Νέκταρ και Ψευδαίσθηση
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΝΔΡΟΥΔΗΣ

Henry Maguire, Nectar and Illusion: Nature in Byzantine Art and Literature, Onassis Series in Hellenic Culture, Νέα Υόρκη: Oxford University Press, 2012, 224 σελ., ISBN: 78-0-19-976660-4


Το βιβλίο του ομότιμου καθηγητή Henry Maguire με τίτλο Nectar and Illusion: Nature in Byzantine Art and Literature [Νέκταρ και Ψευδαίσθηση: H Φύση στη Βυζαντινή Τέχνη και Λογοτεχνία], το οποίο εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη από το Ίδρυμα Ωνάση στη σειρά για τον Ελληνικό Πολιτισμό (Onassis Series in Hellenic Culture), αποτελεί την πρώτη εμπεριστατωμένη και εκτενή μελέτη της απεικόνισης της φύσης στη βυζαντινή λογοτεχνία και τέχνη. Στις σελίδες τού μικρού σε μέγεθος αλλά πλούσιου και μεστού σε περιεχόμενο έργου του, ο συγγραφέας πραγματεύεται ζητήματα της σχέσης της φύσης με διάφορες πτυχές της ζωής, του πνευματικού και καλλιτεχνικού βίου του Βυζαντίου, όπως την έννοια της ειδωλολατρίας, τη ρητορική, τη μεταφορά στον γραπτό λόγο, την έννοια της αφαίρεσης και, τέλος, την αρχιτεκτονική. Το βιβλίο διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια, τα οποία εξετάζουν τις παραπάνω ενότητες σχέσεων τεκμηριώνοντάς τες με πλούσιο εικονογραφικό υλικό, καταλήγει σε συμπεράσματα και πλαισιώνεται στο τέλος από βιβλιογραφία και ενιαίο ευρετήριο ονομάτων, τόπων, έργων, εικονογραφικών παραστάσεων και εννοιών.

Στο πρώτο κεφάλαιο («Φύση και ειδωλολατρία») ο συγγραφέας καταδεικνύει πώς η βυζαντινή τέχνη αγκάλιασε και υιοθέτησε απεικονίσεις της επίγειας δημιουργίας στη διακόσμηση των χριστιανικών ναών από τον 5ο μέχρι τον 7ο αιώνα. Τα σωζόμενα έργα είναι πολλά, ιδίως στις ανατολικές επαρχίες του Βυζαντίου (Ελλάδα, Μικρά Ασία, Κύπρος, Συρία, Αίγυπτος) και εντυπωσιάζουν με τον πλούτο των συνθέσεων, την πρωτοτυπία και την άρτια εκτέλεσή τους. Αργότερα, μετά την πολυτάραχη εικονομαχική έριδα του 8ου και του 9ου αιώνα, οι Βυζαντινοί υιοθέτησαν προσεκτικότερη στάση απέναντι στην απεικόνιση των ζώων και των φυτών, η οποία συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του Βυζαντίου. Βέβαια, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, οι ρίζες αυτής της κριτικής και συχνά εχθρικής στάσης τοποθετούνται στον 4ο αιώνα, όταν πολλοί χριστιανοί συγγραφείς κατηγορούσαν ως ειδωλολατρικές τις παραστάσεις και λατρείες ποταμών (όπως του Νείλου) αλλά και κάποιες άλλες προσωποποιήσεις φυσικών στοιχείων (Γη, Θάλασσα, Ωκεανός) στην τέχνη. Μετά την Εικονομαχία, αυτή την τόσο σημαντική τομή ανάμεσα στο πρώιμο και το καθαυτό Βυζάντιο, η τέχνη και ο διάκοσμος των βυζαντινών ναών αλλάζουν χαρακτήρα ανεπιστρεπτί. Γίνονται περισσότερο ανθρωποκεντρικοί και λιγότερο δεκτικοί στις εικόνες της φύσης. Ο κίνδυνος ότι αυτές οι τελευταίες θα χρησιμοποιούνταν από τους ειδωλολάτρες δημιούργησε διαρκή ένταση μεταξύ, αφενός, του υλικού κόσμου, ο οποίος αντιπροσωπευόταν από τη φύση, και αφετέρου του πνευματικού κόσμου, ο οποίος αντιπροσωπευόταν από τις ιερές εικόνες του Χριστού και των αγίων. Το πρώτο κεφάλαιο πραγματεύεται λοιπόν τον ρόλο της Εικονομαχίας, η οποία επέδρασε τόσο καταλυτικά σε αυτήν τη θεμελιώδη αλλαγή στη βυζαντινή τέχνη. Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι και οι δύο πλευρές της διαμάχης αλληλοκατηγορούνταν για «λατρεία του δημιουργήματος παρά του Δημιουργού». Η δευτερεύουσα διαμάχη γύρω από την απεικόνιση των ζωντανών πλασμάτων εκτός των ανθρώπινων όντων, αν και πολύ λίγο μελετημένη σε σχέση με τη διαμάχη για τις ιερές εικόνες, επηρέασε εντούτοις δραστικά την εφεξής διακόσμηση των βυζαντινών ναών.

