Διαφορές κοινωνικής συμπεριφοράς και αυτοαξιολόγησης μεταξύ Ολλανδών και Ελλήνων
ΓΡΑΦΕΙ Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΟΥΛΙΑΣΗ


Απόδοση-επιμέλεια: Μαρία Μαγγιώρου

Ένα μικρό πείραμα διεξήχθη στο πλαίσιο της διάλεξης που έδωσε η γράφουσα στο Ολλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών, στις 16 Νοεμβρίου 2011. Ολλανδοί και Έλληνες παρευρισκόμενοι κλήθηκαν να συμπληρώσουν ένα σύντομο ερωτηματολόγιο σχετικά με το θέμα της διάλεξης: «Μήπως τα άτομα τα οποία ανατρέφονται σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον αντιλαμβάνονται τη ζωή τους με διαφορετικούς τρόπους από τα άτομα ενός άλλου πολιτισμικού περιβάλλοντος; Συγκρίσεις μεταξύ Βορειοευρωπαίων και Νοτιοευρωπαίων».

Κατά τη διάρκεια της διάλεξης συζητήθηκαν ερωτήματα όπως:



Οι απαντήσεις σε ερωτήματα αυτού του είδους, τα οποία αποτελούν και το αντικείμενο της Συγκριτικής Πολιτισμικής Ψυχολογίας, έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη Συμβουλευτική Ψυχολογία. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει υποστηριχθεί και επιβεβαιωθεί πλήρως, στο πλαίσιο πολλών διαπολιτισμικών συγκριτικών μελετών, ότι τα άτομα που μεγαλώνουν σε ένα ατομικιστικό πολιτισμικό περιβάλλον διαμορφώνουν έναν Εαυτό ο οποίος πιθανότατα διαφέρει από τον εαυτό των ατόμων που μεγαλώνουν σε ένα κολεκτιβιστικό πολιτισμικό περιβάλλον. Στους πιο ατομικιστικούς πολιτισμούς της Βορειοδυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, για παράδειγμα, όπου είναι  ισχυρές οι αξίες της προσωπικής αυτονομίας, της προσωπικής ελευθερίας και ευθύνης, της ιδιωτικής ζωής αλλά και της προσωπικής ευχαρίστησης, κύριος θεσμικός στόχος είναι να ανατρέφονται άτομα με προσωπική αυτονομία. Προς αυτή την κατεύθυνση, στο επίκεντρο της προσοχής βρίσκονται η ανακάλυψη και η προώθηση των μοναδικών εσωτερικών δυνατοτήτων των ατόμων. Αυτό ενισχύεται ήδη από τα πρώτα έτη της ηλικίας τους, με την ενθάρρυνση να παρουσιάζουν και να προβάλλουν τον Εαυτό τους θετικά αλλά και να διατηρούν αυτόν τον Εαυτό σταθερό σε οποιαδήποτε κατάσταση και σε οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο και αν βρίσκονται. Επιπλέον, ο Εαυτός «πρέπει» σαφώς να διαχωρίζεται (ή να αποδεσμεύεται) ψυχικά και συναισθηματικά από τους άλλους, με τελικό στόχο να γίνει αυτοκατευθυνόμενος (self-directed) και αυτoεστιαζόμενoς (self-focused). Η επίτευξη αυτού του στόχου διαμορφώνει και τα κριτήρια αυτοεκτίμησης (self-esteem) και υποδεικνύει τον τρόπο επίτευξης των προσωπικών στόχων.

Αντιθέτως, στους πολιτισμούς της Ανατολικής και της Νότιας Ευρώπης έμφαση, κατά την ανατροφή, δίνεται στη δημιουργία και τη διατήρηση αρμονικών σχέσεων, στην αμοιβαιότητα προσδοκιών και δεσμεύσεων (relationship-focused/ close-others-directed). Η έμφαση αυτή δημιουργεί μια τάση να εντάσσουμε τους κοντινούς-άλλους στην αίσθηση του Εαυτού μας. Μάλιστα, με τον χρόνο, η ένταξη αυτή διαμορφώνει τα κριτήρια αυτοεκτίμησής μας και μπορεί ακόμη και να ενισχύει τα κίνητρά μας για καλύτερες επιδόσεις στους προσωπικούς μας στόχους.  

Μαζί με τον καθηγητή Maykel Verkuyten, στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, η γράφουσα προέβη σε εκτενείς συγκρίσεις του ελληνικού με τον ολλανδικό πολιτισμό. Οι έρευνες αυτές επικεντρώθηκαν στο πώς αντιλαμβάνονται τον Εαυτό τους ένας Έλληνας (στην Ελλάδα) και ένας Ολλανδός (στην Ολλανδία), ποιες αξίες εκτιμά ο καθένας στη ζωή του ή πώς ερμηνεύει ή αιτιολογεί αντίστοιχα κοινωνικά ή προσωπικά γεγονότα.

