενο το οποίο είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης και δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εμπορικής συναλλαγής. Η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, πρώτον, δεν εξαρτάται από τον τόπο παραγωγής αλλά μόνον από τον τόπο πρώτης διάθεσης στο εμπόριο ενός σηματοδοτημένου προϊόντος∙ δεύτερον, δεν αναφέρεται σε ένα σηματοδοτημένο προϊόν γενικά αλλά σε συγκεκριμένα τεμάχια προϊόντος∙ τρίτον, αποκλείεται επί σηματοδοτημένων υπηρεσιών.

Εξάλλου, στην βάση των παραδοχών της νομολογίας του ΔΕΕ, ως «διάθεση στο εμπόριο» ενός σηματοδοτημένου προϊόντος νοείται κυρίως η πώληση σηματοδοτημένου προϊόντος, έστω και αν αυτή συνομολογείται υπό τον όρο παρακράτησης κυριότητας.

Η εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων προϋποθέτει την διάθεση σηματοδοτημένου προϊόντος στο εμπόριο εντός του ΕΟΧ. Ο συγγραφέας, ωστόσο, διαφωνεί με την άποψη του ΔΕΕ ότι προκειμένου για φέροντα κοινοτικό σήμα προϊόντα απαιτείται, για την εφαρμογή του άρθρου 13 παρ. 1 του Κανονισμού 207/2009/ΕΚ, η διάθεσή τους στο εμπόριο εντός της ΕΕ. Επιχείρημα αντλεί από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Πρωτοκόλλου 28 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η οποία καθιερώνει για τα κράτη-μέλη του ΕΟΧ την αρχή της ανάλωσης του δικαιώματος για το σύνολο των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, άρα και για το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα. Ως προς την νομιμότητα της διεθνούς ανάλωσης του δικαιώματος, ο συγγραφέας, ερμηνεύοντας το άρθρο 7 παρ. 1 της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ, συμφωνεί με την νομολογία του ΔΕΕ, ότι δηλαδή τα κράτη-μέλη της ΕΕ απαγορεύεται να αναγνωρίζουν (νομοθετικά ή νομολογιακά) την διεθνή ανάλωση του δικαιώματος στο εθνικό σήμα. Η απαγόρευση κρίνεται αναγκαία για λόγους διασφάλισης της πρακτικής αποτελεσματικότητας των άρθρων 34 και 36 ΣΛΕΕ αλλά και σχετικών με την πολιτική της ΕΕ κανόνων της ΣΛΕΕ. Η αρμοδιότητα της ΕΕ να επιβάλλει στα κράτη-μέλη την απαγόρευση της διεθνούς ανάλωσης του δικαιώματος στο εθνικό σήμα ερείδεται στο άρθρο 207 ΣΛΕΕ και συνάδει με το Δίκαιο GATT/ΠΟΕ.

Ως διάθεση σηματοδοτημένου προϊόντος στο εμπόριο από τον δικαιούχο του σήματος νοείται και η πώληση του προϊόντος σε εγκαταστημένο εντός του ΕΟΧ διανομέα του δικαιούχου. Σε σχέση με την έννοια της συγκατάθεσης, διαπιστώνεται ότι, στην βάση των παραδοχών της νομολογίας του ΔΕΕ, η συγκατάθεση του δικαιούχου ενός σήματος για διάθεση φέροντος το σήμα του προϊόντος στο εμπόριο εντός του ΕΟΧ (ή της ΕΕ, κατά την άποψη του ΔΕΕ, προκειμένου για φέροντα κοινοτικό σήμα προϊόντα) μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να δηλώνεται καταφατικά. Τα στοιχεία ή οι περιστάσεις που λαμβάνονται υπόψη προς θεμελίωση της ύπαρξης σιωπηρής συγκατάθεσης πρέπει να εκφράζουν κατά τρόπο βέβαιο την παραίτηση του δικαιούχου του σήματος από την δυνατότητά του να αντιτάξει το αποκλειστικό του δικαίωμα. Περαιτέρω, ο συγγραφέας παρατηρεί ότι, υπό το φως της νομολογίας του ΔΕΕ, η συγκατάθεση του δικαιούχου ενός σήματος για διάθεση φέροντος το σήμα του προϊόντος στο εμπόριο τεκμαίρεται αμάχητα όταν η εν λόγω διάθεση πραγματοποιείται από επιχείρηση που ανήκει στον ίδιο όμιλο με τον δικαιούχο, από αποκλειστικό ή επιλεγμένο διανομέα του δικαιούχου ή από αδειούχο χρήσης του σήματος.

