Η Δημοκρατία στο στόχαστρο του «πολιτισμού της βίας» στην εποχή της κρίσης
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΕΒΡΕΝΗΣ
   

Δημοκρατία και βία είναι από τη φύση τους πράγματα αντίθετα… Όταν η μία επικρατεί, η άλλη απουσιάζει. Η τραγωδία όμως της τραυματισμένης σήμερα δημοκρατίας στη χώρα μας είναι ότι, πέρα από το άλγος που δημιουργεί η διαρκής αμφισβήτηση των κεκτημένων της, εμφανίζει και άλλα τρωτά σημεία, αντιμετωπίζοντας νέα σημαντικά διλήμματα και προβλήματα που συναθροίζονται σε ένα επικίνδυνο σύμπτωμα: ένα μεγάλο ποσοστό πολιτών, οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας –θύματα και αυτοί της δυσαρμονίας των πολιτικών μιας τρισδιάστατης κρίσης που μαστίζει τη χώρα–, βάλλεται από μια τρομακτική πίεση ανοχής προς το «μη ανεκτό», τη μισαλλοδοξία, εκλαμβάνοντας τις πράξεις κοινωνικοπολιτικής βίας ως αποδεκτή μέθοδο πολιτικής δράσης. Και είναι αυτό ακριβώς το φαινόμενο που θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι συμπυκνώνει και τις τρεις διαστάσεις της σημερινής κρίσης –κρίσης κατανομής των πόρων και πρόσβασης σε αυτούς, κρίσης πολιτικής αντιπροσώπευσης και κρίσης ταυτότητας– υπενθυμίζοντάς μας ταυτόχρονα την επιτακτική ανάγκη αντιμετώπισης της παθογένειας που δημιουργεί η διάχυση των κρουσμάτων βίας σε μια δημοκρατική κοινωνία. 

Η βία όμως και οι πρακτικές εκδήλωσής της δεν συνιστούν σήμερα κάτι «νεοπαγές» για την πολιτική και κοινωνική ζωή της ανθρωπότητας... Αν εξαιρέσουμε τις περιόδους των γενοκτονιών, που αποτελούν βεβαίως το έσχατο παράδειγμα συλλογικής και οργανωμένης βίας, η βία ως κοινωνικό φαινόμενο, κεκαλυμμένη ή απροκάλυπτη, λεκτική ή έμπρακτη, ατομική ή συλλογική, άμεση ή έμμεση, εν ηρεμία ή εν βρασμώ ψυχής, είναι διαχρονικό φαινόμενο… 

Σχετίζεται άμεσα με την κοινωνική ανισότητα, τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη ματαίωση και τη διαφορετικότητα. Είναι συνυφασμένη με την παραβατικότητα, το αδιέξοδο και τον φόβο, αλλά και με την εκμηδένιση, την απαξίωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εν δυνάμει βίαιοι. Ενεργοποιούν αυτή τους την ιδιότητα συνήθως όταν εμποδίζονται να ικανοποιήσουν μια ζωτικής σημασίας γι’ αυτούς ανάγκη, ή ακόμη ως εκδήλωση απόρριψης μιας πολιτικής, αδιαφορώντας συνήθως για τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην απόρριψη μιας πολιτικής και την απόρριψη της ίδιας της Δημοκρατίας και των θεσμών της. Δεν υπάρχουν δηλαδή εκ γενετής βίαιοι άνθρωποι, κάποιοι όμως γίνονται βίαιοι υπό τις συνθήκες που δημιουργούνται από την αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον.

Η τρέχουσα οικονομική κρίση στις χώρες της Νότιας Ευρώπης γενικώς και στην Ελλάδα ειδικότερα –χωρίς να είναι απαραίτητα η μόνη αιτία αναζωπύρωσης του φαινομένου της βίας– βοηθά να αποκαλυφθεί πόσο εύθραυστες είναι οι σημερινές δημοκρατίες. Μορφές διάχυτης κοινωνικής και πολιτικής βίας επιστρέφουν ως άμεση επίπτωση των προγραμμάτων λιτότητας, που αποτελούν το τίμημα για τη συνέχιση της συμμετοχής στην Ευρωζώνη. Το δυστύχημα όμως είναι ότι, για τη χώρα μας τουλάχιστον, αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνον η συμμετοχή στη νομισματική ένωση… Πολύ περισσότερο είναι η φύση και το μέλλον της ίδιας της Δημοκρατίας.

