Πόλεμος και θρησκευτική συνείδηση στην Ύστερη Αρχαιότητα
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ

Despina Iosif, Early Christian Attitudes to War, Violence and Military Service, Piscataway, NJ: Gorgias Press, 2013, 402 σελ. ISBN 978-1-61143-486-6


Το βιβλίο της Δέσποινας Ιωσήφ Early Christian Attitudes to War, Violence and Military Service αποτελεί επεξεργασμένη μορφή διδακτορικής διατριβής που εκπονήθηκε με υποτροφία του ΙΚΥ και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Α. Σ. Ωνάσης στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, από το 1999 έως το 2003. Το θέμα του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο για τη μελέτη του πρώιμου χριστιανισμού, αλλά και για την κατανόηση της Ύστερης Αρχαιότητας γενικότερα. Επιπλέον, είναι και επίκαιρο, εφόσον τα ζητήματα του συσχετισμού της βίας και του πολέμου με τις θρησκευτικές δοξασίες και τη θρησκευτική συνείδηση αναδεικνύονται έντονα στον σημερινό κόσμο, κάποτε μάλιστα με τρόπο δραματικό. Η πραγμάτευση του θέματος είναι ενδελεχής και η παρουσίαση γλαφυρή, κατατοπιστική και εύληπτη. Ξεχωρίζει ωστόσο η προσεκτική μέθοδος, που οδηγεί προσεκτικά από το ένα βήμα στο άλλο, και από το ένα επιχείρημα στο επόμενο. Τα τελικά συμπεράσματα είναι, έτσι, εξαιρετικά σύντομα και λιτά, εφόσον κάθε κεφάλαιο ολοκληρώνεται με σύνοψη και ανακεφαλαίωση.

Η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου ενδέχεται πάντως να βρίσκεται στην αντίληψη της συγγραφέως για την ίδια την ιστορική έρευνα και την ιστορική πραγματικότητα. Για τη Δέσποινα Ιωσήφ, το ζήτημα της βίας και του πολέμου στον κόσμο των πρώτων χριστιανών δεν ήταν πρωτίστως ούτε δογματικό ούτε απολογητικό. Ήταν ζήτημα ζωής και καθημερινής διαβίωσης∙ μπορούσε, μάλιστα, να καταστεί και ζήτημα θανάτου.

Διερευνώντας ένα μεγάλο και ετερόκλητο πλήθος πρωτογενών πηγών –λογοτεχνικών, επιγραφικών και παπυρικών–, η Ιωσήφ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι πρώτοι χριστιανοί αντιμετώπιζαν τη βία, τον πόλεμο και τη στρατιωτική θητεία με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Οδηγούνταν, έτσι, σε απόψεις και συμπεριφορές που παρουσίαζαν μεγάλη ποικιλία και που εμφανίζονταν συχνά αντιφατικές έως και διαμετρικώς αντίθετες μεταξύ τους. Η ποικιλία των απόψεων, όπως δείχνουν οι μαρτυρίες, οφείλεται ασφαλώς στον σύνθετο χαρακτήρα των ίδιων των πρώιμων χριστιανικών κοινοτήτων κατά τους τέσσερις αιώνες τους οποίους διερευνά η συγγραφέας. Οφείλεται στην εξέλιξη των ιδεών, από το πρώτο ξεκίνημα, στην εδραίωση της νέας θρησκείας την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των διαδόχων του. Οφείλεται στην ιδιοσυγκρασία των ίδιων των πιστών, που προβάλλουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο προσκήνιο της ιστορίας. Το πιο πρωτότυπο πάντως συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η ποικιλία των απόψεων ως προς τα σημαντικά αυτά θέματα οφείλεται κυρίως στη σχετική αδιαφορία των περισσότερων χριστιανών πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων να αποσαφηνίσουν αυτό το ζήτημα ως κεντρικό και φλέγον.

