Ο Ηρόδοτος στη Μαύρη Θάλασσα
ΓΡΑΦΕΙ Η ANCA DAN
   

Απόδοση: Εμμανουέλα Σχοινοπλοκάκη

Επιμέλεια: Μελίνα Ταμιωλάκη

Η γνώση του Ηροδότου για τη Μαύρη Θάλασσα και ο τρόπος πρόσληψης και οργάνωσης του υλικού που είχε στη διάθεσή του παρουσιάζουν, αναμφισβήτητα, ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον. Προτού όμως εστιάσουμε σε αυτό το βασικό θέμα, είναι αναγκαία η διευκρίνιση ορισμένων σχετικών παραμέτρων, τις οποίες κάθε ερευνητής και αναγνώστης χρειάζεται να έχει στον νου του κατά τη μελέτη των Ιστοριών του Ηροδότου.

Πρώτον, η γεωγραφική περιοχή που σήμερα ονομάζεται «Μαύρη Θάλασσα» δεν αποτελούσε μία συγκεκριμένη γεωγραφική τοποθεσία με διακριτά όρια και κέντρο κατά την εποχή των Ιστοριών. Δεύτερον, ο Ηρόδοτος είναι ο πρώτος αρχαίος ιστορικός από τον οποίο συλλέγουμε ακριβείς πληροφορίες για την περιοχή και τους πληθυσμούς του Εύξεινου Πόντου, και, συνεπώς, δεν μπορεί να ταυτιστεί με έναν σύγχρονο συγγραφέα, ταξιδευτή ή επιστήμονα. Τέλος, για την καλύτερη κατανόηση του έργου του, οφείλουμε να αναφερόμαστε στην οικουμένη του Ηροδότου, δηλαδή όλον τον τότε γνωστό κόσμο, ως μια δομή αποτελούμενη από ανθρώπους και μέρη (εικ.1). Η Μαύρη Θάλασσα είναι απλώς ένα μέρος αυτής της οικουμένης, το οποίο απομονώνουμε εμείς, οι σύγχρονες αναγνώστες (βέβαια, η περιοχή αυτή «αυτονομείται» και αναφέρεται ξεχωριστά ήδη από  κάποιους συγγραφείς του 5ου αι. π.Χ., αρχής γενομένης από τον Πίνδαρο, ακολούθως από τους τραγικούς και αργότερα από λογογράφους όπως τον Ελλάνικο από τη Λέσβο).

Με βάση παραδείγματα που αφορούν τον Εύξεινο Πόντο, το παρόν άρθρο επικεντρώνεται στην οργανική εξήγηση που δίνεται από τον Ηρόδοτο για τον τότε κατοικημένο κόσμο και, πιο συγκεκριμένα, στους ανθρώπους και στους τόπους (εθνογραφία και γεωγραφία, σύμφωνα με την παλαιότερη κλασική ορολογία) ως συντελεστές των γεγονότων που δημιουργούν ιστορία. Αυτά τα δύο στοιχεία αποτελούν, για τον πατέρα της Ιστορίας, αντικείμενο έρευνας και, συνακόλουθα, τους βασικούς άξονες της δικής μας έρευνας.

 

Α) Άνθρωποι του Πόντου: Εθνογραφικές περιγραφές του Ηροδότου

Η θεώρηση του ανθρώπινου κόσμου στον Ηρόδοτο είναι περισσότερο περίπλοκη από τη φημισμένη διπολική αντίθεση μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων. Ο κόσμος νοείται σαν ένα ιστός αράχνης με κέντρο τους Έλληνες, από όπου ξεκινούν όλα τα νήματα που ενώνουν τις ομόκεντρες υφάνσεις του. Αυτές οι υφάνσεις δημιουργούν και ορίζουν διαφορετικές ζώνες, καθεμιά από τις οποίες ανταποκρίνεται σε διαφορετικούς βαθμούς ετερότητας: βάρβαροι, περισσότερο βάρβαροι, φανταστικοί πληθυσμοί, προχωρώντας από το κέντρο στην περιφέρεια, καθώς ορίζονται συστηματικά με κριτήριο τη γεωγραφική απόστασή τους από το ελληνικό κέντρο.