Το δεύτερο κεφάλαιο («Φύση και Ρητορική») καταγράφει με τρόπο διεξοδικό τη διαρκή αμφιθυμία των Βυζαντινών ανάμεσα στην αποδοχή ή την άρνηση των τεχνικών της ρητορικής, ειδικά στο μέτρο που αυτές χρησιμοποιούνταν για να δοξάσουν τον επίγειο κόσμο. Τα πριν από την Εικονομαχία εγκώμια και σχόλια που ήταν αφιερωμένα στην Εξαήμερο συχνά ενσωμάτωναν εκφράσεις αξιοσημείωτων στοιχείων της Δημιουργίας, όπως του ποταμού Νείλου, στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, και του παγωνιού. Ο συγγραφέας αναφέρει χαρακτηριστικά μια σειρά Ελλήνων συγγραφέων των Μέσων Χρόνων που αντιμετώπιζαν τη ρητορική με αμφιθυμία. O περίφημος λόγιος Μιχαήλ Ψελλός, από τη μία πλευρά, εξέφραζε θαυμασμό για αυτούς που χρησιμοποιούσαν τη ρητορική για να προσδώσουν κομψότητα στον λόγο τους, από την άλλη όμως θεωρούσε τις τεχνικές της ως μέσα εξαπάτησης και δόλου. Ο Νικόλαος Μεσαρίτης, στην «Έκφρασιν» του ναού των Αγίων Αποστόλων Κωνσταντινούπολης, ενώ εκφράζει καχυποψία για τη χρήση της ρητορικής ως μέσου απόκρυψης της αλήθειας, ταυτόχρονα την εξισώνει απόλυτα με τη Θεία Σοφία. Το κεφάλαιο αυτό διερευνά, λοιπόν, το προαναφερθέν παράδοξο, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στον συσχετισμό που έκαναν οι Βυζαντινοί ανάμεσα στις χάρες της ρητορικής και της φύσης.

Όπως και με τη ρητορική, οι Βυζαντινοί μπορούσαν να δουν τη φύση με καχυποψία. Η αφθονία της μπορούσε να θεωρηθεί «φευγαλέα» και «απατηλή» σε σύγκριση με κάποιες προαιώνιες αλήθειες. 

Η αμφιθυμία των Βυζαντινών έναντι της ρητορικής και της φύσης εκφράζονταν τόσο στα γραπτά κείμενα όσο και στην τέχνη. Ο καθηγητής Maguire τα εξετάζει αμφότερα στο κεφάλαιο αυτό.