Τα ερευνητικά δείγματα, που περιλάμβαναν τόσο ενήλικους όσο και παιδιά (9 έως 12 ετών), ανέδειξαν κατ’ επανάληψη στατιστικά σημαντικές διαφορές. Δύο ήταν οι κύριοι στόχοι. Ο πρώτος, να αποτελέσουν βάση σύγκρισης για να μελετηθεί πώς λειτουργούν διανοητικά οι Έλληνες και τα παιδιά τους που ζουν μόνιμα στην Ολλανδία, άρα άτομα που ζουν υπό την επίδραση δύο πολιτισμών: της χώρας προέλευσης και της χώρας υποδοχής (bicultural mind).1 Σύμφωνα με ποια πολιτισμικά πρότυπα συμπεριφέρονται σε περιπτώσεις όπου συγκρούονται οι δύο πολιτισμοί;2 Υπάρχουν βαθιά ριζωμένες ελληνικές τάσεις ή αξίες που επιβιώνουν από τη μία γενιά στην επόμενη; Ποιοι προσωπικοί παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά τα αποτελέσματα; O δεύτερος στόχος ήταν να μελετηθεί πως οι ιδιαιτερότητες του ενός ή του άλλου πολιτισμού επιδρούν στην ψυχική υγεία των μελών του∙ εν προκειμένω, των Ελλήνων ως Νοτιοευρωπαίων και των Ολλανδών ως Βορειοευρωπαίων.3

Τα πορίσματα έχουν ήδη παρουσιαστεί σε διεθνή συνέδρια και έχουν αναλυθεί σε επιστημονικές δημοσιεύσεις. Αν και το παρόν κείμενο δεν μπορεί να προβεί σε διεξοδική παρουσίασή τους, ένα αξιοσημείωτο θέμα που συζητήθηκε, μεταξύ άλλων, στην εν λόγω διάλεξη είναι η τάση των Ολλανδών (στην Ολλανδία) να παρουσιάζουν τον Εαυτό τους («Εγώ») χρησιμοποιώντας θετικούς χαρακτηρισμούς (επίθετα), κάτι που οι Έλληνες (στην Ελλάδα) το κάνουν σε σημαντικά μικρότερο βαθμό.

Στο Ολλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών, το κοινό της διάλεξης το καλωσόρισε αρχικά η διευθύντρια, δρ Christiane Tytgat. Στη συνέχεια, οι παρευρισκόμενοι κλήθηκαν να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο για να εξοικειωθούν με το περιεχόμενο της διάλεξης και να κρίνουν οι ίδιοι «του λόγου το αληθές». Οι συμμετέχοντες ήταν Ολλανδοί και Έλληνες. Οι Ολλανδοί, στην πλειονότητά τους, είχαν ζήσει στην Ελλάδα επί 10 και πλέον χρόνια και όλοι τους γνώριζαν καλά την ελληνική γλώσσα. Τους ζητήθηκε ωστόσο να συμπληρώσουν την ολλανδική έκδοση του ερωτηματολογίου, που ήταν επίσης εικονογραφημένο με χαρακτηριστικές ολλανδικές εικόνες. Αυτό, θεωρητικά, έχει σημασία (cultural priming). Οι Έλληνες συμπλήρωσαν την ελληνική έκδοση, με αντίστοιχες ελληνικές εικόνες. Η ανάλυση των απαντήσεων επιβεβαίωσε τη θεωρητική υπόθεση.

