Η Δίκη του Σωκράτη: Ατομική και Συλλογική Ελευθερία
ΓΡΑΦΕΙ Η ΙΩΑΝΝΑ Ν. ΚΟΝΔΥΛΗ
   

Την 25η Μαΐου 2012 επαναλήφθηκε στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση η δίκη του Σωκράτη, η οποία, μαζί με τους «Διαλόγους των Αθηνών» –των οποίων άλλωστε αποτελεί συνέχεια και εξειδίκευση–, είναι κατά την γνώμη μας η κορυφαία εκδήλωσή της μέχρι σήμερα. Η ιδέα ανήκει στον δόκτορα Αντώνη Παπαδημητρίου, πρόεδρο του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, ο οποίος, έχοντας ήδη εκπονήσει σχετική επιστημονική μελέτη, θέλησε να συνδυαστεί η κατά το δυνατόν ζωντανή αναβίωση της τότε –ιστορικής– διαδικασίας με την προβολή των καίριων θεμάτων πολιτικής φιλοσοφίας, που αναδείχθηκαν, στα επίκαιρα, καυτά ζητήματα των σύγχρονων δημοκρατιών. Πρώτη φορά η επανάληψη της δίκης επιχειρήθηκε με μεγάλη επιτυχία από το θυγατρικό Ίδρυμα τον Μάιο του 2011 στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Νέας Υόρκης. Στην Αθήνα, η επιτυχία ήταν ακόμη μεγαλύτερη, με ασφυκτικά γεμάτες την Κεντρική και την Μικρή Σκηνή της Στέγης και 54.000 μοναδιαίους χρήστες στο διαδίκτυο μέχρι σήμερα. 

Το 399 π.Χ. ο βυρσοδέψης Άνυτος, ο ποιητής Μέλητος και ο ρήτορας Λύκων «εισήγαγαν γραφή» κατά του Σωκράτη. Συγκεκριμένα, η διπλή κατηγορία διατυπώθηκε ως εξής: «Σωκράτη φησὶν ἀδικεῖν τούς τε νέους διαφθείροντα καὶ θεοὺς οὓς ἡ πόλις νομίζει οὐ νομίζοντα, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινά. τὸ μὲν δὴ ἔγκλημα τοιοῦτόν ἐστιν».

Μετά την προδικασία ενώπιον του Άρχοντος Βασιλέως, ο Σωκράτης κλήθηκε να δικαστεί ενώπιον της Ηλιαίας, του δικαστηρίου των 500 προερχομένων από κλήρωση για μία ημέρα, ώστε ο μεγάλος αριθμός των δικαστών να ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο διαφθοράς. Ο Σωκράτης κρίθηκε ένοχος με ψήφους 280 προς 220 και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η δίκη παραμένει πολύκροτη ανά τους αιώνες, αλλά το μείζον ενδιαφέρον της δεν είναι κυρίως «ποινικό» ή λίγο ευρύτερα νομικό. Πέρα από ζητήματα σχετικά με την ποινή του θανάτου, τον θεσμό των ενόρκων ή την επιμέτρηση της ποινής, το ουσιαστικό ενδιαφέρον είναι βαθιά πολιτικό και φιλοσοφικό, συνδεόμενο με την πολιτική ελευθερία και τα όριά της, αναγόμενο στην δομή και την οργάνωση των κοινωνιών, σχετιζόμενο με την απόλυτη ή οριοθετημένη άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων. Η επικαιρότητα ή, καλύτερα, ο διαχρονικός χαρακτήρας του προβληματισμού που θέτει η δίκη του Σωκράτη προβλήθηκε εναργώς από τον Αντώνη Παπαδημητρίου, ο οποίος είχε και την ιδέα της επανάληψής της στην Στέγη. Από το δικόγραφό του σταχυολογούμε τα κρίσιμα ερωτήματα: «εάν η ελευθερία του λόγου έχει όρια, εάν η δημοκρατία, εκτός από την υποχρέωση να σέβεται την ελευθερία του λόγου, έχει επίσης την υποχρέωση να υπερασπίζει και την ίδια την ύπαρξή της, εάν ανάγεται στις προτεραιότητές μας η προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος που, αν και με ατέλειες, αναδεικνύεται στο καλύτερο που έχουμε». 