Ειδικότερα, ο ιστός αποτελείται από τρεις ομόκεντρους κύκλους (εικ.2). Ο πρώτος είναι το Αιγαίο και αντιστοιχεί προς τους Έλληνες και, εν μέρει, προς άλλους ομηρικούς πληθυσμούς, όπως οι Θράκες και κάποιοι πληθυσμοί της Ανατολίας. Ο δεύτερος αποτελεί την περιφέρεια των Σκυθών, των Αιγυπτίων, πιθανόν των Λιβύων, ενώ παρεμβάλλονται και οι Πέρσες. Ο τρίτος κύκλος δεν ανήκει στην οικουμένη, αλλά περιλαμβάνει τις παρυφές του κόσμου, που κατοικούνται από μυθικά πλάσματα, τέρατα και τους Υπερβορείους. Φυσικά, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδικασία του εκπολιτισμού, ο Ηρόδοτος στο σύστημά του περιλαμβάνει και ενδιάμεσες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες προέρχονται από δύο παρακείμενους πολιτισμούς (όπως για παράδειγμα τους Αγάθυρσους, πληθυσμό από την πρόσμειξη Σκυθών και Θρακών).

Οι εθνογραφικές περιγραφές και το γενικότερο σύστημα που εισάγει ο Ηρόδοτος στο έργο του μπορούν να συγκριθούν με αντιλήψεις άλλων στοχαστών του 5ου αι. όσον αφορά τα κριτήρια ορισμού του ανθρώπου. Καθώς ήταν εξοικειωμένος με τα σοφιστικά διδάγματα, το σύστημά του δέχθηκε, πιθανόν, την κύρια επίδραση του γνωστού μοντέλου εξέλιξης και ορισμού του ανθρώπου, όπως παραδίδεται από τον σοφιστή Πρωταγόρα στον ομότιτλο πλατωνικό διάλογο. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, ο άνθρωπος σε ένα πρώτο στάδιο είναι ένα ζώο πλασμένο από τους θεούς, γυμνό, ανυπόδητο και ανέστιο, χωρίς φυσικό εξοπλισμό για να επιβιώσει, μετά τη διανομή των δώρων του Επιμηθέα στον άψυχο κόσμο. Στη συνέχεια, ιδρύει τη λατρεία των θεών, δημιουργεί καταλύματα, ρούχα και υποδήματα, και βρίσκει την τροφή του στη φύση, χάρις στα δώρα της τέχνης και της φωτιάς που του δίνονται από τον Προμηθέα. Σε ένα τρίτο στάδιο, αποκτά την πολιτική τέχνη, αφού ο Δίας τοποθετεί το δίκαιο μεταξύ των ανθρώπων, που στο εξής μπορούν να ζουν σε πόλεις υπό την επίβλεψη του νόμου.

Τα τρία στάδια της ανθρώπινης δημιουργίας (επιμηθεϊκό, προμηθεϊκό και θεϊκό/προερχόμενο από τον Δία) μπορούν να βρουν τα παράλληλά τους στην ιστορία του Ηροδότου. Έτσι, ο επιμηθεϊκός τύπος ανθρώπου εκπροσωπείται από τα ηροδότεια τέρατα. Στο δεύτερο, προμηθεϊκό, στάδιο βρίσκονται οι άνθρωποι της τρίτης ζώνης του ηροδότειου ιστού, που τοποθετούνται σε ανώτερο στάδιο εξέλιξης. Είναι εκείνοι που έχουν κατακτήσει τα σημαντικά πολιτισμικά αγαθά της γλώσσας, της θρησκείας, της στέγασης και της κάλυψης βασικών βιοτικών αναγκών (εξαίρεση αποτελούν οι Ανδροφάγοι και οι Νεύροι). Τελικά, το στάδιο του Δία έχει κατακτηθεί από τη μεσογειακή σφαίρα, το ελληνικό κέντρο και, δευτερευόντως, από πληθυσμούς της δεύτερης ζώνης που έχουν κατορθώσει να ζουν σε οργανωμένες πόλεις.

