Σκηνοθεσία
Ευριπίδης Λασκαρίδης
 

Τις Καρέκλες του Ευγένιου Ιονέσκο, έργο γραμμένο το 1952, σκηνοθέτησε φέτος τον χειμώνα ο υπότροφος Ευριπίδης Λασκαρίδης, με πρωταγωνιστές την Όλια Λαζαρίδου και τον Αντώνη Καφετζόπουλο. Η παράσταση ανέβηκε με ιδιαίτερη επιτυχία στο θέατρο Ροές από τις 9 Νοεμβρίου 2012 έως τις 10 Φεβρουαρίου 2013, με σκηνικά και κοστούμια του Άγγελου Μέντη, φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρου και μουσική του Γιώργου Πούλιου.

Πρόκειται για τη δεύτερη συνεργασία του σκηνοθέτη με την Όλια Λαζαρίδου, ύστερα από το Κορίτσι Μπαταρία, που παρουσίασαν το 2011, καθώς και για την πρώτη συνάντηση επί της θεατρικής σκηνής, έπειτα από πολλές συνεργασίες στον κινηματογράφο, της πρωταγωνίστριας με τον Αντώνη Καφετζόπουλο. Όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης, «οι Καρέκλες  είναι μια “μεταφυσική φάρσα” στην οποία δύο ξεχασμένοι υπερήλικες ψάχνουν αναδρομικά τη δικαίωση της ύπαρξής τους. Ως άλλοι Αδάμ και Εύα, μακριά από τον προ πολλού χαμένο παράδεισό τους, βάζουν εμπρός τη φαντασία τους, τόσο παιδική όσο και δαιμόνια, προκειμένου να κρατηθούν ζωντανοί. Εξήντα χρόνια μετά την πρεμιέρα του έργου στο Παρίσι, σε μια Ελλάδα που αφήνει πίσω τη χρυσή εποχή της αλαζονικής ευημερίας και κοιτάει με τρομαγμένο βλέμμα το αβέβαιο μέλλον, βρίσκω το έργο περισσότερο επίκαιρο από ποτέ», συνεχίζει ο Λασκαρίδης. «Λίγα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ιονέσκο επιτίθεται σε έναν μοντέρνο δυτικό κόσμο, που έχει χάσει τη μεταφυσική του διάσταση, το ευλαβικό δέος ή την αίσθηση του μυστηρίου. Γεννά ένα νέο θέατρο βάζοντας βόμβα στα θεμέλια του συντηρητικού θεάτρου της εποχής με τον μοναδικό, πρωτοποριακό –ιονεσκικό– σαρκασμό του... Το παράλογο θέατρο του Ιονέσκο είναι πλέον κλασικό.

Ο “παραλογισμός” που κάποτε σόκαρε μοιάζει πιο κατανοητός από ποτέ. Στα έργα του, η δράση επιταχύνεται διαρκώς, ο λεκτικός οίστρος και ο πολλαπλασιασμός των αντικειμένων θυμίζουν την παραφροσύνη ενός οργανισμού –ή μιας κοινωνίας– σε έξαρση. Αυτή η δίνη που εντείνει την κωμικότητα, σε συνδυασμό με την εναγώνια αναζήτηση μιας λύσης που δεν έρχεται, μας αποκαλύπτει τον άνθρωπο, εντέλει, πιο έρημο από ποτέ».