Ο χρόνος διεξαγωγής της δίκης ήταν μια πολύ ταραγμένη ιστορική περίοδος. Το 404 π.Χ., μετά την ήττα στους Αιγός Ποταμούς «αἱ Ἀθῆναι ἑάλωσαν» και ο Λύσανδρος εγκατέστησε σπαρτιατική φρουρά και τους Τριάκοντα Τυράννους, από τους φανατικότερους ολιγαρχικούς, οι οποίοι αντικατέστησαν όλες τις αρχές κατά το δοκούν. Για να στηρίξουν την εξουσία τους, οι Τριάκοντα χρησιμοποίησαν, εκτός της σπαρτιατικής φρουράς, και σώμα ιππέων της αρεσκείας τους, επιδιώκοντας να επιβληθούν με την τρομοκρατία, την εξορία και την σφαγή. Στο οκτάμηνο διάστημα της αρχής τους φόνευσαν περισσότερους από 1.500 πολίτες, ενώ πολλοί άλλοι εξορίστηκαν ή εγκατέλειψαν την Αθήνα. Ο Θρασύβουλος, στρατηγός διακριθείς στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, είχε καταφύγει στην Θήβα. Μη ανεχόμενος να βλέπει την τυραννία στην πατρίδα του, κατέλαβε με 70 εξορίστους την Φυλή, ισχυρό φρούριο στην Πάρνηθα. Σε πολύ λίγο η δύναμή του δεκαπλασιάστηκε, οπότε προχώρησε και κατέλαβε τον Πειραιά. Ο Κριτίας όρμησε εναντίον του, αλλά ηττήθηκε και φονεύθηκε. Οι ίδιοι οι ολιγαρχικοί καθαίρεσαν τους Τριάκοντα, που κατέφυγαν στην Ελευσίνα και, με την μεσολάβηση των Σπαρτιατών, συμφωνήθηκε να μην επανέλθουν στην Αθήνα. Μετά την αποχώρηση των Σπαρτιατών από την Αττική, ο Θρασύβουλος εισήλθε θριαμβευτικά στην Αθήνα, χορήγησε γενική αμνηστία και επανέφερε το δημοκρατικό πολίτευμα. 

Με την επανάληψη της ακροαματικής διαδικασίας στην Στέγη, η πρόεδρος του δικαστηρίου, Loretta Preska, απήγγειλε την κατηγορία, διευκρίνισε ότι υπάρχει ελευθερία αποδεικτικών μέσων και έδωσε την ιστορική και κυρίως την πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Κατόπιν, περιέγραψε την διαδικασία που επρόκειτο να ακολουθηθεί: κατ’ αρχάς θα αγόρευαν οι συνήγοροι υπέρ της Πόλεως των Αθηνών, κατήγοροι του Σωκράτη, και μετά οι υπερασπιστές του. Υπέρ Αθηναίων θα τοποθετούνταν ο δρ Αντώνης Παπαδημητρίου, δικηγόρος και πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, και ο Ηλίας Αναγνωστόπουλος, δικηγόρος και αναπληρωτής καθηγητής Ποινικών και Εγκληματολογικών Σπουδών. Υπέρ Σωκράτους θα τάσσονταν οι δικηγόροι Michael Beloff, QC, από την Αγγλία και Patrick Simon από την Γαλλία. Κατόπιν, οι δικαστές θα τους έθεταν ερωτήσεις και οι συνήγοροι θα απαντούσαν εν συντομία. 

Τέλος, οι δικαστές θα αποσύρονταν επί 30 λεπτά, για να αποφανθούν, χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι θεατές θα μπορούσαν να ψηφίσουν σε ειδικές κάλπες τοποθετημένες σε διάφορα σημεία της Στέγης. Μετά την επιστροφή των δικαστών στα έδρανα, θα αναγγελλόταν η ετυμηγορία τους και όποιος δικαστής το επιθυμούσε θα εξηγούσε την αθωωτική ή καταδικαστική ψήφο του. 

