Η Ελλάδα, η Κοινωνία των Εθνών και το ζήτημα του αφοπλισμού (1919–1934)
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΑΡΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ

Μανόλης Κούμας, Μικρά κράτη, συλλογική ασφάλεια, Κοινωνία των Εθνών: Η Ελλάδα και το ζήτημα του αφοπλισμού 1919–1934, Λευκωσία: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κύπρου, 335 σελ. ISBN 978-9963-700-24-0

Το έργο του διδάκτορα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μανόλη Κούμα, εξετάζει, αναλύει και μελετά τη στάση των ελληνικών κυβερνήσεων έναντι των πρωτοβουλιών που έλαβε η Κοινωνία των Εθνών, από την ίδρυσή της, το 1919–1920, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1930, για την επίλυση του προβλήματος του αφοπλισμού.

Από την αρχή, ο συγγραφέας τονίζει τον ξεκάθαρο σκοπό της μελέτης αυτής, που δεν είναι άλλος από την καταγραφή και ανάλυση των ελληνικών θέσεων διά πρωτοβουλιών σε επίπεδο ολομέλειας της Κοινωνίας των Εθνών. Με τον τρόπο αυτόν, εδραιώνεται η νεώτερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, διεθνών σχέσεων και διεθνούς ασφάλειας.

Αναμφίβολα, ο αφοπλισμός υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα που εκλήθη να αντιμετωπίσει η διεθνής κοινότητα μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η αδυναμία του οργανισμού της Γενεύης να εξασφαλίσει μια κοινώς αποδεκτή λύση για το πρόβλημα των εξοπλισμών δεν ήταν άσχετη με την επιδείνωση του διεθνούς κλίματος στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Όταν, τελικά, τον Οκτώβριο του 1933, κατέρρευσε η Συνδιάσκεψη του Αφοπλισμού, μια νέα παγκόσμια σύρραξη κατέστη, αν όχι αναπόφευκτη, οπωσδήποτε πιθανότερη από το πρόσφατο παρελθόν.

Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, ο «αφοπλισμός» αποτελούσε έναν γενικό όρο ο οποίος κάλυπτε ένα ευρύ φάσμα ενεργειών και αποφάσεων που σχετίζονταν με τους εξοπλισμούς: από την πλήρη εξάλειψη, την καταστροφή και την απαγόρευση έως τον περιορισμό, τη μείωση ή ακόμη και την ελεγχόμενη αύξηση των εξοπλισμών. Αν και μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου ελήφθησαν σε διακρατικό επίπεδο σημαντικές αποφάσεις για τον έλεγχο και τον περιορισμό ορισμένων ειδών όπλων, την ευθύνη για τη σύνταξη και την εφαρμογή ενός σχεδίου που να καλύπτει όλους τους εξοπλισμούς όλων των κρατών την ανέλαβε η Κοινωνία των Εθνών, μείζων στόχος της οποίας ήταν η διατήρηση της διεθνούς ειρήνης μέσω του συστήματος της «συλλογικής ασφάλειας». Οπωσδήποτε, η πρακτική επιβολής περιοριστικών μέτρων στους εξοπλισμούς των ηττημένων χωρών ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη αιώνες πριν από την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών. Την επαύριον όμως του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η διεθνής κοινότητα, μέσω της Κοινωνίας των Εθνών, απέβλεπε όχι μόνο στον «αναγκαστικό αφοπλισμό» των ηττημένων (κάτι που εκ των πραγμάτων είχε συμβεί), αλλά επιπλέον στον «οικειοθελή αφοπλισμό» των νικητών. Για τον λόγο αυτόν, από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, η Κοινωνία των Εθνών ανέλαβε σειρά πρωτοβουλιών –διστακτικών στην αρχή, πιο φιλόδοξων στη συνέχεια–, αποκορύφωμα των οποίων αποτέλεσε η Συνδιάσκεψη του Αφοπλισμού, που πραγματοποιήθηκε από το 1932 έως το 1934 με τη συμμετοχή και κρατών που δεν μετείχαν στον οργανισμό της Γενεύης (ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση κ.λπ.).

Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων έναντι των πρωτοβουλιών που έλαβε η Κοινωνία των Εθνών προς την κατεύθυνση του αφοπλισμού έχει προσελκύσει, ιδιαίτερα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα αλλά και κατά τον 21ο, το έντονο ενδιαφέρον της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, που επιδιώκει να αξιοποιήσει νέες πρωτοβουλίες αυτού του είδους και να δημιουργήσει πηγές αναφοράς, διεθνούς βιβλιογραφίας. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην αναβίωση του ενδιαφέροντος της ακαδημαϊκής κοινότητας μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και του Δεύτερου Πολέμου του Κόλπου για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη λειτουργία ενός «πολυπολικού» (και όχι «διπολικού») συστήματος.