Πράγματι, οι πρώτοι χριστιανοί θεολόγοι που ασχολήθηκαν συστηματικά με πλείστα ζητήματα καθημερινής διαβίωσης και συμπεριφοράς δεν ανέδειξαν με τον ίδιο ζήλο τις απόψεις τους γύρω από τη συμμετοχή χριστιανών στον πόλεμο και στο ρωμαϊκό στράτευμα. Οι σημερινοί μελετητές ερμηνεύουν συχνά τη σιωπή αυτή προϋποθέτοντας μια δεδομένη καταδίκη κάθε μορφής βίας, και μάλιστα στρατιωτικής. Αλλά αυτό, όπως εξηγεί η Ιωσήφ, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυταπόδεικτο. Όπως γίνεται φανερό, πολλοί χριστιανοί υπηρετούσαν στον ρωμαϊκό στρατό από πολύ νωρίς, χωρίς να αντιμετωπίζουν πρόβλημα συνείδησης, και χωρίς επικρίσεις από το ιερατείο και τους πατέρες.

Στις πηγές προβάλλουν, ασφαλώς, ορισμένες πολύ αρνητικές τοποθετήσεις γύρω από τη στρατιωτική θητεία. Προβάλλουν ακόμη περισσότερο μαρτυρίες για χριστιανούς που επέλεξαν τον θάνατο, αρνούμενοι να αποδεχτούν τα στρατιωτικά σύμβολα ή να υπακούσουν στους ανωτέρους τους. Οι ακραίες απόψεις και οι ακόμη πιο ακραίες πράξεις απαιτούν ερμηνείες. Αλλά η ιστορική μέθοδος της Ιωσήφ έχει άλλες προτεραιότητες. Πριν ακούσει τις φωνές επίλεκτων πατέρων και πριν αναλύσει την αυτοθυσία αφοσιωμένων πιστών, σπεύδει να παρατηρήσει ότι, στην πραγματικότητα, οι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνουν τη συστηματική παρουσία πολλών χριστιανών στο ρωμαϊκό στράτευμα. Άλλωστε, τότε έχουν νόημα οι μοναχικές και οι ηρωικές συμπεριφορές, όταν αντιπαραβάλλονται με το σύνηθες και το κανονικό.

Όπως είναι αναμενόμενο από μια μελέτη που δεν υπακούει σε γενικά σχήματα και απλουστευτικές απαντήσεις, η Ιωσήφ δεν ερμηνεύει τη σθεναρή στάση και τα μαρτύρια ορισμένων χριστιανών με τον ίδιο πάντα τρόπο. Επισημαίνει ωστόσο ότι, όπως βεβαιώνουν με τρόπο κατηγορηματικό οι πηγές, το πρόβλημα δεν βρισκόταν, κατά κανόνα, στην ίδια τη στρατιωτική θητεία, ούτε στην υποχρέωση άσκησης βίας. Η στρατιωτική θητεία ήταν κάποτε προβληματική διότι συνοδευόταν από την υποχρέωση τέλεσης θρησκευτικών πράξεων που δεν μπορούσε να αποδεχτεί ένας χριστιανός. Αν ένας χριστιανός στρατιώτης έβρισκε τον τρόπο να μη θυσιάσει στους θεούς των εθνικών και να μη φορέσει σύμβολα παγανιστικής λατρείας, σπάνια είχε πρόβλημα να εκτελέσει όλες τις υπόλοιπες στρατιωτικές του υποχρεώσεις.

Η διεισδυτική αυτή παρατήρηση οδηγεί την Ιωσήφ σε μια δεύτερη και εξίσου εύστοχη διαπίστωση. Πραγματικές και ουσιαστικές αντιρρήσεις στη στρατολογία χριστιανών δεν είχαν τόσο οι ίδιοι οι χριστιανοί όσο οι εθνικοί αντίπαλοί τους. Στον βαθμό που κάθε στρατός επικαλείται τη θεϊκή επίνευση, ιδίως τις κρίσιμες στιγμές, η αποχή των χριστιανών από τις επίσημες και παραδοσιακές θρησκευτικές τελετές προκαλούσε την ιερή οργή των άλλων στρατιωτών. Όταν μάλιστα οι χριστιανοί προσεύχονταν την ίδια ώρα στον δικό τους Θεό ή όταν έκαναν το σημείο του σταυρού για να ακυρώσουν την επενέργεια δαιμόνων, οι εθνικοί θεωρούσαν ότι προσβάλλονταν και ταπεινώνονταν οι δικοί τους θεοί. Είναι απολύτως ενδεικτικό ότι οι τελευταίοι και μεγάλοι διωγμοί των χριστιανών άρχισαν με την εκδίωξή τους από την αυτοκρατορική αυλή και το στράτευμα.