Το σώμα των δικαστών το αποτελούσαν: ο λόρδος Richard Aikens, μέλος του Εφετείου της Αγγλίας και της Ουαλίας· η Sophie-Caroline de Margerie, μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας της Γαλλίας· ο Pierre Delvolvé, μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας· ο δρ Giusep Nay, πρώην πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Ελβετίας· η Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη, ακαδημαϊκός, ομότιμη καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου, πρώην πρόεδρος της Βουλής· ο Βασίλειος Ρήγας, πρώην αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου· ο σερ Stephen Sedley, μέλος του Εφετείου της Αγγλίας και της Ουαλίας· ο François Terré, μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας, και ο Harm Peter Westermann, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν της Γερμανίας.

Ο Αντώνης Παπαδημητρίου, ως κατήγορος, στήριξε την αγόρευσή του στην ανάγκη υπεράσπισης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, η οποία «παρά τα όσα μπορεί κανείς να της προσάψει, είναι το φωτεινό παράδειγμα κάθε μεταγενέστερης δημοκρατίας, […] το υπόβαθρο αυτής της πολιτιστικής έκρηξης, που τα έργα της αποτελούν το θεμέλιο της κοινής ανθρωπιστικής μας κληρονομιάς». Τόνισε ότι η «σύγχρονη» δίκη του Σωκράτη θα πρέπει να εκκινεί χωρίς στερεότυπα και βεβαιότητες από το παρελθόν. Εξετάζοντας τις κατηγορίες, διαπιστώνεται ότι η μεν διαφθορά των νέων δεν ευσταθεί, εάν ληφθούν υπ’ όψη τα ελευθεριάζοντα ήθη των Αθηναίων, η δε ασέβεια προς τους θεούς αντιφάσκει με την ανοχή των Αθηναίων προς άλλους άθεους ή ασεβείς φιλοσόφους, όπως ο Αναξαγόρας και ο Πρωταγόρας, ή ποιητές, όπως ο Ευριπίδης. Άλλωστε, η Αθήνα είχε αποδεχθεί την εισαγωγή της λατρείας του Πανός, του Ασκληπιού, της θρακικής θεάς Βενδίδος. 

Κατ’ ακολουθίαν παρατήρησε ο αγορητής: «Στην πραγματικότητα, ο Σωκράτης φέρει την ευθύνη πράξεων που οι κατηγορίες δεν αποδίδουν στην έκταση και στο βάθος που τους πρέπει». Άλλως ειπείν, η πρώτη πραγματική κατηγορία είναι ότι ο Σωκράτης διαφθείρει τους νέους, κάνοντάς τους εχθρούς της δημοκρατίας, οπαδούς της τυραννίας. Είναι ο πνευματικός, ιδεολογικός ηγέτης των ολιγαρχικών της Αθήνας, οι οποίοι, το 404 π.Χ., με την υποστήριξη της Σπάρτης, εγκατέστησαν την τυραννία των Τριάκοντα και σε διάστημα λίγων μηνών εκτέλεσαν 1.500 Αθηναίους. Αρχηγοί των Τριάκοντα ήταν οι μαθητές του Σωκράτη Κριτίας και Χαρμίδης (ο καθένας έχει έναν ομώνυμο πλατωνικό διάλογο). Ο ίδιος ο Πλάτων και ο Ξενοφών ήταν ολιγαρχικοί. Μάλιστα, στα Απομνημονεύματα του δεύτερου παρατίθεται διάλογος του Σωκράτη με τον Χαρμίδη, όπου ο φιλόσοφος, υποσχόμενος να διδάξει στον συνομιλητή του την πολιτική θεωρία, εκφράζεται περιφρονητικά για τον Δήμο. Βέβαια, ο Σωκράτης αρνήθηκε την ύπαρξη μαθητών εν στενή εννοία, εφ’ όσον δεν ελάμβανε δίδακτρα. Ωστόσο, συνέχισε ο αγορητής, αφ’ ενός τον διαψεύδει ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες, αφ’ ετέρου, εάν ούτε αμειβόταν ούτε δώρα ελάμβανε, μένει αναπάντητο το ερώτημα πώς βιοποριζόταν χωρίς μεγάλη περιουσία και χωρίς άλλο γνωστό επάγγελμα. 