Διαμορφώνοντας εικόνα για το πόνημα, στην εισαγωγή του βιβλίου ο συγγραφέας εξετάζει τη γενικότερη στάση της Ελλάδας έναντι της οργάνωσης της διεθνούς κοινωνίας μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Παράλληλα, παρουσιάζει μια σύντομη εξέλιξη της ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων στην ελληνική ιστοριογραφία. Καταγράφει παρατηρήσεις για τις έννοιες του «αφοπλισμού» και της «συλλογικής ασφάλειας» και αναλύει τη διασύνδεσή τους με τις αρχές που εισήγαγε στις διεθνείς σχέσεις η Κοινωνία των Εθνών.

Στο πρώτο κεφάλαιο, μελετάται η στάση των Αθηνών έναντι των προσπαθειών που κατέβαλε η Κοινωνία των Εθνών από το 1920 έως το 1925 για τον περιορισμό ή και τον έλεγχο των εξοπλισμών των διαφόρων κρατών. Στη χρονική αυτή συγκυρία, η Κοινωνία των Εθνών δεν απέβλεπε σε μια γενικότερη διευθέτηση του προβλήματος του αφοπλισμού, αλλά περιορίστηκε στην αποσπασματική εφαρμογή των διατάξεων περί αφοπλισμού: μείωση των αμυντικών δαπανών, έλεγχο της εμπορίας όπλων, περιορισμό των ναυτικών και των στρατιωτικών εξοπλισμών. Έως το 1922, η Ελλάδα, λόγω της εμπλοκής της στη μικρασιατική εκστρατεία, δεν ήταν δυνατόν να δεχθεί οποιαδήποτε μείωση ή έλεγχο των εξοπλισμών της. Μετά το 1922–1923, όμως, όταν στη Γενεύη σημειώθηκαν οι πρώτες προσπάθειες για σύνδεση του αφοπλισμού με το ζήτημα της ασφάλειας, οι ελληνικές κυβερνήσεις τάχθηκαν καταρχήν υπέρ των σχεδίων της Κοινωνίας των Εθνών. Έχοντας όμως απολέσει μεγάλο μέρος του πολεμικού της υλικού κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου και αντιμετωπίζοντας ένα ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα ασφάλειας, η Αθήνα επέμενε στην ανάγκη κατοχύρωσης της διεθνούς ασφάλειας πριν από την εφαρμογή ενός γενικού αφοπλισμού. Στο σημείο αυτό, οι ελληνικές θέσεις ταυτίζονταν με τις γαλλικές, που επίσης προέτασσαν το δίπτυχο «ασφάλεια-αφοπλισμός» αντί του «αφοπλισμός-ασφάλεια», στο οποίο επέμενε το Βερολίνο. Το επεισόδιο της Κέρκυρας, στα τέλη του 1923, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής πολιτικής, που παρέμεινε αμετάβλητη καθ’ όλη τη διάρκεια των συζητήσεων για τον αφοπλισμό.

Το δεύτερο κεφάλαιο αναλύει τη στάση της Ελλάδας κατά τα έτη 1925–1930, όταν συνεκλήθη στη Γενεύη προπαρασκευαστική επιτροπή με σκοπό την προετοιμασία διεθνούς συνδιάσκεψης που θα ήταν επιφορτισμένη με την κατάρτιση σχεδίου γενικού αφοπλισμού. Το διάστημα αυτό, η εντυπωσιακή βελτίωση του διεθνούς κλίματος, που ξεκίνησε με την υπογραφή των συμφωνιών του Λοκάρνο και κορυφώθηκε με τη σύναψη του συμφώνου Kellogg-Briand, δημιούργησε εύλογες προσδοκίες για θετική κατάληξη των συζητήσεων σχετικά με τον περιορισμό των εξοπλισμών. Την ίδια περίοδο, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις (συμπεριλαμβανομένης και εκείνης υπό τον Θ. Πάγκαλο) ακολούθησαν την πολιτική των προγενέστερων κυβερνήσεων, που συνίστατο στην ανάγκη για επίτευξη της ασφάλειας προ της εφαρμογής αφοπλισμού.

