Ο Διόνυσος στην Άνδρο
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΝΔΡΟΥΔΗΣ

Δ. Κυρτάτας, Ο Διόνυσος στην Άνδρο ή Oι μεταμορφώσεις ενός μύθου, Αθήνα: Άγρα, 2012, 121 σελ., 17 έγχρ. εικ. ISBN 9789603259657


Η μονογραφία του καθηγητή Δημήτρη Κυρτάτα με τίτλο Ο Διόνυσος στην Άνδρο ή Οι μεταμορφώσεις ενός μύθου (Άγρα, 2012) ξεκίνησε από ένα άρθρο του στο περιοδικό Νήσος Άνδρος (τ. 3, 2009, σελ. 9-37). Εκεί ξεδίπλωσε για πρώτη φορά τον μίτο μιας παράξενης ιστορίας για ένα θαύμα του θεού Διονύσου. Το εξεταζόμενο βιβλίο του είναι ένα εξαιρετικό, μεστό και καλογραμμένο ιστορικό μελέτημα.

Στο πρώτο από τα τρία κεφάλαιά του, με τίτλο «Η αρχαιότητα», γίνεται αρχικά λόγος για τον θεό Διόνυσο, ο οποίος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο συνδέθηκε με το αμπέλι, το κρασί και το γλέντι. Διόλου τυχαία ο αμφιλεγόμενος θεός έγινε γνωστός με πλήθος ονόματα, μορφές και ιδιότητες. «Χάρμα βροτοῖσιν» τον αποκάλεσε ο Όμηρος, παραπέμποντας στην οινοποσία, τον έρωτα, αλλά και στην έκσταση και τη μανία των βακχικών. Τον αποκάλεσε μαινόμενο και Μαινάδες τις συντρόφους του (τις Βάκχες) που χόρευαν κρατώντας θύρσους. Οι Ρωμαίοι τον ταύτισαν με τον θεό Liber, αποκαλώντας τον Liberpater. Οι γιορτές και οι τελετές του προκάλεσαν πολλές φορές διωγμούς των συμμετεχόντων από τις ρωμαϊκές αρχές.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Διόνυσος ή Βάκχος γεννήθηκε ή ανατράφηκε στην πόλη Νύσα, η οποία, καθώς ήταν μυθική, έλαβε και πολλές μορφές. Σε ένα θαλασσινό του ταξίδι ο Διόνυσος έφτασε στις Κυκλάδες (εικ. 1), όπου αγαπήθηκε πολύ, ιδιαίτερα στη Νάξο, κυριαρχώντας μάλιστα στην τέχνη της. Έντονη ήταν και η παρουσία του κατά τον 4ο και τον 3ο αι. π.Χ. στην αρχαία πόλη της Άνδρου (σημερινή Παλαιόπολη), στο δυτικό τμήμα της νήσου (εικ. 2). Το θαύμα στην Άνδρο στο οποίο αναφέρεται το βιβλίο μας έγινε γνωστό από μαρτυρία του Ρωμαίου ανώτατου αξιωματούχου Μουκιανού, ο οποίος φέρεται να επισκέφθηκε το νησί στις αρχές της δεκαετίας του 50 μ.Χ. Τη μαρτυρία διέσωσε ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (23–79 μ.Χ.), ο οποίος κάνει δύο φορές αναφορά στο θαύμα. Σύμφωνα με την πρώτη, στις 5 Ιανουαρίου ανάβλυζε από τον ναό του θεού Διονύσου πηγή, η οποία είχε πάντα τη γεύση οίνου. Η εορτή αυτή ονομαζόταν ημέρα της θεοδοσίας, δηλαδή της προσφοράς του θεού. Σύμφωνα με τη δεύτερη αναφορά, κάθε χρόνο κατά τους επταήμερους εορτασμούς του θεού στην Άνδρο, από μια πηγή αφιερωμένη στον Διόνυσο έρεε οίνος, ο οποίος όμως όταν μεταφερόταν σε μακρινό σημείο αποκτούσε και πάλι τη γεύση ύδατος. Ο ναός αυτός δεν είναι γνωστό πού ακριβώς βρισκόταν, καθώς δεν έχουν εντοπιστεί κατάλοιπά του.