Της ανάλυσης του πραγματικού έπονται ειδικά θέματα σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 7 παρ. 1 της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ και 13 παρ. 1 του Κανονισμού 207/2009/ΕΚ, όπως οι έννομες συνέπειες, η δυνατότητα αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς ανάλωσης του δικαιώματος στο σήμα, το ενδεχόμενο σύγκρουσής τους με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και, τέλος, η κατανομή του βάρους της απόδειξης.

Στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάζονται, σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΕ, οι περιπτώσεις στις οποίες αποκλείεται η εφαρμογή των αναλυόμενων διατάξεων, δηλαδή το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας των «νόμιμων λόγων» που διαλαμβάνεται στις διατάξεις αυτές. Νόμιμοι λόγοι που δικαιολογούν τον αποκλεισμό της ανάλωσης των δικαιωμάτων στο εθνικό και στο κοινοτικό σήμα, κατά την έννοια των άρθρων 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ και 13 παρ. 2 του Κανονισμού 207/2009/ΕΚ, ανακύπτουν, πρώτον, όταν αλλοιώνεται ή γενικότερα μεταβάλλεται η αρχική κατάσταση των παράλληλα εισαγόμενων προϊόντων και, δεύτερον, όταν ο παράλληλος εισαγωγέας ή ο έμπορος που προμηθεύτηκε από τον προηγούμενο χρησιμοποιεί το σήμα κατά τρόπο που συνεπάγεται την βλάβη, τον κίνδυνο βλάβης ή την αθέμιτη εκμετάλλευση της φήμης του σήματος των προϊόντων (ή του δικαιούχου του). 

Ως «μεταβολή» της κατάστασης σηματοδοτημένου προϊόντος, υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων άρθρων, νοούνται τόσο η μεταβολή στην συσκευασία και στο επ’ αυτής τοποθετημένο σήμα του προϊόντος όσο και η μεταβολή στην αρχική κατάσταση του προϊόντος χωρίς την συσκευασία του. Ως μεταβολή στην συσκευασία και στο επ’ αυτής τοποθετημένο σήμα ενός παράλληλα εισαγόμενου προϊόντος και, κατ’ επέκταση, ως «μεταβολή» της κατάστασης ενός παράλληλα εισαγόμενου προϊόντος νοούνται: α) η αντικατάσταση της (εσωτερικής ή εξωτερικής) συσκευασίας του προϊόντος και η επανάθεση του σήματος υπό το οποίο διατέθηκε το προϊόν στο εμπόριο∙ β) η μεταβολή της εμφάνισης ή του περιεχομένου της εξωτερικής συσκευασίας του προϊόντος με διατήρηση άθικτου του σήματός του∙ γ) η επικόλληση νέας ετικέτας επί του προϊόντος με διατήρηση άθικτου του σήματός του∙ δ) η προσθήκη νέου φυλλαδίου οδηγιών χρήσης ή ενημερωτικού φυλλαδίου στην συσκευασία του προϊόντος∙ ε) η αντικατάσταση του πρόσθετου αντικειμένου που είχε τοποθετηθεί επί της συσκευασίας του προϊόντος∙ στ) η αφαίρεση του αριθμού αναγνώρισης του προϊόντος∙ ζ) η προσθήκη του σήματος του παράλληλου εισαγωγέα ή του ανεξάρτητου μεταπωλητή επί του προϊόντος∙ η) η αφαίρεση του σήματος υπό το οποίο διατέθηκε το προϊόν στο εμπόριο∙ θ) η αντικατάσταση του σήματος του παράλληλα εισαγόμενου προϊόντος με το σήμα που χρησιμοποιείται για την εξουσιοδοτημένη διανομή του ίδιου προϊόντος στο κράτος-μέλος εισαγωγής. Οι προαναφερθείσες μεταβολές μπορούν, ωστόσο, να δικαιολογήσουν την απαγόρευση της παράλληλης εισαγωγής ενός σηματοδοτημένου προϊόντος μόνον εφόσον δεν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από την νομολογία του ΔΕΕ. 