Πολιτική ήταν επίσης η κατηγορία της αθεΐας. Ο Αντώνης Παπαδημητρίου διευκρίνισε ότι η αθεΐα του Σωκράτη δεν πρέπει να εκληφθεί γενικά, ως στάση έναντι των θεών του Ολύμπου, αλλά ειδικά, ως ασέβεια προς τους «πολιούχους της Αθήνας», που ταυτίζονται με την δημοκρατία, δηλαδή τον Δία Βουλαίο, τον Δία Αγοραίο και τον Δήμο. Οσάκις, μάλιστα, ο Σωκράτης επικαλείται κάποιον θεό, αναφέρεται στον Απόλλωνα και την Ήρα, θεούς της Σπάρτης, και όχι την Αθηνά, τον Ποσειδώνα, τον Ερμή, θεούς των γεωργών, ναυτικών και εμπόρων της Αθήνας. Άλλωστε, ο Σωκράτης δεν απέκρυψε ούτε στην Απολογία του ότι, κατά την γνώμη του, ο κυβερνήτης της Πολιτείας δεν πρέπει να επιλέγεται με ψηφοφορία ή κλήρωση, αλλά με βάση την αρετή που αποκτάται με την γνώση. Ωστόσο, είναι λίαν δυσδιάκριτο ποιοι εντάσσονται στην αριστοκρατία του πνεύματος που –εμπνευσμένα– θα κυβερνήσει τον λαό. Ο ίδιος ο Σωκράτης με παθητικότητα αντέδρασε στην εντολή των Τριάκοντα να τους παραδώσει τον εύπορο μέτοικο Λέοντα, εφ’ όσον ναι μεν δεν τον συνέλαβε, αλλά και δεν τον προειδοποίησε για τον κίνδυνο που διέτρεχε. Εξάλλου, ο φιλόσοφος δεν διαμαρτυρήθηκε για έλλειψη ελευθερίας του λόγου, δεν απεκδύθηκε την ευθύνη για τις αντιδημοκρατικές πράξεις των μαθητών του, ούτε και τις αποδοκίμασε, ενώ, επίσης, δεν αρνήθηκε και την ασέβεια προς τους θεούς της Πόλεως. 

Τέλος, ενόχλησε η στάση του Σωκράτη όσον αφορά στην επιδίκαση της ποινής του. Οι απόψεις του φιλοσόφου για την ποινή του θανάτου δεν διακριβώνονται πλήρως, εφ’ όσον παρατηρείται απόκλιση μεταξύ όσων ισχυρίζεται στην Απολογία, στον Φαίδωνα και στον Κρίτωνα. Ειρωνεύεται τους δικαστές, προτείνοντας ως ποινή κατ’ αρχάς να σιτίζεται στο Πρυτανείο, κατόπιν ένα συμβολικό και, τέλος, ένα μάλλον ελαφρύ πρόστιμο. Η Απολογία κλείνει με τον χρησμό-απειλή του Σωκράτη ότι ο θάνατός του θα είναι η απαρχή τιμωρίας των δικαστών του από όσους εκείνος εμπόδιζε, προφητεία που συνιστά απειλή κατά της δημοκρατικής νομιμότητας. Κλείνοντας την υπέρ Αθηναίων αγόρευσή του, ο Αντώνης Παπαδημητρίου επεσήμανε ότι ο Σωκράτης είχε μια δίκαιη δίκη, μια δίκη πολιτική, ενταγμένη στην δίνη των ιστορικών γεγονότων. Η κρίση των σύγχρονων δικαστών πρέπει να μείνει ανεπηρέαστη από την ιστορική ενοχή, την δημοφιλία του φιλοσόφου και την καταδίκη του, να είναι αδέκαστη, με πνεύμα ουσιαστικής ισονομίας. Η απόλαυση των προνομίων της δημοκρατίας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις πολιτικές ευθύνες, ενώ η προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος αποτελεί προτεραιότητα έναντι των πολιτών.