Κάθε συζήτηση, βεβαίως, περί βίας στις οργανωμένες κοινωνίες εκκινεί από την κλασική διατύπωση του Weber ότι το κράτος κατέχει το νόμιμο μονοπώλιό της, συνιστώντας ένα από τα βασικά θεμέλια κάθε ευνομούμενης πολιτείας. Μόνο το κράτος δηλαδή δικαιολογείται να προβαίνει σε πράξεις φυσικής βίας, προκειμένου να προστατεύσει τις ζωές και τις περιουσίες των πολιτών του, ενώ για τους πολίτες ορίζει τον κανόνα της μη βίας με τις θεμιτές εξαιρέσεις του κανόνα αυτού, που είναι ο πόλεμος και η νόμιμη άμυνα.

Αποδοκιμάζοντας, ωστόσο, τη βία σε ένα δημοκρατικό κράτος απ’ όπου κι αν προέρχεται, είναι αναγκαίο ταυτόχρονα να την ορίσουμε ως φαινόμενο γένους που ποικίλλει τόσο ως προς τους στόχους που υπηρετεί όσο και ως προς τα κίνητρα που έχει. Έτσι, παρότι η ιστορία δεν έχει διαψεύσει ποτέ τον κοινό τόπο ότι η βία παράγει βία απ’ όπου κι αν προέρχεται, στην πορεία του κάθε λαού υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν ενδεχομένως εξαιρετικές στιγμές όπου η βία γίνεται μέσο απελευθέρωσης του ανθρώπου από τα δεσμά του, μοναδικό μέσο διασφάλισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Άρα μόνο σε καταστάσεις εξαιρετικών συνθηκών θα μπορούσε η βία να δικαιολογηθεί –όχι όμως και να νομιμοποιηθεί– σε μια δημοκρατία.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν θεωρείται δεδομένο. Δυνάμεις που έχουν στόχο να υπονομεύσουν την ίδια την κοινοβουλευτική δημοκρατία αμφισβητούν συστηματικά και έμπρακτα το φυσικό μονοπώλιο του κράτους στην βία, ενώ η ίδια η άσκηση φυσικής βίας γίνεται αποδεκτή μέθοδος πολιτικής δράσης από μεγάλη μερίδα Ελλήνων πολιτών. Ως πρώτη ένδειξη για τη μαζικοποίηση της φυσικής βίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Δεκέμβρης του 2008 και οι εκτεταμένες καταστροφές στο κέντρο της Αθήνας. Έκτοτε, το «μικρόβιο της βίας» εισήλθε στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Βιαιοπραγίες, ύβρεις και προπηλακισμοί εξαπλώθηκαν αστραπιαία σε όλη την Ελλάδα, με τον μέσο Έλληνα να ταλαντεύεται αμήχανος, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις χωρίς προοπτική: από τη μία πλευρά, τη βία των αγορών και, από την άλλη, την κοινωνικοπολιτική βία, που είναι ίσως και ο σοβαρότερος κίνδυνος της δημοκρατίας. Γιατί η άσκηση βίας σε μια δημοκρατικά λειτουργούσα κοινωνία είναι, χωρίς αμφιβολία, πράξη που αμφισβητεί το κοινωνικό συμβόλαιο και άρα μπορεί κάλλιστα, στη συνείδηση των πολλών, να παραπέμψει σε πράξεις τρομοκρατίας…