Η επόμενη ενότητα, με τίτλο «Φύση και Μεταφορά», συζητά τις επαναλήψεις των μεταφορών που προέρχονται από τη φύση στη βυζαντινή τέχνη, με έμφαση στις απεικονίσεις που υποδηλώνουν τη Θεοτόκο. Οι μεταφορές αυτές επαναλήφθηκαν σε εγκώμια και ύμνους στη Μέση και την Ύστερη περίοδο, μέχρι το τέλος του Βυζαντίου. Πολλές από αυτές τις ίδιες απεικονίσεις συνόδευαν τη Θεοτόκο στις παραστάσεις της στη Βυζαντινή Τέχνη, όμως λιγότερο συχνά από τις εμφανίσεις στη λογοτεχνία και όχι σε όλες τις περιόδους. Εκεί ο Maguire διαπιστώνει μιαν «ασύμμετρη» σχέση ανάμεσα στις διαρκώς επαναλαμβανόμενες προφορικές και γραπτές μεταφορές της Φύσης στη λογοτεχνία και τις σποραδικά εμφανιζόμενες απεικονίσεις της στη βυζαντινή τέχνη. Μια σειρά από πλούσια κείμενα περιγράφουν εποχές, τοπία, κήπους και ζώα· εντούτοις, αυτά απεικονίζονται αρκετά σποραδικά στη βυζαντινή τέχνη μετά την Εικονομαχία. Η ίδια σχέση παρατηρείται και στις αναπαραστάσεις του Παραδείσου, οι απεικονίσεις του οποίου βρίσκονται ανάμεσα στη μεταφορά και την πραγματικότητα. Εξετάζεται επίσης η παρουσία της Φύσης στην εκκλησιαστική τέχνη της Δύσης, όπου, υπό το πρίσμα διαφορετικών θρησκευτικών αντιλήψεων, έγινε ένα πιο στενό πάντρεμά τους. Σημαντική είναι και η διαπίστωση του συγγραφέα ότι στο Βυζάντιο η εικονογραφία της Φύσης γνώρισε μεγαλύτερη απήχηση σε έργα που δεν απευθύνονταν στο ευρύ κοινό, αλλά σε μάλλον περιορισμένο, όπως σε ιδιωτικές παραγγελίες (βλ. τις αριστουργηματικές μικρογραφίες στα χειρόγραφα των Ομιλιών του Ιακώβου Κοκκινόβαφου). Αντίθετα, σε έργα περισσότερο εκτεθειμένα σε δημόσια θέα, όπως στις τοιχογραφίες των ναών, υπήρχε μεγαλύτερη περίσκεψη για την απεικόνιση της Φύσης.

Στο τέταρτο κεφάλαιο («Φύση και αφαίρεση») γίνεται αναφορά σε κάποιες από τις αλλαγές στη βυζαντινή τέχνη που περιγράφηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια, τη φορά αυτήν όμως μέσα από μιαν άλλη οπτική, αυτήν της αισθητικής. Η παρούσα ενότητα πραγματεύεται την έννοια της αφαίρεσης για τη Φύση, όπως αυτή παρουσιαζόταν στο σχήμα των μαρμάρινων δαπέδων και των επιτοίχιων επενδύσεων των βυζαντινών ναών και των παλατιών. Ειδικότερα, θέτει το ερώτημα σε ποιο βαθμό τα μετά την Εικονομαχία μαρμαροθετημένα πολύχρωμα δάπεδα θεωρούνταν από τους Βυζαντινούς συνοπτικές απεικονίσεις της γης και των ποταμών της. Στο τέλος, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μαρμαροθετημένα δάπεδα δήλωναν τη γη με τα λουλούδια, τα δέντρα, τα ποτάμια της. Ουσιαστικά, ήταν ανεικονικές αντικαταστάσεις των προεικονομαχικών ψηφιδωτών δαπέδων που παρίσταναν τη φύση με νατουραλιστικό τρόπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι και εκεί όπου δεν υπήρχε λόγω κόστους η δυνατότητα χρήσης μαρμάρου, η γραπτή απομίμησή του στις τοιχογραφίες (Παναγία του Άρακος στα Λαγουδερά της Κύπρου) παρείχε εξίσου ικανοποιητικά αποτελέσματα. 

Στο ίδιο κεφάλαιο καταδεικνύεται ακόμη αυτό που επισημάνθηκε και στα πρώτα κεφάλαια, ότι στο Βυζάντιο η λογοτεχνία και οι τέχνες ακολουθούσαν διαφορετικούς δρόμους: ό,τι ήταν αποδεκτό ή επιθυμητό στον λόγο δεν ήταν απαραίτητα αποδεκτό και στις εικαστικές τέχνες. Επιπλέον, οι αλλαγές στην τέχνη συνόδευαν πάντοτε και αλλαγές στις αντιλήψεις.

Τέλος, στους μεσοβυζαντινούς ναούς, η ακρίβεια της ερμηνείας αφορούσε πάντοτε το πνευματικό, ενώ η αποφυγή της συνδεόταν με το γνωστό, το κοινότοπο. Όπως γράφει ο Maguire, η τελευταία αυτή διαπίστωση καταδεικνύει τη συμβατική θεώρηση της βυζαντινής τέχνης, η οποία τείνει να συνδυάσει την αφαίρεση με την απεικόνιση του υπερβατικού.