Ολοκληρώνοντας, ο αγορητής, αφού υπενθύμισε την προσφορά της Πόλεως στον παγκόσμιο πολιτισμό στα πεδία της Δημοκρατίας, της Φιλοσοφίας, της Λογοτεχνίας και της Τέχνης, ζήτησε από τους σύγχρονους δικαστές να ψηφίσουν υπέρ της Αθηναίων Πολιτείας, σεβόμενοι την ετυμηγορία της Ηλιαίας.

Δεύτερος αγορητής υπέρ της Αθηναίων Πολιτείας ήταν ο Ηλίας Αναγνωστόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής του Ποινικού Δικαίου στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δόμησε την αγόρευσή του σε έξι ενότητες. Στην πρώτη ενότητα επανέλαβε τις κατηγορίες κατά του Σωκράτη, διευκρινίζοντας ότι η μεν ασέβεια εντοπίζεται στην δημόσια περιφρόνηση στους πολιούχους θεούς, η δε διαφθορά των νέων στην διδασκαλία του ότι οι τελευταίοι πρέπει να ασχολούνται με την ψυχή τους αντί να εκπληρώνουν δημόσια καθήκοντα και να συνεχίζουν τις κτήσεις που υπερασπίζεται η Πόλις των Αθηνών εναντίον εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών. Εν συνεχεία περιέγραψε την «οιονεί» προδικασία ενώπιον του Άρχοντος Βασιλέως και την παραπομπή προς εκδίκαση ενώπιον της Ηλιαίας και επεσήμανε την έλλειψη επαρκών στοιχείων σχετικών με τις κατηγορίες και τις αποδείξεις που προσκόμισαν οι τρεις κατήγοροι, ώστε να πείσουν την πλειοψηφία των Ηλιαστών. Όλες οι σχετικές πληροφορίες προέρχονται από την Απολογία, η οποία, ωστόσο, δεν είναι πλήρης και μάλλον χρησιμοποιήθηκε από τον Σωκράτη, προκειμένου να προωθήσει τις αποκλίνουσες απόψεις του για την δημοκρατία, την δημόσια και πνευματική ζωή στην Αθήνα και να επιδείξει βαθιά περιφρόνηση προς το πνεύμα των Ηλιαστών (εξαιρουμένων, πάντως, όσων ψήφισαν υπέρ της αθώωσής του). 

Στην δεύτερη ενότητα ο αγορητής ανέδειξε την ύπαρξη ενός «συνασπισμού» ετερόκλητων ένθερμων υποστηρικτών του Σωκράτη: οι χριστιανοί βλέπουν στον φιλόσοφο έναν αληθινό προ Χριστού μάρτυρα, που κήρυσσε την υπεροχή της ψυχής έναντι των υλικών απολαύσεων αυτού του κόσμου και αντιμετώπισε άφοβα την θανατική ποινή, την οποία του επέβαλε μια παγανιστική πολιτεία. Οι φιλελεύθεροι ύμνησαν τον Σωκράτη ως έναν θαρραλέο ελεύθερο στοχαστή, έναν ήρωα της απεριόριστης ελευθερίας του λόγου, ο οποίος υπέμεινε μέχρι και τον θάνατο υπερασπιζόμενος το ατομικό του δικαίωμα να εκφράζει τις ιδέες του απέναντι σε μια καταπιεστική και μισαλλόδοξη κοινωνία. Οι επικριτές ή οι δηλωμένοι εχθροί της συμμετοχικής δημοκρατίας αναφέρουν την καταδίκη του Σωκράτη ως ένα πασίγνωστο παράδειγμα της «τυραννίας της πλειοψηφίας» και της ακαταλληλότητας του απλού λαού να ασκήσει δημόσια καθήκοντα. Οι αντίπαλοι του θεσμού των ενόρκων ευρίσκουν στην καταδίκη του Σωκράτη την απόδειξη ότι οι ένορκοι είναι προκατειλημμένοι και αναρμόδιοι να δικάσουν τους ομοίους τους, ενώ οι αντίπαλοι της ποινής του θανάτου επικαλούνται την καταδίκη του, προκειμένου να αποδείξουν ότι η ποινή αυτή είναι απαράδεκτη, καθώς αποκλείει την ακύρωση μιας εμφανώς εσφαλμένης καταδίκης. 