Τα προαναφερθέντα φιλοσοφικά κριτήρια για την κατάταξη των πληθυσμών και πολιτισμών υιοθετούνται από τον ιστορικό στις περιγραφές των λαών που παραθέτει. Πρώτο κατατάσσεται το θρησκευτικό στοιχείο, με τη σύγκριση των ελληνικών ταφικών εθίμων των «λιγότερο» βάρβαρων λαών και την τελετουργική ανθρωποφαγία άλλων, «περισσότερο» βάρβαρων. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τη μουμιοποίηση και τις πρακτικές τελετουργικών ακρωτηριασμών και ανθρωποθυσιών από τους Σκύθες, τους Αιγυπτίους και τους Πέρσες, καθώς και την ανθρωποφαγία∙ αφενός, την τελετουργική ανθρωποφαγία από τους Ανδροφάγους, τους Μασσαγέτες κ.ά., και αφετέρου την κανιβαλιστική, που παρατηρείται στον πέρα από την Ποντική Σκυθία κόσμο. Αν και αυτές οι πληροφορίες του Ηροδότου ήταν, το πιθανότερο, προφορικές, πολλές από αυτές έχουν ήδη επιβεβαιωθεί από σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα (π.χ. μούμιες σε νοτιοσιβηρικούς τάφους στη Βόρεια Κίνα).

Άλλα αντίστοιχα κριτήρια που ανιχνεύονται στις περιγραφές των Ιστοριών είναι οι διατροφικές συνήθειες των πληθυσμών, όπως η σίτιση των Αγριππίνων από καρπούς ενός μόνο δέντρου, του «Ποντικού», αλλά και το στοιχείο της μόνιμης εγκατάστασης ή όχι σε έναν τόπο, το οποίο μπορεί να κατατάξει έναν λαό σε ανάλογο επίπεδο βαρβαρότητας. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο κριτήριο, επισημαίνονται ως εξαιρέσεις το ξύλινο οχυρό και ο οικισμός του Γέλωνα και άλλες απομακρυσμένες οχυρωμένες εγκαταστάσεις στον Πόντο, που φανερώνουν δείγματα ανώτερου πολιτισμού και δυσκολεύουν τη συστηματική κατάταξη των βάρβαρων λαών από τον Ηρόδοτο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, χρειάζεται να δοθούν από τον ιστορικό κάποιες πιθανές αιτίες για την πρόοδο «πολύ» βαρβαρικών πληθυσμών, όπως αν υπήρξε ελληνική επίδραση που βοήθησε τις περιοχές αυτές, μέσω, παραδείγματος χάριν, του εμπορίου.

Εκτός από τα προαναφερθέντα, η καταγωγή, η γλώσσα και ο τρόπος ζωής είναι βασικές επιστημονικές αρχές που εφαρμόζονται από τον Ηρόδοτο συστηματικά αλλά έμμεσα για κάθε πληθυσμό. Στην εθνογραφική εικόνα του Πόντου σημαντική είναι η προσεκτική περιγραφή των Σκυθών. Ο ιστορικός καταγράφει ότι αποτελούν νομαδικό πληθυσμό με συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Συλλέγει σημαντικά –και πολλές φορές γνωστά και από άλλες πηγές– στοιχεία για αυτούς, όπως η υπερβολική οινοποσία και η άγρια συμπεριφορά (εικ.3). Κυρίως, όμως, ο Ηρόδοτος προσπαθεί να εκλογικεύσει κάθε είδους πληροφορία για τους Σκύθες, ώστε να την εντάξει στη συνολική ιστορικογεωγραφική εικόνα τους. Για παράδειγμα, οι περιγραφές για τη συλλογή φαγητού, τα είδη καταλυμάτων και τη μετακίνησή τους, οι οποίες είναι συνεπείς και προς τα προαναφερθέντα κριτήρια αξιολόγησης, είναι ιδιαίτερα σημαντικές και συναρτώνται άμεσα με τον τόπο τους, την άγρια στέπα του Βόρειου Πόντου.  

Άλλες εθνότητες που αναφέρονται και σχετίζονται με την περιοχή του Πόντου είναι οι ελληνικοί πληθυσμοί και, κυρίως, όσοι βρίσκονταν στα βορειοδυτικά της Μαύρης Θάλασσας, όπως οι Βορυσθενίτες (εικ.4,5). Επίσης, ο Ηρόδοτος αναφέρει το μεγάλο έθνος των Θρακών, από τους οποίους κάποιοι έχουν ποντική ταυτότητα, και τους Κολχίδες, που διαμένουν στην αντίθετη πλευρά από τον Πόντο· στην αιγυπτιακή καταγωγή αυτών των τελευταίων ο ιστορικός κάνει μια ιδιαίτερα σημαντική μνεία. Έτσι, ο Ηρόδοτος συνδέει έμμεσα τη νότια περιοχή του Καυκάσου και του ποταμού Φάση με την Αίγυπτο και τον Νείλο.

