Αναζητώντας την αλήθεια στην τραγωδία: Mια συζήτηση με την Anne Bogart
AΠΟΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΛΗΔΑ ΜΠΟΥΖΑΛΗ
   

Η Anne Bogart, μία από τις πλέον καινοτόμους και αναγνωρισμένες σκηνοθέτριες του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου, ήταν τον περασμένο Δεκέμβριο προσκεκλημένη του θυγατρικού Ιδρύματος Ωνάση της Νέας Υόρκης, για να συμμετάσχει στη σειρά συζητήσεων που διοργανώνει το Ίδρυμα σε συνεργασία με τον διακεκριμένο φιλόσοφο Simon Critchley. Η συζήτηση είχε θέμα την αναζήτηση της αλήθειας στο αρχαιοελληνικό θέατρο.

Καλλιτεχνική διευθύντρια της θεατρικής ομάδας SITI, την οποία ίδρυσε το 1992 μαζί με τον Ιάπωνα σκηνοθέτη Tadashi Suzuki, η Anne Bogart διδάσκει παράλληλα στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, όπου διευθύνει το τμήμα Graduate Directing Concentration. Στην πληθώρα των παραστάσεων τις οποίες έχει σκηνοθετήσει η Bogart περιλαμβάνονται οι Τρωάδες του Ευριπίδη σε προσαρμογή της Jocelyn Clarke, που παρουσιάστηκαν πέρυσι στη Μουσική Ακαδημία του Μπρούκλιν (ΒΑΜ) και παλαιότερα στη Βίλα Getty του Λος Άντζελες, καθώς και η Αντιγόνη του Σοφοκλή, η οποία επίσης παρουσιάστηκε στη Βίλα Getty. Η διακεκριμένη Αμερικανίδα σκηνοθέτρια ξεκίνησε τη συζήτηση με μια γενική τοποθέτηση γύρω από το αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Anne Bogart (Α.Β.): Το θέατρο είναι η μοναδική μορφή τέχνης που εξετάζει τη συνολικότερη πορεία του ανθρώπου, θέτοντας το ερώτημα: «Πώς πορευόμαστε;» Στα θεατρικά έργα συνήθως κάτι πάει στραβά: ο Δούρειος Ίππος εισέρχεται στην πόλη της Τροίας, η πόλη καταλαμβάνεται και λεηλατείται, ενώ οι γυναίκες από αριστοκράτισσες γίνονται σκλάβες. Μέσα από αυτό το συμβάν αναδεικνύεται ένα νέο κοινωνικό σύστημα. Θα έλεγα ότι το ίδιο ισχύει και σε άλλα κλασικά έργα, όπως Ο θάνατος του εμποράκου ή το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;

Ο λόγος για τον οποίο το αρχαίο δράμα επιβιώνει μέχρι σήμερα είναι ότι θέτει ερωτήματα που εξακολουθούν να μας αφορούν. Ανεβάσαμε τις Τρωάδες στο Κονέκτικατ λίγο καιρό μετά το καταστροφικό πέρασμα του τυφώνα Σάντι. Ήταν συγκλονιστικό να ακούς την Εκάβη, η οποία βλέπει ερειπωμένη την αγαπημένη της πόλη, να θρηνεί λέγοντας: «Η ζωή που ήξερα έχει τελειώσει». Ήταν τόσο καίριο, τόσο επίκαιρο το θέμα του έργου! Οι Τρωάδες είναι έργο αγαπητό στο κοινό ακριβώς γιατί αναφέρονται σε πρωταρχικά και ενστικτώδη ζητήματα.

Τα θεατρικά έργα, λοιπόν, ξεκινούν με κάτι που πάει στραβά. Το εκκρεμές της ζωής φτάνει στο άλλο άκρο. Κάθε σπουδαίο θεατρικό έργο είναι ένας κόσμος εκτός ισορροπίας. Συνήθως οι ήρωες κάνουν φρικτές πράξεις. Είναι επίσης παράξενος ο τρόπος με τον οποίο σε κάθε θεατρικό έργο συνυπάρχουν δύο επίπεδα: ξετυλίγεται μια ιστορία όπου μια κοινωνία προσπαθεί να αναδιοργανωθεί και να ανακτήσει τη χαμένη της ισορροπία∙ ταυτόχρονα, όμως, ο θεατής παρακολουθεί μια ομάδα ηθοποιών οι οποίοι αλληλεπιδρούν μέσα στο δικό τους «κοινωνικό» σύστημα. Οι ηθοποιοί ξέρουν ότι μια κακή πρόβα δεν μπορεί να κρυφτεί μέσα σε μια παράσταση, γιατί οι θεατές διαισθάνονται κατά πόσον συμπλέουν οι ηθοποιοί.