Ο παράξενος συνασπισμός όλων αυτών των διαφορετικών ομάδων οφείλεται, κατά τον αγορητή, στην επιλεκτική ανάδειξη από την κάθε ομάδα μέρους της σωκρατικής διδασκαλίας, εκείνων δηλαδή των ιδεών τις οποίες οι ίδιοι πιστεύουν. Ακόμη χειρότερα, προσεγγίζουν την δίκη του Σωκράτη εκτός του ιστορικού της πλαισίου, προβάλλοντας σύγχρονες αντιλήψεις σε σχέση με το λαϊκό κράτος και την ελευθερία της θρησκείας, την ελευθερία του λόγου και τα ατομικά δικαιώματα σε τελείως διαφορετικό χρόνο και πολιτιστικό περιβάλλον από εκείνο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. 

Στην τρίτη ενότητα, ο δεύτερος υπέρ Αθηναίων αγορητής παρουσίασε το πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο της δίκης. Κατ’ αρχάς επεσήμανε ότι στην δίκη δεν προσήχθη ο φιλόσοφος Σωκράτης για τις ιδέες του, αλλά ο πολίτης Σωκράτης για πράξεις του που παραβίασαν τους νόμους της Αθήνας. Στην συνέχεια επιχείρησε να αποδείξει ότι ο Σωκράτης είχε μια δίκαιη δίκη, εντός βεβαίως του νομικού πλαισίου της εποχής, και ότι η καταδίκη σε θάνατο ήταν απόρροια δικής του απόφασης μάλλον παρά μια πράξη εκδίκησης από μέρους των ενόρκων. Πράγματι, μόλις τέσσερα χρόνια πριν από την διεξαγωγή της δίκης, είχε προηγηθεί η αποκατάσταση της δημοκρατίας και οι μνήμες του αιμοσταγούς καθεστώτος των φιλοσπαρτιατών Τριάκοντα Τυράννων παρέμεναν ζωντανές. Μεταξύ τους και οι μαθητές του Σωκράτη Κριτίας και Χαρμίδης. Αντίθετα, οι κατήγοροί του αγωνίστηκαν για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ακολούθησαν η παροχή αμνηστίας και η εφαρμογή της ανά τους αιώνες πιο άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας που υπήρξε ποτέ. 

Στην τέταρτη ενότητα εξετάστηκε η τακτική της δίκης. Ο αγορητής επεσήμανε ότι, όπως καταδεικνύεται στην Απολογία, οι Ηλιαστές δεν παραβίασαν τον όρκο τους. Ο Σωκράτης είχε άφθονο χρόνο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του και να εξετάσει τους κατηγόρους, εξέταση την οποία έναντι του Μέλητου διενήργησε επιθετικά, καθώς τον αποκάλεσε αναίσχυντο ψεύτη. Στις σύγχρονες, καλούμενες φιλελεύθερες, δημοκρατίες σε κανέναν κατηγορούμενο δεν αναγνωρίζεται παρόμοιο δικαίωμα, ενώ αντίστοιχη συμπεριφορά θα δικαιολογούσε δίωξη για εξύβριση του δικαστηρίου. Όμως στην Αθήνα του 399 π.Χ. κάθε σημαντική απόφαση στηριζόταν στον δημόσιο διάλογο και στην δύναμη της πειθούς. Ο Σωκράτης αμφισβήτησε την αρμοδιότητα των δικαστών να δικάσουν τον σοφότερο άνθρωπο επί γης. 