Στο πλαίσιο αυτών των περιγραφών σημειώνονται οι εκστρατείες του Αιγύπτιου βασιλιά Σέσωστρι, των Κιμμερίων και των Σκυθών διαμέσου των ανατολικών μεσογειακών χωρών, που θεωρούνται βέβαια γεγονότα από τον Ηρόδοτο και τους συγχρόνους του. Αυτό φανερώνει ότι οι εθνογραφικές και γεωγραφικές περιγραφές δομούνται και επικεντρώνονται, αναμφίβολα, στην ισχυρή διασύνδεση τόπων, ανθρώπων και γεγονότων μέσω μιας συγκεκριμένης μεθοδολογίας και συγκεκριμένων διασκορπισμένων πληροφοριών που συλλέγονται και συνδυάζονται.

Β) Τόποι του Πόντου: Οι γεωγραφικές περιγραφές του Ηροδότου

Όπως προαναφέρθηκε, η συνάφεια και η σύνδεση των γεωγραφικών περιγραφών με τα έθνη και τους πολιτισμούς είναι πάντοτε παρούσες. Αν και η αρχαία λαϊκή παράδοση, που ήταν ενσωματωμένη στο ομηρικό και το ησιόδειο έπος, υποστήριζε ότι οι βόρειοι και νότιοι πληθυσμοί δημιουργήθηκαν σύμφωνα με την αρχή της αναλογίας και της αντίθεσης (παραδείγματος χάριν, ο Αχιλλέας και η Πενθεσίλεια, από τη Σκυθία και τη Θράκη αντιστοίχως, αντιτίθενται στον Μέμνονα, Αιθίοπα βασιλιά), ο Ηρόδοτος φαίνεται να βελτιώνει αυτό το σύστημα, παρουσιάζοντας νέες αποδείξεις για τον παραδοσιακό δυισμό μεταξύ Βορρά και Νότου. Με τον πολύ προσεκτικό παραλληλισμό μεταξύ των ποταμών Νείλου και Ίστρου, ο πατέρας της Ιστορίας δημιουργεί τον πρώτο «μεσημβρινό» του κόσμου (εικ.6). Ειδικότερα, ο Ηρόδοτος επιχειρεί να αποδείξει με συγκεκριμένα γεωγραφικά δεδομένα και εκτιμήσεις ότι οι εκβολές των ποταμών και οι συγκεκριμένες τοποθεσίες βρίσκονται σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους.

Σύμφωνα με σχεδόν επακριβείς υπολογισμούς του Ηροδότου, οι οποίοι φαίνεται να στηρίζονται σε άγνωστα μέχρι σήμερα γεωγραφικά δεδομένα (ναυτικές εκτιμήσεις Ελλήνων εμπόρων ή και άλλες πηγές), ο ιστορικός απεικονίζει δύο ίσα γεωγραφικά τρίγωνα στον Βορρά και τον Νότο του Εύξεινου Πόντου. Έχει διατυπωθεί ο ισχυρισμός ότι πιθανόν αυτή η γεωγραφική απεικόνιση της Ανατολίας να στηριζόταν σε συγκεκριμένες ναυτικές κατευθύνσεις μεταξύ Σινώπης και Ίστρου και δρόμους επί ξηράς που συνέδεαν τη Σινώπη με την Κιλικία. Αυτές οι γεωμετρικές υποθέσεις δεν έχουν επιβεβαιωθεί από τις αρχαιολογικές έρευνες∙ ωστόσο, ως στοιχεία που χρησιμοποιούνται στις Ιστορίες συμπληρώνουν –έστω και μόνον ως θεωρητικό οικοδόμημα– τα ιστορικά γεγονότα που καταγράφονται από τον Ηρόδοτο, όπως την εκστρατεία του Σέσωστρι ή των Κιμμερίων.

Ένα δεύτερο παράδειγμα γεωγραφικής περιγραφής με βάση αριθμητικές και γεωμετρικές εκτιμήσεις από τον Ηρόδοτο είναι η παράθεση στοιχείων για τις διαστάσεις της Μαύρης Θάλασσας, για τον Βόσπορο και τον Ελλήσποντο. Εκτός από τον προγενέστερο Εκαταίο τον Μιλήσιο, ο Ηρόδοτος είναι αυτός που για πρώτη φορά περιλαμβάνει στην έρευνά του τέτοιες γεωγραφικές πληροφορίες για τον Πόντο. Ο ιστορικός, όμως, φαίνεται ότι τις καταγράφει για να δώσει μια πειστική εξήγηση σχετικά με τον ελληνικό μύθο για τους Σαυρομάτες, οι οποίοι υπήρξαν οι απόγονοι των Αμαζόνων και διέσχισαν τη θάλασσα από την Ανατολία έως τον Βόρειο Πόντο. Η ανασύσταση της ιστορίας θα ήταν επιτυχής μόνο με την παράθεση απτών και αληθινών τεκμηρίων, όπως αυτοί οι γεωγραφικοί υπολογισμοί, που θα καθιστούσαν εφικτή τη διέλευση αυτού του είδους.