Ας εξετάσουμε τώρα τα αποτελέσματα σχετικά με το πως οι δύο αυτές πολιτισμικές ομάδες αξιολόγησαν τον κοινωνικό τους εαυτό («Εμείς») και τον προσωπικό τους εαυτό («Εγώ»), καθώς και το πώς ερμήνευσαν μιαν απλή καθημερινή συμπεριφορά. Το ερωτηματολόγιο ζητούσε, μεταξύ άλλων, από τον καθέναν να σκεφτεί και να γράψει τρεις φράσεις που να αποδίδουν την προσωπική του έννοια για το «Εμείς» και μετά να βαθμολογήσει αυτό το «Εμείς» σε μια κλίμακα από 1 έως 7: από «πολύ αρνητικά» (1), με ενδιάμεσα το «ουδέτερα» (4), έως «πολύ θετικά» (7). Το ίδιο έκαναν και με το «Εγώ». Όσον αφορά το θέμα της συμπεριφοράς, τους ζητήθηκε (βλ. φωτογραφία) να δώσουν μιαν αυθόρμητη και ελεύθερη εξήγηση στο ερώτημα «Γιατί αυτός ο άνδρας πίνει μόνος του τον καφέ του;». Όπως αναμενόταν, οι Ολλανδοί αξιολόγησαν το «Εγώ» τους πολύ πιο «ανεξάρτητα» από το περιεχόμενο και την αξιολόγηση του «Εμείς» τους, σε σύγκριση με τους Έλληνες. Οι πρώτοι αξιολόγησαν τον κοινωνικό τους εαυτό («Εμείς») ελαφρώς θετικότερα από ό,τι τον προσωπικό τους εαυτό («Εγώ»), μολονότι ρητά τους είχε υποδειχθεί να σκεφτούν και να αξιολογήσουν το «Εμείς» πριν από το «Εγώ». Οι δυο αυτές βαθμολογίες δεν διέφεραν (5.70 και 5.20 αντιστοίχως) σημαντικά. Αντίθετα, οι Έλληνες αξιολόγησαν το «Εμείς» τους σαφώς πιο θετικά από το «Εγώ» τους, η δε απόκλιση στις αντίστοιχες μέσες βαθμολογίες, (6.12 και 4.24) είναι σημαντικά μεγάλη και με ισχυρή αξιοπιστία. Το σχήμα 1 απεικονίζει αυτές τις διαφορετικές τάσεις.

Πολύ σχηματικά, ενώ για την ολλανδική κοινωνία το «σωστό» πρότυπο Εαυτού είναι το πρότυπο του αυτόνομου Εαυτού («self-directed»), για την ελληνική κοινωνία ηθικό πρότυπο είναι ο άνθρωπος που «νοιάζεται» για τους άλλους, δεν αγνοεί τους άλλους και δεν βάζει το «Εγώ» του πάνω από τους άλλους («relationship-oriented»). Τα μέλη μιας κοινωνίας ασυνείδητα κατευθύνονται από τα κυρίαρχα ιδανικά, το «άξιον εστί» του πολιτισμού στον οποίο ανατράφηκαν. Με αυτή την έννοια, τόσο οι Ολλανδοί όσο και οι Έλληνες αξιολόγησαν τον Εαυτό τους σε συμφωνία με το «καθώς πρέπει», κάτι το οποίο διασταυρώνεται από το γεγονός ότι και οι δυο ομάδες εκτιμούν τον Εαυτό τους («self-esteem») σε σχεδόν όμοια επίπεδα: οι μέσες βαθμολογίες της αυτοεκτίμησης για τους Ολλανδούς είναι 5.50 και για τους Έλληνες είναι 5.44 (p= >.1 n.s.). Οι διαφορετικές τάσεις αυτογνωσίας έχουν σημαντικές επιπτώσεις για τους συντελεστές πρόβλεψης ψυχικής υγείας.   

Ωστόσο, τα πρότυπα Εαυτού συνδέονται άρρηκτα με τον τρόπο που κάποιος ερμηνεύει τις κοινωνικές συμπεριφορές ή τα κοινωνικά γεγονότα. Αυτή η συνάφεια, επίσης ασυνείδητη, αποκαλύπτεται με μιαν απλή ερώτηση: «Γιατί ο άνδρας της φωτογραφίας κάθεται χωριστά από τους άλλους για να πιει τον καφέ του;»

Οι διαφορές στις απαντήσεις αναδεικνύουν και πάλι μια σημαντική πολιτισμική επιρροή (σχήμα 2). Οι μισοί (50%) Ολλανδοί θεώρησαν ότι αυτό οφείλεται απλώς σε κάποιο «εσωτερικό» κίνητρο (ποιότητα) του συγκεκριμένου ανθρώπου: ότι είναι απλώς δική του επιλογή ή «θέλει να απολαύσει τον καφέ του μόνος του», ή «στη δεδομένη στιγμή, δεν χρειάζεται παρέα», «δεν έχει κέφι για κουβέντα» ή ακόμη «είναι πολύ ντροπαλός και δεν τολμάει να πάει μαζί με τους άλλους». Μόνο το 10% των Ολλανδών απέδωσαν το «γιατί» στο περιβάλλον ή στους άλλους ανθρώπους γύρω του. Το υπόλοιπο 40% των απαντήσεων αναφέρεται και σε προσωπικούς και σε περιβαλλοντικούς λόγους. Όπως όμως δείχνει καθαρά το σχήμα 2, η πλειονότητα (65%) των απαντήσεων των Ελλήνων «περιλαμβάνει» τους άλλους ή το περιβάλλον. Παραδείγματα απαντήσεων είναι: «Δεν έχει έλθει ακόμη η παρέα του», «Περιμένει άλλους δύο», «Δεν έχει φίλους» ή «Υπάρχουν δύο ακόμη φλιτζάνια στο τραπέζι του οπότε…». Επίσης, σχολίασαν την εξωτερική του εμφάνιση σε σχέση με την εμφάνιση των άλλων γύρω του (άρα, αυτός είναι… μετανάστης). Μόνο 25% των ερωτηθέντων απέδωσαν το «γιατί» σε προσωπικούς λόγους, και μόνο 10/%  και στους δύο λόγους.