Στη συνέχεια του κεφαλαίου ο συγγραφέας καταδεικνύει ότι το πάθος για τα αμπέλια και το κρασί δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων. Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (πριν από το τέλος του 1ου αι. μ.Χ.) αναφέρει ως πρώτο θαύμα του Χριστού αυτό στον γάμο στην Κανά. Εκεί, κατόπιν εντολής του Ιησού, γέμισαν έξι υδρίες με νερό, το οποίο αργότερα μετατράπηκε σε κρασί. Πολλοί χριστιανοί υποστήριζαν ότι το θαύμα επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου σε διάφορες περιοχές. Η μετατροπή του νερού σε κρασί φανέρωνε δίχως άλλο τη θεϊκή παρουσία. Σε άλλο σημείο του Ευαγγελίου ο Ιησούς δηλώνει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή», εξηγώντας στους μαθητές του ποιος ήταν ο αληθινός Διόνυσος. Οι μαθητές ήταν τα κλήματα του αληθινού αμπελιού. Η μετάβαση από τον Διόνυσο στον Ιησού φυσικά έλαβε και άλλες μορφές.

Στο επόμενο κεφάλαιο, με τίτλο «Αναγέννηση», ο καθηγητής Δ. Κυρτάτας επαναφέρει σταδιακά μια κοσμικότητα που είχε χαθεί στα χρόνια του Βυζαντίου. Τότε η αρχαία πρωτεύουσα (σημερινή Παλαιόπολη) συνέχισε να κατοικείται, όμως φαίνεται ότι ξεχάστηκαν ο θεός Διόνυσος και το θαύμα του. Αργότερα, κοντά στα μέσα του 15ου αι. εικονίστηκε (από τον Έλληνα ζωγράφο Άγγελο Ακοτάντο από τη βενετοκρατούμενη Κρήτη) ο Χριστός ως άμπελος, από τους κλώνους της οποίας φύονται βότρεις που πλαισιώνουν μαθητές και ευαγγελιστές. Το κρασί και ο Διόνυσος επανήλθαν στο προσκήνιο, έστω και με αυτόν τον τρόπο.  

Στα χρόνια της Αναγέννησης, η Άνδρος, λόγω των επαφών με την Κρήτη και τη Βενετία, επανέφερε στο προσκήνιο το κρασί και τη γιορτή. Η «ανάμνηση» αυτή και οι σχέσεις με τη Δυτική Ευρώπη της εποχής διατήρησαν τη διονυσιακή κοσμικότητα του νησιού στα χρόνια των Βενετών. Ο Βενετός καπετάνιος και χαρτογράφος Bartolomeo Zamberti dalli Sonetti, περιγράφοντας το 1481 την Άνδρο, αναφέρθηκε και στο θαύμα του κρασιού, την πρώτη κάθε Γενάρη. Την ίδια εποχή σοφοί μελετητές από τη Δύση «ξέθαψαν» τα σχετικά με το θαύμα του Διονύσου χωρία και κατέστησαν την αρχαία παράδοση επίκαιρη. Με παραγγελία του Alfonso d’Este (εικ.3), δούκα της Φερράρας στην Ιταλία (1476–1534), ο Τισιανός (1485–1576) ζωγράφισε κατά την περίοδο 1518–1526 τρεις πίνακες, ανάμεσά στους οποίους ήταν και η Βακχική εορτή των Ανδριωτών (εικ. 4). Στον αριστουργηματικό αυτό πίνακα εικονογράφησε με αρκετή ακρίβεια τις πληροφορίες του Φιλόστρατου: τον ποταμό από οίνο να ρέει ανέρωτος, νέους να μαζεύουν με κανάτια νερό (και όχι Τρίτωνες με κοχύλια), τους Ανδριώτες να τραγουδούν και να χορεύουν αφού έχουν μεθύσει, τη γυναικεία χορωδία να παίζει αυλούς, ένα καράβι να μεταφέρει τον Διόνυσο, ο οποίος, αφού είχε ξεσηκώσει τους Ανδριώτες, πήγαινε στον επόμενο σταθμό του. Ο πίνακας άσκησε τέτοια επιρροή, ώστε οι βακχικές εορτές έγιναν από τα πιο αγαπημένα θέματα ζωγραφικής στον 17ο αι. Έτσι πληροφορούνταν στη Δύση για την εύνοια που έδειχνε ο Διόνυσος στο νησί και τη θαυματουργή πηγή.