Το τελευταίο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Φύση και αρχιτεκτονική», πραγματεύεται τον ρόλο των παραστάσεων της αρχιτεκτονικής στη βυζαντινή τέχνη. Διαπιστώνεται ότι ο δραστικός περιορισμός της απορρέουσας από τη φύση εικονογραφίας μετά την Εικονομαχία και η αντικατάστασή της από μια περισσότερο ανθρωποκεντρική γκάμα άγιων μορφών δημιούργησαν νέα πρότυπα απεικόνισης. Σε αυτά αποκτούν αυξανόμενη σπουδαιότητα τα βάθη των παραστάσεων των άγιων μορφών, με αρχιτεκτονικά έργα, σχήματα ή λεπτομέρειες. Οι παραστάσεις αυτές αντικαθιστούν οριστικά τα παλαιά πρότυπα παραστάσεων ζώων και φυτών, τα οποία υποδήλωναν και διάφορες χριστιανικές έννοιες. Με την έρευνά του ο συγγραφέας διαπιστώνει, λοιπόν, ότι η παρακμή του συμβολισμού της φύσης στη βυζαντινή τέχνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άνοδο του συμβολισμού των παραστάσεων αρχιτεκτονικής στα έργα της. Κατά τον Maguire, δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αρχιτεκτονικά βάθη έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο για τη δημιουργία ερμηνείας στη βυζαντινή τέχνη. Όπως και το χρυσό βάθος, έτσι και η αρχιτεκτονική μπορούσε να εκφράσει τις υπερβατικές αξίες που ήταν το πρώτιστο μέλημα της βυζαντινής εκκλησιαστικής τέχνης, και αυτό, χωρίς τις προβληματικές αναγωγές σε μεταφορές και σύμβολα που προέρχονταν από τη φύση.

Τέλος, ο συγγραφέας ανακεφαλαιώνει τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει στα επιμέρους κεφάλαια και στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Αναφορικά με τη στάση τους απέναντι στη φύση και την παράστασή της, οι Βυζαντινοί των Μέσων Χρόνων ήταν σε συνεχή διάλογο με τους γειτονικούς πολιτισμούς της Δυτικής Ευρώπης και του Ισλάμ. Αντιδρούσαν στα τζαμιά, στα οποία επιτρέπονταν μόνο παραστάσεις από τον φυσικό κόσμο και αποκλείονταν όλες οι ανθρώπινες μορφές. Οι ίδιοι εναντιώνονταν όμως και στη Δυτική Εκκλησία, όπου η θρησκευτική εικονογραφία, υπό το πρίσμα διαφορετικών θεωρήσεων, επέτρεψε ένα πιο ισχυρό πάντρεμα της τέχνης με τη φύση. 

Το βιβλίο αποτελεί ένα αριστουργηματικό εγχειρίδιο για τον ειδικό της βυζαντινής τέχνης, αλλά και για τον απλό αναγνώστη που μπορεί να προσεγγίσει όλες τις πτυχές της πνευματικότητας της βυζαντινής τέχνης και της απεικόνισης της φύσης στα έργα της. Όπως προαναφέραμε, η βυζαντινή τέχνη παρέμεινε σε κατάσταση δημιουργικής έντασης ανάμεσα στο πνευματικό, το οποίο εκπροσωπούσαν οι ιερές εικόνες του Χριστού και των αγίων, και το επίγειο, το οποίο εκπροσωπούσε ο κόσμος της φύσης. Μέσω του βιβλίου του Nectar and Illusion ο καθηγητής Henry Maguire καταδεικνύει με τον πιο πειστικό τρόπο ότι οι Βυζαντινοί συγγραφείς αντιμετώπιζαν τη φύση ως «νέκταρ», όταν επρόκειτο για την εικόνα των πνευματικών δώρων, και ως «ψευδαίσθηση», όταν η τελευταία αποτελούσε το αντικείμενο αυτής καθ’ αυτήν της προσοχής. 


(Ο Πασχάλης Ανδρούδης είναι δρ Αρχαιολογίας, αρχιτέκτων, αναστηλωτής. Πρόσφατα εξελέγη λέκτορας Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.)

 

Άποψη του εσωτερικού της εκκλησίας της Παναγίας του Άρακος στα Λαγουδερά, οροσειρά του Τροόδους, Κύπρος.
Βιβλιοθήκη του Βατικανού. Μικρογραφία από τις Ομιλίες του Ιακώβου της Μονής της Κοκκινόβαφου (η Γη λατρεύει την Παναγία)

..