Ζούμε σε μια εποχή μεταβατική, όπου πάρα πολλά πράγματα αλλάζουν. Η κοινωνία μας μεταλλάσσεται σε μια λιγότερο ιεραρχική δομή, και αυτό θα διαφανεί μέσα από τα θεατρικά έργα. Επομένως, το θέατρο μεταφέρει τις μεταβολές που υφιστάμεθα ως άνθρωποι και βρίσκει νέους τρόπους για την οργάνωση της κοινωνίας. Ζούμε σε εποχές μεγάλων αλλαγών.

Simon Critchley (S.C.): Το θέατρο, πράγματι, προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα τα οποία τίθενται σε εποχές κρίσεων, όταν ένας νέος κόσμος διαδέχεται έναν άλλον, που πεθαίνει. Έχετε πει σε συνέντευξή σας ότι, εάν το θέατρο ήταν μια λέξη, αυτή θα ήταν «θυμάμαι». Τι συμβαίνει όταν ως θεατές δεν έχουμε καμία ανάμνηση σχετική με το θέμα του έργου;

Α.Β.: Θα μιλήσω πολύ προσωπικά. Σε κάποια φάση της ζωής μου, θύμωσα με τους σπουδαίους δασκάλους του θεάτρου (όπως ο Harold Klerman και η Stella Adler) και για όλα όσα είχα κληρονομήσει. Τι ακριβώς είμαστε εάν το έργο μας αναπτύσσεται με βάση τα επιτεύγματα κάποιων προηγούμενων γιγάντων; Με ποιον τρόπο θυμόμαστε και πώς υιοθετούμε το όραμά τους προσαρμόζοντάς το στις δικές μας συνθήκες; Με ενδιαφέρουν οι «αποσκευές» που κουβαλάει κάθε σπουδαίο θεατρικό έργο. Μπορεί κανείς να υποκριθεί ότι δεν υπάρχουν;

Προσεγγίζοντας τις Τρωάδες, βρίσκω καταρχάς ενδιαφέρον το ότι ο ακαδημαϊκός κόσμος τις αντιπαθεί ως έργο, θεωρώντας ότι έχει κακή δομή, ότι είναι κακογραμμένο ή ότι πρόκειται απλώς για έναν Χορό δυστυχισμένων γυναικών που καταλήγουν ακόμη πιο δυστυχισμένες. Το κοινό, όμως, ανέκαθεν λάτρευε το έργο αυτό. Στη δική μου παραγωγή, θέλησα να τοποθετήσω όλες τις ηρωίδες ταυτόχρονα στη σκηνή, χωρίς την παρουσία Χορού, καθαρώς για οικονομικούς λόγους. Μπορούν η Κασσάνδρα, η Ανδρομάχη και η Ελένη να εκπροσωπήσουν, να αποτελέσουν οι ίδιες τον Χορό; Μπορούν να αντιπροσωπεύσουν όλες τις γυναίκες και ταυτόχρονα να διατηρήσουν την προσωπική παρουσία του χαρακτήρα τους; Πρόκειται, πιστεύω, για μεταμοντέρνα προσέγγιση.

S.C.: Είπατε ότι οι ακαδημαϊκοί αντιπαθούν τις Τρωάδες. Ο πρώτος «ακαδημαϊκός» ήταν ο Αριστοτέλης...

Α.Β.: O οποίος μισούσε το θέατρο εν γένει...

S.C.: Και λέει μάλιστα ότι το θέατρο παράγει φόβο και οίκτο μέσω μηχανισμών αντιστροφής και αναγνώρισης, οι οποίοι οδηγούν στην κάθαρση των συναισθημάτων.

Α.Β.: Μια άλλη έννοια του όρου κάθαρσις είναι το να ρίχνεις φως σε μέρη σκοτεινά. Ως σκηνοθέτρια με ενδιαφέρει να ρίχνω φως, σαν με φακό, σε σκοτεινά σημεία.