Σε μια εποχή που επιζούσε ακόμη το λατινικό δόγμα στην Άνδρο, λίγο πριν από τα μέσα του 17ου αι., η μικρή πλέον κοινότητα των καθολικών ισχυρίστηκε κάποια στιγμή ότι το θαύμα της μετατροπής του νερού σε κρασί είχε αναβιώσει σε ένα χριστιανικό περιβάλλον. Αυτό συνέβαινε την ημέρα των Θεοφανίων, που συμπίπτει σχεδόν με την αρχαία διονυσιακή ημέρα της θεοδοσίας στην Άνδρο. Στη δυτική παράδοση, κατά τα Θεοφάνια, οι καθολικοί τιμούν τον εν Κανά γάμο και το θαύμα του Χριστού με τη μετατροπή του ύδατος σε οίνο. Τις σχετικές μαρτυρίες εντόπισε ο αιδεσιμότατος Δον Γαβριήλ Φ. Προβιλέγγιος, καθολικός εφημέριος στον ναό της Παναγίας Φανερωμένης Σύρου. Η πηγή του εφημερίου δεν προσδιόρισε τον τόπο όπου υποτίθεται ότι επαναλαμβανόταν το θαύμα, όμως δήλωσε σαφώς ότι αυτό γινόταν κοντά ή εντός της πόλης, δηλαδή της Χώρας. Πάντως, η μεταγενέστερη παράδοση ορίζει ως τόπο του θαύματος τις Μένητες, έναν οικισμό που απέχει δύο ώρες δρόμο από τη Χώρα.

Τέλος, το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου πραγματεύεται τα σχετικά με το θαύμα στους νεότερους χρόνους. Ήδη το 1698 η Άνδρος έμεινε με πενήντα μόνο καθολικούς και σταδιακά έσβησε κάθε πρότερη «ανάμνηση», καθώς δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για μαζικούς εορτασμούς και θαύματα. Πάντως, οι Ανδριώτες δεν λησμόνησαν εντελώς τον βραχύβιο αλλά εντυπωσιακό εορτασμό των Θεοφανίων. Μετά την Ελληνική Επανάσταση και με την ενθάρρυνση του βασιλιά Όθωνα, περιηγητές και αρχαιολόγοι από τη Δύση επισκέφθηκαν την Άνδρο αναζητώντας τον διονυσιακό ναό και τα υλικά κατάλοιπα του αρχαίου θαύματος, πρωτίστως στην Παλαιόπολη και μετά στις Μένητες.

Τον 19ο αι., οι Ανδριώτες πίστευαν ότι το αρχαίο θαύμα και η χριστιανική του αναβίωση συμφύρονταν και ότι επάνω στα ερείπια του ναού του Διονύσου είχε κτιστεί μια χριστιανική εκκλησία. Μάλιστα τη σύνδεση δεν τη φαντάστηκαν ούτε στον τόπο που βρισκόταν ο αρχαίος ναός (Παλαιόπολη) ούτε και στη Χώρα, δηλαδή εκεί όπου υπάρχει η σχετική μαρτυρία για τη χριστιανική αναβίωση, αλλά σε ένα μικρό χωριό 265 κατοίκων, τις Μένητες, κτισμένο επάνω από τη Χώρα. Εκεί, το φυσικό περιβάλλον ικανοποιούσε με τρόπο μοναδικό και τις δύο παραδόσεις. Οι Ανδριώτες υποδείκνυαν στους επισκέπτες που αναζητούσαν τον ναό του Διονύσου τη γραφική εκκλησία της Παναγίας της Κούμουλου στις Μένητες (εικ. 5) (εορτάζει στις 23 Αυγούστου), κάτω από το ιερό της οποίας πίστευαν ότι βρίσκονταν τα ερείπια του αρχαίου ναού. Πιο χαμηλά ακόμη ανάβλυζε πηγή και το γεγονός αυτό έμοιαζε να συνδυάζει όλα τα ήδη γνωστά. Η πυκνή βλάστηση, τα πολλά αμπέλια, οι πηγές που έρεαν εν σειρά, θύμιζαν τόσο τη σπηλιά της Καλυψώς, όσο και τη μυθική Νύσα. Απέμενε μονάχα να διατυπωθεί μια δημιουργική σύνθεση και να υποδειχθεί έτσι η ύπαρξη μίας ακόμη Νύσας. Ο Ανδριώτης σοφός του 19ου αι. Θεόφιλος Καΐρης ήταν ίσως εκείνος που συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία και τη διάδοση του μύθου για τη θεμελίωση μιας εκκλησίας επάνω στα ερείπια του διονυσιακού ναού.