Οι διαφορές στις απαντήσεις μεταξύ των δύο πολιτισμικών ομάδων είναι επίσης στατιστικά σημαντικές (p <.05). Ας σημειωθεί ότι οι δύο ομάδες ήταν μεταξύ τους ανάλογες ως προς την ηλικία, το φύλο και το μορφωτικό επίπεδο. Στην πλειονότητά τους διέθεταν ανώτερο ή ανώτατο επίπεδο εκπαίδευσης. Έτσι, με το απλό αυτό παράδειγμα, φάνηκε ακόμη μία φορά πώς επηρεάζει ο πολιτισμός τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο καθένας μας τον Εαυτό του και τον κόσμο γύρω του.

Η θεωρητική διάκριση του Εαυτού ως ανεξάρτητου ή αλληλοεξαρτώμενου («independent vs. interdependent»), ή, κατά προέκταση, των άλλων, μπορεί να είναι πολύ σχηματική, αλλά έχει επιβεβαιωθεί εκτενώς σε διαπολιτισμικές μελέτες και, ως εκ τούτου, η αξιοπιστία της είναι αποδεδειγμένη. Βέβαια, πρόκειται για μια πολύ βασική διάκριση, η οποία δεν πρέπει να αγνοεί τις ατομικές διαφορές. Οι όροι ανεξάρτητος τύπος Εαυτού ή αλληλοεξαρτώμενος, μαζί με τη σημασία της διάκρισής τους, παρουσιάστηκαν στο έργο-ορόσημο των Markus και Kitayama (1991).4 Επίσης, σταθμό αποτελούν τα έργα των Hofstede και Triandis, που επέκτειναν τη σπουδαιότητα της πολιτισμικής επίδρασης και σε άλλους τομείς σκέψης και της συμπεριφοράς των ανθρώπων. Τα εκτενή πορίσματα πολιτισμικών συγκριτικών ερευνών αφορούν άμεσα, και πολλές φορές ανατρέπουν, θεωρίες της Συμβουλευτικής Ψυχολογίας, για τον απλούστατο λόγο ότι μέχρι πρόσφατα οι θεωρίες αυτές στηρίχθηκαν σε έρευνες που έγιναν είτε στη Βόρεια Ευρώπη είτε στις ΗΠΑ.

Η σημασία της διαφορετικότητας των πολιτισμών δεν είναι μόνο αδιαμφισβήτητη για την καθημερινή ζωή και το προσωπικό μας «ευ ζειν», αλλά και για το μέλλον των κοινωνιών μας. Η σύγκριση των πολιτισμών σήμερα είναι ακόμη πιο επιτακτική σε προσωπικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο λόγω της παγκοσμιότητας της οικονομικής κρίσης: απλώς, διότι  η κρίση αυτή βρίσκεται σε αδιάρρηκτη αλλά και αδιόρατη αλληλεξάρτηση με την οικονομία σε κάθε χώρα.

(Η Κατερίνα Πουλιάση έλαβε διδακτορικό τίτλο σπουδών στον τομέα των Κοινωνικών Επιστημών το 2010 από το Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Η διδακτορική διατριβή της έχει τίτλο Culture, Self-Understanding and the Bicultural Mind [Ο πολιτισμός, η αυτογνωσία και ο διπολιτισμικός νους].) 

Για περισσότερες πληροφορίες: http://ppw.kuleuven.be/cscp/katerina-pouliasi.



1 Μ. Verkuyten και Κ. Pouliasi (2002), «Biculturalism among older children: Cultural frame switching, attributions, self-identification and attitudes», Journal of Cross-Cultural Psychology, τ. 33, σελ. 596-608.

2 Κ. Pouliasi και Μ. Verkuyten (2007), «Networks of meaning and the bicultural mind: A structural equation modeling approach», Journal of Experimental Social Psychology, τ. 40, σελ. 955-963.

3 Κ. Pouliasi και Μ. Verkuyten (2011), «Self-evaluations, psychological well-being, and cultural context: The changing Greek society», Journal of Cross-Cultural Psychology, τ. 42, σελ. 875-890.

4 Η. R. Markus και S. Kitayama (1991), «Culture and the SelfImplications for cognitionemotion, and motivation», Psychological Review, τ. 98, σελ. 224-253.

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση
σχήμα 1
σχήμα 2

Κορυφή της σελίδας