S.C.: Η αλήθεια της τραγωδίας είναι ότι αναφέρεται σε οδυνηρές καταστάσεις. Ο πόνος έχει νόημα εφόσον οδηγεί σε κάποιο αποτέλεσμα, όταν δηλαδή επέρχεται η κάθαρσις. Στην Ορέστεια συναντάμε αρκετές φορές τη φράση «πρέπει να υποφέρουμε για την αλήθεια». Η οδύνη της Κλυταιμνήστρας και του Αγαμέμνονα οδηγεί στην αλήθεια, δηλαδή στη δημιουργία μιας νέας πολιτικής τάξης στην Αθήνα. Αντίθετα, στις Τρωάδες η Εκάβη απλώς υποφέρει και συνεχίζει να υποφέρει χωρίς τέλος. Στη δε Εκάβη του Ευριπίδη, η ηρωίδα μεταμορφώνεται μετά θάνατον σε σκύλο. Η εξέλιξη δηλαδή είναι συνεχώς επί τα χείρω. Ο Ευριπίδης είναι δυσάρεστος για το κοινό, γιατί οι ήρωές του υποφέρουν άσκοπα. Μπορεί το έργο του να είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν μιλά για το μεγαλείο με το οποίο έχουμε συνδέσει την αρχαιοελληνική τραγωδία.

Α.Β.: Δύο πράγματα με ενδιαφέρουν στον Ευριπίδη: πρώτον, το γεγονός ότι αποδομεί τα πράγματα, σε αντίθεση με τους αμέσως προηγούμενους, οι οποίοι δημιουργούσαν δομές. Ως παιδί του μεταμοντερνισμού (ρεύμα το οποίο, σημειωτέον, έχει τελειώσει, μια και αποδομήσαμε τα πράγματα σε σημείο που πλέον δεν έχουν νόημα, και πρέπει να αναδομήσουμε και να ξαναδούμε τι είναι ιστορία, ποιος την αφηγείται και σε τι αναφέρεται), νιώθω περισσότερο κοντά στον Ευριπίδη παρά στους άλλους κλασικούς.

Το δεύτερο σημείο που βρίσκω ενδιαφέρον είναι ότι οι Τρωάδες αναφέρονταν πιθανότατα στη σφαγή της Μήλου, ένα ιστορικό γεγονός που είχε συμβεί λίγα χρόνια πρωτύτερα. Το κοινό των Τρωάδων αποτελείτο κατά μεγάλο μέρος από στρατιωτικούς, ορισμένοι από τους οποίους ήταν υπεύθυνοι για τη σφαγή. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, ήταν μια εξαιρετικά γενναία πράξη. Δηλαδή, ο Ευριπίδης είχε την τόλμη να γράψει ένα έργο για σύγχρονα γεγονότα, μέσα από τον φακό ιστορικών γεγονότων του απώτερου παρελθόντος.

Επομένως, το θέατρο αφορά τη μνήμη: κατευθύνοντας τις φωνές ανθρώπων που δεν υπάρχουν πια, μπορεί κανείς να μιλήσει για το σήμερα, εφόσον έχουν να πουν κάτι σημαντικό.

S.C.: Οι Τρωάδες εμφανίζονται την εποχή της πτώσης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, μέσα στην ομίχλη του πολέμου. Το μεγαλείο της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας συνδέεται άμεσα με το μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδας, όμως οι Τρωάδες αναφέρονται σε ένα επονείδιστο ιστορικό γεγονός. Είναι εκπληκτικό το ότι ένα μεγάλο μέρος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας λειτουργεί ως ένας μηχανισμός αδυσώπητης κριτικής. Στην παράστασή σας αναδεικνύετε το ότι τα πάθη των γυναικών της Τροίας αποτελούν μια ιστορία την οποία οι άνθρωποι θα θυμούνται και θα αφηγούνται στα χρόνια που θα έλθουν.

A.B.: Είναι καίριας σημασίας το γεγονός ότι το έργο επικεντρώνεται στις γυναίκες μιας μεγαλόπρεπης πόλης, οι οποίες διέθεταν υψηλή μόρφωση, ενώ η Ελλάδα παρουσιάζεται ως βάρβαρη. Ο Peter Brook, σε μια παλαιότερη συνέντευξή του, περιέγραψε ένα μέρος της Αφρικής, όπου κάθε χρόνο οι άνδρες φεύγουν για κυνήγι και, κατά την επιστροφή τους, οργανώνεται μια μεγάλη γιορτή. Εκεί, οι νέοι σηκώνονται και αναπαριστούν την «ύβρη» των γεροντότερων και τους λοιδορούν για την κακή συμπεριφορά που επέδειξαν στη διάρκεια του κυνηγιού. «Αυτή είναι η λειτουργία που επιτελεί το θέατρο», είχε πει ο Peter Brook, δηλαδή κριτική και αντίσταση. Το αρχαιοελληνικό θέατρο διατηρείται γιατί αποτελεί μέχρι σήμερα μια χρήσιμη, ενοχλητική «αλογόμυγα».