Πάντως, ο ναός της Παναγίας στις Μένητες, η σύνδεσή του με τον αρχαίο ναό του Διονύσου και η ντόπια παράδοση, σύμφωνα με την οποία εκεί γινόταν το θαύμα του Διόνυσου με το νερό της πηγής και το κρασί, τράβηξαν το ενδιαφέρον αρχαιολόγων και λογίων που επισκέφθηκαν τις Μένητες (εικ. 6) και, μετά, τον ερειπιώνα της Παλαιόπολης. Οι περισσότεροι, όμως, βασισμένοι στους αρχαίους συγγραφείς, υποστήριζαν ότι ο ναός του Διόνυσου από τον οποίο κατά την αρχαιότητα μία φορά τον χρόνο το ύδωρ έρεε ως οίνος θα έπρεπε να αναζητηθεί στην Παλαιόπολη και όχι στις Μένητες. Οι ντόπιοι ωστόσο, αν και ποτέ δεν είχαν βρεθεί αρχαιότητες στο χωριό τους, ήταν πεπεισμένοι ότι το αρχαίο θαύμα γινόταν στις Μένητες. Προς το τέλος του 19ου αι., μελετητές όπως ο Αντώνιος Μηλιαράκης, ο James Theodore Bent και ο James Irving Manatt αντέκρουσαν την τοπική παράδοση για τον Διόνυσο και τις Μένητες.

Ενώ η πορεία προς τη δημιουργική σύνθεση του θαύματος του Διονύσου στις Μένητες δεν έχει διευκρινιστεί, εντούτοις η κατάληξη παραμένει ζωντανή. Το όνομα του Διονύσου είναι συνώνυμο του γλεντιού και του κρασιού, και στους εορτασμούς του τα πλήθη συρρέουν με ενθουσιασμό. Στις Μένητες οι ταβέρνες αποκαλούνται «Διόνυσος» και τα καταλύματα «Μαινάδες». Είναι προφανής η τουριστική εκμετάλλευση. Ουδείς γνωρίζει ποιες ακόμη μεταμορφώσεις αναμένουν τον μύθο του θεού για το νερό και το κρασί.

Εν κατακλείδι, το βιβλίο Ο Διόνυσος στην Άνδρο ή Οι μεταμορφώσεις ενός μύθου είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και περιεκτικό πόνημα, που συγκεντρώνει σχολαστικά και συστηματικά όλες τις σχετικές μαρτυρίες για το θαύμα του θεού στην Άνδρο και τις μεταμορφώσεις του, συνδέοντάς τες μεταξύ τους με εύλογες και ελκυστικές υποθέσεις. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ευρετήριο με λέξεις και ονόματα που επαναλαμβάνονται συχνά (Άνδρος, θεός Διόνυσος ή Βάκχος, αμπέλι).

 

(Ο Πασχάλης Ανδρούδης είναι δρ Αρχαιολογίας, αρχιτέκτων, αναστηλωτής και λέκτορας Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.)

 

Εικ. 1: Κύλικας του 6ου αι. π.Χ. με παράσταση του Διονύσου να ταξιδεύει στο πέλαγος. Αποδίδεται στον ζωγράφο Εξηκία (Staatliche Antikensammlungen, Μόναχο).
Εικ. 2: Χάρτης της Άνδρου που συνοδεύει το χειρόγραφο του Buodelmonti (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη).
Εικ. 3: Ο Alphonso d’Este, δούκας της Φερράρας από το 1505 έως το 1535. Λεπτομέρεια από αντίγραφο πίνακα του ζωγράφου Τισιανού, που έχει σήμερα χαθεί.
Εικ. 4: Πίνακας του Τισιανού με τίτλο Βακχική εορτή των Ανδριωτών (1524) (Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο).
Εικ. 5: Παναγία η Κούμουλος. Οι πηγές του νερού κάτω από τη βόρεια πλευρά της εκκλησίας.
Εικ. 6: Πηγή στις Μένητες. Φωτογραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου (1920).

..