Το τελευταίο κεφάλαιο εξετάζει τη στάση που τήρησε η Ελλάδα κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνδιάσκεψης του Αφοπλισμού. Την περίοδο αυτήν, η επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος κατέστησε πιο επιφυλακτικές τις επιμέρους χώρες έναντι των προσπαθειών για αφοπλισμό, ενώ ταυτόχρονα η αποτυχία της Κοινωνίας των Εθνών να αντιμετωπίσει την ιαπωνική επίθεση εναντίον της Κίνας κατέδειξε την αδυναμία του διεθνούς οργανισμού να προασπίσει αποτελεσματικά την ειρήνη. Στο κεφάλαιο αυτό αναλύονται τα σχέδια τα οποία υποβλήθηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις προκειμένου να επέλθει μια συμφωνία στο ζήτημα του αφοπλισμού και τη στάση που τήρησαν οι ελληνικές (κυρίως αντιβενιζελικές) κυβερνήσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις, η Αθήνα τάχθηκε υπέρ του δίπτυχου «ασφάλεια-αφοπλισμός», που όμως δεν μπορούσε εύκολα να γίνει αποδεκτό από τη Γερμανία και τις υπόλοιπες αναθεωρητικές δυνάμεις (ανάμεσά τους, και τη Βουλγαρία), που υιοθετούσαν την αρχή της «ισότητας των δικαιωμάτων» στους εξοπλισμούς. Έτσι, δίχως να παρεκκλίνουν από το δόγμα των ίσων αποστάσεων και της μη εμπλοκής στις υποθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, που πρώτος είχε εφαρμόσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος την περίοδο 1928–1932, οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις παρέμειναν, όχι πάντοτε δίχως δυσκολίες, προσηλωμένες στις γαλλικές θέσεις. Τελικά, η κατάρρευση της Συνδιάσκεψης του Αφοπλισμού και η αποχώρηση της Γερμανίας από την Κοινωνία των Εθνών στα τέλη του 1933, αν και δεν προκάλεσαν τη μεταστροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, εντούτοις ενίσχυσαν την αποφασιστικότητα της ελληνικής ηγεσίας να στραφεί από τη διμερή στην πολυμερή διπλωματία και να μετάσχει στις διεργασίες για την υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου δίχως τη συμμετοχή της Βουλγαρίας.

Έπειτα από μια συνολική αποτίμηση του έργου του Μανόλη Κούμα, θα μπορούσαμε να τονίσουμε πως το εξεταζόμενο πόνημά του αναφέρει πλήρως τους παράγοντες που καθόρισαν τη γενική πολιτική της Ελλάδας έναντι του ζητήματος του αφοπλισμού και, προφανώς, ένα μέρος της μετεξέλιξης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και των παραγόντων που διαμορφώνουν τη σύγχρονη πολιτική επιστήμη των διεθνών και διατλαντικών σχέσεων όσο και της διεθνούς ασφάλειας.

Κατά τις αναφορές του συγγραφέα στο πόνημα αυτό, υιοθετείται η άποψη σύμφωνα με την οποία η κατάρρευση της Συνδιάσκεψης του Αφοπλισμού δεν ήταν αναπόφευκτη, αλλά οφειλόταν στα αντικρουόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων και κυρίως στην ανεπαρκή πολιτική του Λονδίνου και της Ουάσινγκτον.

Εντέλει, η αδυναμία της Κοινωνίας των Εθνών να «πείσει» τις μικρές δυνάμεις ότι διέθετε τα μέσα για την κατοχύρωση της ασφάλειάς τους συνέβαλε και αυτή στην «απαξίωση» του διεθνούς οργανισμού, με αποτέλεσμα οι αδύναμες στρατιωτικά χώρες να στραφούν, όπως αποδεικνύει και η ελληνική περίπτωση, στο προπολεμικό σύστημα των συμμαχιών, αλλά αργότερα να αναγνωριστεί η ανάγκη για έναν και μόνο διεθνή οργανισμό (την ανάγκη δημιουργίας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών), ο οποίος θα διέπει τους πολλούς περιφερειακούς και βάσει του οποίου θα οριστούν πλαίσια, λειτουργίες, καθώς και συνεργασίες στη διεθνή κοινότητα και τις διεθνείς συμμαχίες, όπως αναφέρονται πλέον.

Το βιβλίο αυτό συνιστά μια σημαντική μελέτη. Πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά, καθώς αποτελεί μια πολύ ουσιαστική, ορθολογική και πραγματιστική ιστορική μελέτη αλλά και αξιολόγηση με όρους πολιτικής επιστήμης. Μελετητές και φοιτητές πανεπιστημιακών τμημάτων Ιστορίας, Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων θα εκπλαγούν από την πληρότητα ιστορικών δεδομένων που καθοδηγούν τον συγγραφέα αλλά και τον μελετητή να αποκτήσουν μια πλήρη εικόνα, πρακτικά ιστορική. Η εικόνα αυτή βοηθά στην πληρέστερη διαμόρφωση της τακτικής και στρατηγικής εικόνας της Ελλάδας κατά την περίοδο που ερευνά ο συγγραφέας. Έτσι, ακόμη και οι σπουδαστές στρατιωτικών σχολών, αλλά και τα σχετικά ινστιτούτα και ιδρύματα, πιστεύεται πως θα βοηθηθούν στο επιστημονικό και επαγγελματικό τους έργο και τη μόνιμη αναβάθμιση της κατάρτισής τους.

Ο δρ Κούμας είναι άξιος συγχαρητηρίων για την εξαίρετη εργασία του, καθώς και τις συνεργασίες του με τους έγκριτους επιστήμονες, ιστορικούς και ακαδημαϊκούς που αναφέρει στην αρχή του έργου του, οι οποίοι με τη σειρά τους διαμορφώνουν και καθοδηγούν. Εύχομαι το βιβλίο αυτό να τύχει της δέουσας προσοχής όλων των μελετητών.


(Ο δρ Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ινστιτούτου Strategy International, επισκέπτης καθηγητής στο Κέντρο Υπερατλαντικών Σχέσεων SIAS, Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, ΗΠΑ.)      

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Κορυφή της σελίδας