Μία από τις πιο εντυπωσιακές διαπιστώσεις της Ιωσήφ είναι ότι οι πρώτες αντιρρήσεις των χριστιανών ως προς την ίδια τη στρατιωτική θητεία, και όχι ως προς τους θρησκευτικούς συμβολισμούς που αυτή προϋπέθετε, εμφανίστηκαν την εποχή που το επάγγελμα έπαψε να γίνεται ελκυστικό ευρύτερα στον πληθυσμό, δηλαδή στα χρόνια του μεγάλου διώκτη Διοκλητιανού. Αλλά και πάλι, η παρουσία χριστιανών στα αυτοκρατορικά στρατεύματα συνέχισε να αυξάνεται. Όταν μάλιστα ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι χριστιανοί διάδοχοί του επέλυσαν οριστικώς το πρόβλημα του θρησκευτικού συμβολισμού προς όφελος των χριστιανών, η παρουσία πιστών, ακόμη και στα υψηλά κλιμάκια της στρατιωτικής ιεραρχίας, έγινε μαζική. Καθώς εκχριστιανιζόταν ολόκληρη η αυτοκρατορία, ο αυτοκρατορικός στρατός γινόταν επίσης πρωτίστως χριστιανικός.

Το ζήτημα άρχισε, έτσι, να απασχολεί συστηματικά τους χριστιανούς θεολόγους και τις εκκλησιαστικές συνόδους. Η στρατιωτική θητεία και ο πόλεμος γίνονταν πλέον χριστιανική υπόθεση. Για την αντιμετώπιση της νέας κατάστασης, η χριστιανική Εκκλησία οδηγήθηκε σε νέα συμπεράσματα και έδωσε νέες οδηγίες προς τους πιστούς. Η πρώτη σημαντική απόφαση αφορούσε το ιερατείο, τους μοναχούς και τους ασκητές. Η συμβολή τους στην επιτυχία των πολεμικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να περιοριστεί σε προσευχές και συμβουλές, συχνά από την πρώτη γραμμή του μετώπου. Για τη στράτευση λαϊκών χριστιανών δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Η δεύτερη σημαντική απόφαση σχετιζόταν με τον ίδιο τον χαρακτήρα του πολέμου. Σύμφωνα με τη θεωρία, ένας πόλεμος γινόταν υπόθεση των χριστιανών μόνον όταν μπορούσε να θεωρηθεί ιερός ως προς τις επιδιώξεις του. Ένα νέο κεφάλαιο άνοιγε έτσι στην ιστορία του πολέμου, καθώς ο ιερός πόλεμος και οι πρώτοι σταυροφόροι (δηλαδή στρατιώτες που έφεραν το χριστιανικό σύμβολο) άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους – και να ανοίγουν τον δρόμο για τους σταυροφόρους του Μεσαίωνα.

Με τη σημαντική αυτή μελέτη, η Δέσποινα Ιωσήφ αποκαθιστά βήμα προς βήμα όλα τα ζητήματα που συσχέτιζαν τους πρώτους χριστιανούς με τη βία και τον πόλεμο. Οι διεισδυτικές της παρατηρήσεις επιλύουν τα περισσότερα προβλήματα που απασχολούν από χρόνια τους μελετητές. Εφόσον, όπως εξηγεί, οι βασικές αντιρρήσεις των πρώτων χριστιανών εντοπίζονταν στο ζήτημα της προσευχής και των ιερών συμβόλων, και όχι της ίδιας της άσκησης αναγκαστικής βίας, οι αντιφάσεις σχεδόν εξαφανίζονται, και η πορεία από τους χριστιανούς στρατιωτικούς μάρτυρες στους σταυροφόρους του Μεγάλου Κωνσταντίνου γίνεται απολύτως φυσιολογική. Η εκτίμηση αυτή για τον ρόλο της θρησκείας και της θρησκευτικής συνείδησης στον κόσμο των πρώτων χριστιανών συμβάλλει και στην καλύτερη κατανόηση της Ύστερης Αρχαιότητας στο σύνολό της, μιας εποχής κατά την οποία η θρησκεία βρέθηκε στο προσκήνιο και καθόρισε τις ιστορικές εξελίξεις.


(Ο Δημήτρης Ι. Κυρτάτας είναι καθηγητής της Ύστερης Αρχαιότητας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.)

 


..