Γ) Γεγονότα του Πόντου

Σημαντικό μέρος των Ιστοριών αποτελούν για τους σύγχρονους ερευνητές, κατά κύριο λόγο, οι καθαρώς ιστορικές αφηγήσεις. Μία από αυτές είναι η «ασιατική και ευρωπαϊκή εκστρατεία» του Δαρείου εναντίον των Σκυθών, που θεωρήθηκε από ορισμένους μελετητές ως ένα από τα πιο γνωστά ηροδότεια «ψέματα». Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται για μια παραδειγματική αφήγηση σχετικά με τον τρόπο κατά τον οποίο ο Ηρόδοτος συνθέτει την ιστορία, προβάλλοντας δηλαδή γεγονότα τα οποία αναπαριστά με βάση τις εθνογραφικές και γεωγραφικές γνώσεις του. Η εκστρατεία αυτή αποτελεί, πράγματι, προβληματικό θέμα από πλευράς ιστορικότητας, χρονολόγησης, αλλά και, κυρίως, λόγω της τοπογραφίας της, αφού οι αρχαίες μαρτυρίες δεν συμφωνούν μεταξύ τους.

Στο παρόν άρθρο υιοθετείται η άποψη ότι επρόκειτο πράγματι για μια εκστρατεία στα όρια του Πόντου, η οποία έλαβε χώρα περίπου το 514 π.Χ., σύμφωνα και με τις αρχαιολογικές ανασκαφές στην αρχαία Θράκη και την Ιστρία. Ωστόσο, η θεωρούμενη ως απίθανη άποψη του Ηροδότου, σύμφωνα με την οποία επρόκειτο για μια ηπειρωτική εκστρατεία που έφτανε από την πόλη Ίστρο ώς τον ποταμό Όαρο (σημερινό Βόλγα) και την Ταναΐδα με στρατιωτική πορεία 60 ημερών, μπορεί να δικαιολογηθεί και να εξηγηθεί λογικά. Το ίδιο το κείμενο δείχνει ότι ο ιστορικός είχε πληροφορίες για τα δύο «άκρα» της εκστρατείας του Δαρείου, από τα οποία η τοποθεσία του ποταμού Όαρου φαίνεται ότι «συμπληρώθηκε» από τον ιστορικό, αφού δεν μπορούσε να την εξακριβώσει στα δεδομένα του νοητού χάρτη του (εικ.7). Έτσι, εκλογικεύοντας τις ελληνοσκυθικές λαϊκές παραδόσεις για την ευγενική συμπεριφορά του Σκύθη βασιλιά Ιδάθυρσου απέναντι στον Δαρείο, ο Ηρόδοτος φαίνεται ότι συνδύασε μια πιθανή διέλευση του Δαρείου από τη σκυθική γη, «τοποθετώντας» την εκστρατεία σε αυτή την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή.

Συμπερασματικά, τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ότι ο Ηρόδοτος θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας ακόμη ερευνητής-επιστήμονας που επιδίωκε μια καθολική και απόλυτη γνώση των θεμάτων με τα οποία καταπιανόταν. Γι’ αυτό, άλλωστε, αντιλαμβανόταν την εθνογραφική, γεωγραφική και ιστορική έρευνά του ως τη μόνη αδιαίρετη ενότητα που θα μπορούσε να εγγυηθεί μιαν απόλυτη και αληθινή ιστορία.

(Η Μελίνα Ταμιωλάκη είναι λέκτορας στον Τομέα Κλασικών Σπουδών του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστήμιου Κρήτης, στο Ρέθυμνο. Στο ίδιο Τμήμα φοιτά η Εμμανουέλα Σχοινοπλοκάκη.)

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση
εικ. 1
εικ. 2
εικ. 3
εικ. 4
εικ. 5
εικ. 6
εικ. 7

Κορυφή της σελίδας