Πιο συγκεκριμένα, ο «νεότευκτος» «πολιτισμός της ξενοφοβικής και ρατσιστικής βίας» που έχει ενσκήψει στη χώρα κινδυνεύει να συμπαρασύρει στο διάβα του και όλες τις (με πολύ κόπο, πράγματι, δομημένες στη βάση της κοινωνικής συνοχής) ανθρώπινες σχέσεις. Και αυτό είναι κάτι που οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι η προβληματική του ρατσισμού, των διακρίσεων και της έλλειψης σεβασμού απέναντι σε κάθε μορφής ετερότητα επηρεάζεται άμεσα και καθοριστικά από το γενικότερο κοινωνικό κλίμα. Η σοβαρή παραβατικότητα πολλών μεταναστών, συνήθως εκείνων που εισήλθαν παράτυπα και συνεχίζουν να παραμένουν στη χώρα, διευρυμένη τα τελευταία χρόνια λόγω και της δυσκολίας που αντιμετωπίζουν στην αναζήτηση και την εύρεση της όποιας εργασίας, συντελεί στο να περάσουν από τη συγκαταβατική ανοχή των προηγούμενων χρόνων σε μια πολύ δυσμενέστερη θέση, κρινόμενοι αβασάνιστα στις συνειδήσεις ευάλωτων κοινωνικών ομάδων ως «υπεράριθμο βάρος» και «αποκλειστικά υπεύθυνοι για τα δεινά της σύγχρονης κοινωνίας».

Τι φταίει όμως για την έξαρση του φαινομένου της ξενοφοβικής βίας στην ελληνική κοινωνία; Η απουσία «κοινωνικού συμβολαίου», η κρίση ταυτότητας και ενδεχομένως αντιπροσώπευσης, οι ατελείς κοινωνικές δομές, οι μετανάστες ή εντέλει η ελλιπής εκπαίδευση των πολιτών;

Γιατί σίγουρα οι παράγοντες που ωθούν σε ακραίες πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές δεν περιορίζονται μόνο στο οικονομικό κομμάτι της κρίσης αλλά περιλαμβάνουν και τη διασταύρωσή του με πολιτισμικές μεταβλητές, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση ο φόβος της μετανάστευσης. Αποτέλεσμα αυτού είναι να παράγεται ένα αίσθημα «πολιτισμικής ανασφάλειας» στα ασθενέστερα στρώματα του πληθυσμού, που βιώνουν δυσκολότερα τα αποτελέσματα της κρίσης και τα οποία αναζητούν μέσω ενός υπερτονισμού της εθνικής τους ταυτότητας την απάντηση στις «απειλές». Πρόκειται δηλαδή για μια χαρακτηριστική «κρίση ταυτότητας».

Βαθιά προδομένοι και εγκαταλελειμμένοι ίσως από όλο το φάσμα του πολιτικού συστήματος –στο πλαίσιο και της «κρίσης αντιπροσώπευσης» από την οποία επίσης μαστίζονται–, ευάλωτοι πολίτες γίνονται έτσι ευήκοα θύματα της ρητορείας και υπέρμαχοι των πράξεων ακραίων πολιτικών σχηματισμών, οι οποίοι, με καθοριστικό το πρόταγμα της βίας, υποστηρίζουν ότι είναι οι θεματοφύλακες της εθνικής ενότητας και ταυτότητας, θεωρώντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο προστατεύουν τη χώρα και τους ανθρώπους της. Και προπηλακίζοντας τον μικροπωλητή, που στα μάτια τους φαντάζει ως Ξέρξης ή Αλή Πασάς, τον θεωρούν απειλή, επειδή είναι σκούρος, αλλόθρησκος, η παρουσία του στη χώρα είναι παράτυπη και δεν έχει άδεια άσκησης επαγγέλματος για να αποδώσει φόρους, γιατί έτσι πιστεύουν ότι δίνουν μια οριστική λύση στην «ελληνική κρίση», χωρίς να σκέφτονται ότι πιθανότατα το πρόβλημα να μην βρίσκεται εκεί αλλά πολύ βαθύτερα…

Ποια θα πρέπει να είναι όμως η θέση της δημοκρατίας σε όλα αυτά; Πώς μπορεί να απαντήσει αποτελεσματικά στην παθογένεια που δημιουργεί ο «πολιτισμός λόγου και βίας» των πολιτικών κομμάτων που διακηρύσσουν την απροκάλυπτη εχθρότητά τους προς κάθε μορφής ετερότητα; Γιατί ένα είναι σίγουρο: η αντιμετώπιση της ξενοφοβικής βίας και της ομόλογης κοσμοαντίληψης δεν μπορεί να εξαντλείται ούτε σε ευχολόγια ούτε και σε τελετουργικές κινητοποιήσεις καταγγελίας της. Από μόνες τους τέτοιες πρακτικές, όσο αναγκαίες και αν είναι, δεν απαντούν στην πολυπλοκότητα των παραγόντων που τη δημιουργούν.