Περαιτέρω, ο συγγραφέας, ερμηνεύοντας συσταλτικά τα άρθρα 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ και 13 παρ. 2 του Κανονισμού 207/2009/ΕΚ, ορίζει ως μεταβολή στην αρχική κατάσταση ενός παράλληλα εισαγόμενου προϊόντος χωρίς την συσκευασία και το επ’ αυτής τοποθετημένο σήμα του και, κατ’ επέκταση, ως «μεταβολή» της κατάστασης ενός παράλληλα εισαγόμενου προϊόντος υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων την επισκευή και την επανεπεξεργασία του προϊόντος εκτός εάν στο πλαίσιο των σχετικών εργασιών α) εξαλείφθηκαν ελαττώματα ή ατέλειες που αφορούσαν σε μη ουσιώδη, δηλαδή μη άμεσα συνδεδεμένα με το λειτουργικό προορισμό του προϊόντος, μέρη του ή β) αντικαταστάθηκαν μη ουσιώδη για τον λειτουργικό προορισμό του προϊόντος μέρη του ή γ) μεταβλήθηκε το χρώμα ή η απόχρωση του προϊόντος, και το νέο χρώμα ή η νέα απόχρωση του προϊόντος περιλαμβάνεται, κατά το χρονικό σημείο διενέργειας της παράλληλης εισαγωγής (και διάθεσης), στην παλέτα χρωμάτων ή αποχρώσεων που χρησιμοποιεί ο δικαιούχος του σήματος για τον χρωματισμό των προϊόντων του και, επιπλέον, δεν αλλοιώθηκε η ποιότητα ή δεν δημιουργήθηκε κίνδυνος αλλοίωσης της ποιότητας που έφερε το προϊόν κατά την πρώτη διάθεσή του στο εμπόριο.

Ως προς τον δεύτερο νόμιμο λόγο αποκλεισμού της ανάλωσης των δικαιωμάτων στο εθνικό και στο κοινοτικό σήμα, ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι, υπό το φως της νομολογίας του ΔΕΕ, προσβολή ή κίνδυνος προσβολής ή αθέμιτη εκμετάλλευση της φήμης του σήματος παράλληλα εισαγόμενων προϊόντων χωρίς μεταβολή της κατάστασής τους μπορεί να ανακύπτει είτε στο πλαίσιο της διαφήμισης του ανεξάρτητου εμπόρου των προϊόντων είτε στο πλαίσιο των συνθηκών διάθεσης των προϊόντων. Για την απαγόρευση της χρήσης του σήματος παράλληλα εισαγόμενου προϊόντος λόγω του είδους της διαφήμισης που επιλέγει ο ανεξάρτητος έμπορος η βλάβη ή ο κίνδυνος βλάβης της φήμης του σήματος θα πρέπει να είναι σοβαροί.

Τέλος, αντίθετα με την κρατούσα στην γερμανική θεωρία άποψη, ο συγγραφέας δέχεται ότι δεν συνιστά νόμιμο λόγο, κατά την έννοια των άρθρων 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ και 13 παρ. 2 του Κανονισμού 207/2009/ΕΚ, η διατάραξη ενός δικτύου επιλεκτικής διανομής από ανεξάρτητο έμπορο. Κατόπιν, γίνεται αναφορά σε ειδικά θέματα σχετικά με την εφαρμογή των υπό εξέταση άρθρων∙ συγκεκριμένα, στις έννομες συνέπειες υπό το πρίσμα του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού και του δικαίου των λοιπών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, καθώς και την κατανομή του βάρους της απόδειξης. 

Στο τρίτο μέρος της μελέτης, σε δύο κεφάλαια, εξετάζεται η νομική μεταχείριση των παράλληλων εισαγωγών σηματοδοτημένων προϊόντων υπό το πρίσμα του ελληνικού δικαίου, ήτοι η εφαρμογή επ' αυτών του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού και η νομική μεταχείριση των παράλληλων εισαγωγών υπό το πρίσμα του δικαίου των σημάτων, με έμφαση στην νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων επί των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 3 Ν. 2239/1994 (ήδη άρθρου 128 Ν. 4072/2012), το οποίο μεταφέρει στο ελληνικό δίκαιο τις διατάξεις του άρθρου 7 της Οδηγίας 89/104ΕΟΚ (ήδη άρθρου 7 της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ).

Στο τέταρτο μέρος της μελέτης παρουσιάζονται τα περί ανάλωσης του δικαιώματος στο σήμα καθεστώτα, όπως αναγνωρίζονται από τα δέκα σημαντικότερα, κατά τον χρόνο συγγραφής της μελέτης, κράτη – εμπορικούς εταίρους της ΕΕ. Το συμπέρασμα συνοψίζεται στο ότι τα περισσότερα από τα κράτη-μέλη  (ΗΠΑ, Ρωσία, Τουρκία, Νότια Κορέα και Βραζιλία) αναγνωρίζουν την εθνική ανάλωση του δικαιώματος στο σήμα, τρία (Ελβετία, Ιαπωνία και Ινδία) την διεθνή, ενώ η στάση ενός, της Κίνας, είναι αμφίβολη.


(Η Ιωάννα Ν. Κονδύλη είναι επίκουρη καθηγήτρια Αστικού Δικαίου στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.)

 


..