S.C.: Οι βασικοί χαρακτήρες στο θέατρο του Ευριπίδη είναι συχνά γυναικείες μορφές (Μήδεια, Ιππολύτη, Ανδρομάχη, Ελένη, Άλκηστη, Κασσάνδρα, Φαίδρα) με κυρίαρχο στοιχείο τη βία που βιώνουν, σε συνδυασμό με τη θλίψη και τον θρήνο. Στις Τρωάδες η Εκάβη θρηνεί για την πόλη και για τα παιδιά της. Θέλω να σας ρωτήσω σχετικά με τον θρήνο, ο οποίος κατέχει κεντρικό ρόλο στην αρχαία τραγωδία.

Α.Β.: Όσον αφορά το θέμα του θρήνου, ο κόσμος φαντάζεται συνήθως γυναίκες που ουρλιάζουν αναμαλλιασμένες, με σχισμένα ρούχα, κι έτσι αποφεύγει να εκτεθεί σε κάτι τέτοιο επί δύο ώρες. Στη δική μου εκδοχή θέλησα μεν να δώσω στην Εκάβη την ευκαιρία να εκφράσει τον θρήνο της, αλλά οι γυναίκες έχουν διαφορετική εικόνα, φορούν τα καλά τους ρούχα, που είναι λερωμένα στην άκρη, γιατί το προηγούμενο βράδυ οι Τρώες γιόρταζαν, πιστεύοντας ότι είχαν νικήσει τους Έλληνες, την ώρα που ο Δούρειος Ίππος εισερχόταν στην πόλη τους. Βρισκόμαστε στο επόμενο πρωί...

Επιπλέον, έπειτα από μια μεγάλη καταστροφή, οι άνθρωποι αρχίζουν αμέσως να προβληματίζονται για το πώς θα συνεχίσουν τη ζωή τους και επιστρατεύουν όλο το πνευματικό δυναμικό τους. Στις Τρωάδες θέλησα ακριβώς να δείξω πώς αυτές οι γυναίκες, οι μορφωμένες αριστοκράτισσες, θα προσπαθήσουν με τη μεγάλη ευφυΐα τους να βρουν διεξόδους, αλλά θα καταλήξουν σε άθλιες συνθήκες. Εκείνη τη στιγμή η Εκάβη κερδίζει το δικαίωμα να θρηνήσει.

Σύμφωνα με τον Lacan, ζούμε σε τρία επίπεδα: το πραγματικό, το συμβολικό και το φανταστικό. Το πραγματικό το αποφεύγουμε γιατί συνδέεται με τον θάνατο. Σε ακραίες περιστάσεις καλούμαστε να το αντιμετωπίσουμε. Ένα θεατρικό έργο πρέπει να ξεγυμνώνεται ως το πραγματικό, αλλά δεν μπορεί να έχει ως αφετηρία το πραγματικό, διότι αυτό είναι αφόρητο. Πώς μπορεί μια θεατρική τελετουργία να φτάσει στο σημείο του πραγματικού; Να το αγγίξει για μια στιγμή και να επιφέρει την κάθαρση; Πιστεύω πως οι Τρωάδες το πετυχαίνουν αυτό.

Η ελληνική λέξη θέατρο συνδέεται άμεσα με την έννοια του «βλέπω». Πίστευα παλαιότερα ότι το θέατρο είναι ο τόπος όπου το κοινό έρχεται για να «δει». Πρόσφατα, όμως, κατάλαβα ότι το θέατρο είναι ο τόπος όπου το κοινό έρχεται για να δει τους ηθοποιούς να «βλέπουν». Στις Τρωάδες αυτό το στοιχείο είναι έντονο. Η Εκάβη στρέφεται προς το κοινό και βλέπει την πόλη της, στρέφεται προς την Κασσάνδρα και βλέπει ότι έχει παραφρονήσει. Και όσα βλέπει την κάνουν να αλλάξει.

S.C.:  Σε τέτοιες συνθήκες θα θέλαμε κανονικά να αποστρέψουμε το βλέμμα, όμως το θέατρο μας αναγκάζει να κρατήσουμε τα μάτια μας προσηλωμένα. Και να αντιμετωπίσουμε το πραγματικό.


Μπορείτε να ακούσετε ολόκληρη τη συζήτηση εδώ.

Φωτογραφίες: Beowulf Sheehan

Κορυφή της σελίδας