Από νομικής πλευράς, η δημοκρατία απαντά με διάφορους τρόπους. Σε επίπεδο εθνικού κράτους, η απαγόρευση πολιτικού κόμματος ως μέθοδος αντιμετώπισης τέτοιων φαινομένων –για την οποία ήδη πολλή συζήτηση γίνεται– αποδεικνύεται για πολλές χώρες αλυσιτελής, ακόμη και στην περίπτωση που ένα πολιτικό κόμμα όχι μόνο δεν καταδικάζει απλώς τη βία αλλά και τη χρησιμοποιεί συστηματικά. Στη χώρα μας, εξάλλου, βάσει του άρθρου 29 του Συντάγματος δεν προβλέπεται η απαγόρευση πολιτικού κόμματος. Υπάρχουν, πάντως, άλλοι μηχανισμοί στο επίπεδο της κοινής ποινικής και διοικητικής νομοθεσίας, με τους οποίους η δημοκρατική έννομη τάξη προβλέπει την αμείλικτη δίωξη όσων προσφεύγουν σε πράξεις κοινωνικοπολιτικής βίας, οι οποίοι μπορούν κάλλιστα να οδηγήσουν σε ισοδύναμο ή και σε ακόμη καλύτερο αποτέλεσμα.1

Σε υπερεθνικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει επίσης να στείλει τα δικά της σαφή, ανθρωπιστικά μηνύματα κατά του αποκλεισμού και των διακρίσεων, λαμβάνοντας σοβαρά αστυνομικά μέτρα υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε ό,τι αφορά ιδίως τους ευαίσθητους τομείς διαχείρισης της μετανάστευσης, ένταξης των μεταναστών και απαγόρευσης των διακρίσεων. Δεν είναι δυνατόν οι ιθύνοντες φορείς της να διατείνονται απλώς ότι «η πολιτισμική ετερότητα αντιμετωπίζεται θετικά στις ευρωπαϊκές κοινωνίες». Πρέπει αυτό να θεσμοθετηθεί και στην ευρωπαϊκή νομοθεσία. Ένα στοχευμένο ενωσιακό νομικό πλαίσιο, λοιπόν, θα μπορούσε να αντισταθμίσει τον διάχυτο ρατσιστικό δημόσιο λόγο των ξενοφοβικών ομάδων περί «έξωθεν απειλών», που συντελεί στο να αποκτούν οι μετανάστες στη συνείδηση ενός μεγάλου τμήματος του λαού μια κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα αρνητικά νοηματοδοτημένη.

Πέραν όμως της νομικής οδού, η αντιμετώπιση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού προϋποθέτει κυρίως εκ μέρους της ελληνικής δημοκρατίας την ανάκτηση της χαμένης σήμερα αξιοπιστίας της και της δυνατότητάς της να απαντά στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα με τρόπο ικανό να φέρνει αποτελέσματα. Έτσι, προϋποθέτει: πρώτον, την επιβολή του νόμου, όταν αυτός καταστρατηγείται· δεύτερον, την εκ μέρους του κράτους αναζήτηση του βέλτιστου τρόπου διαχείρισης του ακανθώδους ζητήματος της μετανάστευσης, ώστε να προχωρήσει απρόσκοπτα η στρατηγική υλοποίησης μιας συνεπούς εθνικής ανθρωποκεντρικής μεταναστευτικής πολιτικής· τρίτον, ζητήματα «κοινωνικής δικαιοσύνης» δεν πρέπει να εγκαταλείπονται στη ρητορεία και στο έργο των εκπροσώπων της ξενοφοβίας. Τα πολιτικά κόμματα και οι κατέχοντες θεσμικές θέσεις ευθύνης πρέπει να συζητούν ανοικτά για τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα με την Κοινωνία των Πολιτών και κυρίως να δίνουν σε αυτά την προοπτική οριστικών λύσεων. Και οι πολιτικοί αντιπρόσωποι του λαού να συγκεράσουν τις όποιες μνημονιακές επιταγές στο όνομα του δημοσιονομικού εξορθολογισμού με τις ζωτικής σημασίας ανάγκες των ασθενέστερων ομάδων του πληθυσμού, που αισθάνονται ήδη αποκλεισμένοι από το ευρύτερο «κοινωνικό γίγνεσθαι».