Ο φιλόσοφος, υποστηρίζει στην πέμπτη ενότητα ο υπέρ Αθηναίων αγορητής, δεν αντέκρουσε τις εναντίον του κατηγορίες, αλλά χρησιμοποίησε ρητορικά τεχνάσματα, προκειμένου να αποφύγει την ουσία τους. 

Ο διάλογος με τον Μέλητο σχετικά με την διαφθορά των νέων φαίνεται να κατέληξε σε θρίαμβο του φιλοσόφου. Ωστόσο, ο αγορητής διατύπωσε την εξής αντίρρηση: ο Μέλητος παρουσιάστηκε στους ενόρκους ως πολίτης αφοσιωμένος στους νόμους της Πόλεως και τους θεμελιώδεις θεσμούς της (Εκκλησία του Δήμου, Βουλή, Ηλιαία), οι οποίοι διδάσκουν τους νέους με το παράδειγμα και τις αποφάσεις τους, σύμφωνα με την δημοκρατία. Η εκπαίδευση των νέων που αποβλέπει στο να γίνουν καλοί πολίτες δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί από κάποιους ευάριθμους αριστοκρατικής νοοτροπίας, όπως ισχυριζόταν ο Σωκράτης, αλλά από την οργανωμένη κοινωνία ως σύνολο μέσω των βασικών πολιτικών και πολιτιστικών θεσμών. Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία όλοι οι πολίτες είχαν να παίξουν έναν ενεργό ρόλο σε αυτήν την συλλογική εκπαίδευση των νέων. 

Εξάλλου, ούτε την κατηγορία περί ασέβειας αντέκρουσε ο Σωκράτης, αλλά χρησιμοποίησε επίσης ένα ρητορικό τέχνασμα, προκειμένου να αποφύγει την απάντηση. Υποστήριξε ότι ο ισχυρισμός του Μέλητου περί αθεΐας αντιφάσκει προς την κατηγορία της εισαγωγής «καινών δαιμονίων», ότι δηλαδή από την μία πλευρά κατηγορήθηκε ως άθεος και, από την άλλη, επειδή δίδασκε τους νέους να ακολουθούν νέες θεότητες, νόθα τέκνα των θεών από νύμφες ή άλλες μητέρες. Ωστόσο, επεσήμανε ο αγορητής, η ρητορική αυτή νίκη δεν συνιστά και αντίκρουση της κατηγορίας για ασέβεια προς τους θεούς προστάτες της Αθήνας, τους οποίους όλοι έπρεπε να σέβονται, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Σε αυτούς ακριβώς τους θεούς αναφερόταν ο Μέλητος. Η διδασκαλία των νέων ώστε να τους σέβονται ήταν θεμελιώδης για την πόλη, ενώ αντίθετα ο Σωκράτης πίστευε σε απροσδιόριστες «εσωτερικές φωνές» και παρότρυνε τους νέους να πράττουν ομοίως. 

Τέλος, στην έκτη ενότητα, ο αγορητής αντέκρουσε δύο αντιρρήσεις, οι οποίες ενδεχομένως διατυπώνονταν εναντίον της καταδίκης του Σωκράτη. Η πρώτη αντίρρηση αφορά στην ασαφή περιγραφή από τον νόμο των ποινικά κολάσιμων πράξεων. Πράγματι, ασέβεια και διαφθορά των νέων είναι δύο έννοιες εξαιρετικά ασαφείς και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν μια καταδίκη από ποινικό δικαστήριο: ελλείπει η περιγραφή της αντικειμενικής υπόστασης κάθε εγκλήματος. Ο αντίλογος αυτός είναι εύλογος, σύμφωνος με τις σύγχρονες αντιλήψεις για την ασφάλεια δικαίου, αλλά στην Αθήνα του 399 π.Χ. το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο δεν είχε αναπτυχθεί και, επιπλέον, η χρήση ευρειών εννοιών ήταν δικαιολογημένη. Επομένως, θα ήταν άδικη η απόρριψη της καταδίκης του Σωκράτη υπό το πρίσμα των σύγχρονων νομικών προδιαγραφών, εφ’ όσον, όπως φαίνεται, οι προϋποθέσεις που έθετε το τότε ισχύον δίκαιο πληρώθηκαν.  