Πάντως σήμερα ένα είναι βέβαιο. Είτε ως θύματα είτε ως θύτες, όλοι μας βρισκόμαστε εμπλεκόμενοι σε μια ιστορική στιγμή που απαιτεί τον άμεσο αυτοπροσδιορισμό μας. Δεν αρκεί να είναι κάποιος γαλουχημένος με την Ιδέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της Οικουμενικής Διακήρυξης, να αναγνωρίζει θεωρητικά την αγάπη στον συνάνθρωπο, την ανεκτικότητα και τον σεβασμό προς τον «Άλλο»… Ίσως είναι καιρός να μιλήσουμε πλέον ανοικτά και για το «πολιτικό θάρρος» σε αυτή την κοινωνία αλλά και για την πρακτική εφαρμογή των αρχών και των αξιών του συνταγματικού μας χάρτη.

Γιατί όλοι παραδέχονται τη βασική συνταγματική αρχή ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι πράγματι απαραβίαστη. Και κάθε πολίτης της χώρας μας υποχρεούται να την προασπίζει. Η διάταξη όμως αυτή του Συντάγματός μας δεν αφορά μόνο την αξιοπρέπεια των Ελλήνων. Αφορά την αξιοπρέπεια όλων. Και ενώ αυτό είναι κάτι που μπορεί εύκολα να το λέει κανείς την Κυριακή, το θέμα είναι να μπορεί να το εννοεί εξίσου και τη Δευτέρα, όταν θα τύχει να συναντήσει έναν γείτονα άλλου χρώματος, μια μουσουλμάνα, ένα άτομο με ειδικές ανάγκες ή οποιονδήποτε άλλον ανήκει σε μειονοτική ομάδα και προφανώς έχει ανάγκη προστασίας. Εν ολίγοις, απαιτείται «πολιτικό θάρρος». Και αυτό το θάρρος είναι μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την τήρηση της διάταξης: «Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη».

Παρότι λοιπόν είναι άμεσα συνδεδεμένο με την οικονομία και τα δεινά της, σήμερα το κοινωνικό πρόβλημα στην Ελλάδα της κρίσης εμφανίζεται να είναι σαφώς μεγαλύτερο από το δημόσιο χρέος της… Και απαιτεί την προσοχή όλων, πολιτείας και κοινωνίας, γιατί κανείς άλλος πέρα από τους ίδιους τους πολίτες της δεν θα ασχοληθεί ποτέ με τα επιμέρους προβλήματα της κοινωνικής της συνοχής… Όλες οι υπόλοιπες υπερεθνικές οντότητες που εμπλέκονται στην προσπάθεια ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας το πολύ-πολύ να παραμείνουν απλοί θεατές μιας χώρας που βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Αντίθετα, ό,τι πιο προοδευτικό και ριζοσπαστικό μπορούν να κάνουν οι Έλληνες πολίτες είναι να εκπαιδευθούν πάνω στα ανθρώπινα δικαιώματα, να κατανοήσουν τη σημασία που έχει η «πολιτισμική ετερότητα» για την ενδυνάμωση της ατομικής τους υπευθυνότητας και να επιχειρήσουν να διορθώσουν τα όποια λάθη, επαναδομώντας ένα ασφαλές, δίκαιο και συνεκτικό κοινωνικό κράτος, κάτι που σίγουρα δεν μπορεί να παραχθεί ούτε με τον ατομικό θυμό ούτε και με τη βία…


(Ο Βασίλης Τσεβρένης είναι δικηγόρος, διδάκτωρ Νομικής, ειδικός επιστήμων του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.)

Κορυφή της σελίδας

1 Βλ. το άρθρο του Νίκου Αλιβιζάτου «Επιτρέπεται η απαγόρευση πολιτικού κόμματος;» στα Επίκαιρα Θέματα Συνταγματικού Δικαίου, Οκτώβριος 2012, τ. 18.