Η δεύτερη αντίρρηση θα εστιαζόταν στην, μη αναγκαία άλλωστε, επιβολή της ποινής του θανάτου. Ωστόσο, παρατήρησε ο αγορητής, η κατάληξη αυτή πρέπει να αποδοθεί στον ίδιο τον φιλόσοφο και τις γεμάτες ειρωνεία διαδοχικές εναλλακτικές προτάσεις του. Εν κατακλείδι, ο Σωκράτης είχε μια δίκαιη δίκη∙ οι Ηλιαστές τήρησαν τον όρκο τους, άκουσαν τα μέρη, 220 εξ αυτών ψήφισαν υπέρ της απαλλαγής του, 280 τον έκριναν ένοχο με βάση τις αποδείξεις χωρίς προλήψεις, μίσος ή αίσθημα εκδίκησης. 

Πρώτος εκ των δικηγόρων υπεράσπισης έλαβε τον λόγο ο Patrick Simon, o οποίος έκανε, υπό το πρίσμα της εμπειρίας των 24 αιώνων που κύλησαν από τον θάνατο του φιλοσόφου, μια πραγματικά εμπνευσμένη αγόρευση. Τόνισε ότι η πρωτοτυπία αυτής της μεταθανάτιας δίκης δεν εντοπίζεται στο παρελθόν, αλλά στην προβολή της στο μέλλον. Η χρησιμοποίηση γεγονότων και μαρτυριών που επήλθαν μετά τον θάνατο του κατηγορουμένου θα συμβάλει στην κρίση κάθε ανθρώπου και κάθε δοθείσας λύσης σε σχέση με τις γενικότερες συνέπειες που επιφέρει στον κόσμο. Την προοπτική αυτή έχει ήδη αναδείξει ο Immanuel Kant. Το κατηγορητήριο πρέπει να έχει ακρίβεια και να μην είναι μια κατά προσέγγιση εκτίμηση. Εν συνεχεία, ο υπερασπιστής του Σωκράτη προσπάθησε να ανατρέψει τις δύο σε βάρος του κατηγορίες, στηριζόμενος στην αρχή της μεθοδολογικής αμφιβολίας του René Descartes. 

Η πρώτη κατηγορία, της αθεΐας, είναι απαράδεκτη, αβάσιμη και υποκρύπτει άλλη, πραγματική κατηγορία. Η ποινική διαδικασία πρέπει να διεξάγεται υπό το φως του ρωμαϊκού αξιώματος «nulla poena sine lege» («καμμία ποινή χωρίς νόμο»), και η αθηναϊκή νομοθεσία δεν περιελάμβανε κανένα νόμο, οιασδήποτε φύσεως, που να απαγορεύει την αθεΐα ή a fortiori τον αγνωστικισμό. Η ποινική δικαιοσύνη περιορίζεται σε κανόνες δικαίου γραπτούς, ώστε να αποφεύγεται η αυθαίρετη υποκειμενική και επηρεασμένη από συναισθήματα κρίση. 

Εξάλλου, συνέχισε ο αγορητής, η περί αθεΐας κατηγορία κατά του φιλοσόφου είναι ανακριβής. Ο Σωκράτης δεν ήταν ούτε άθεος ούτε καν αφελής ή αδιάφορος προς την θρησκεία, εφ’ όσον, στην φιλοσοφία του ενθέρμως ανέπτυξε μιαν αντίληψη τελείως ασύμβατη με την αθεΐα, εκείνη περί ψυχής. Ο θάνατος ελευθερώνει την αιχμάλωτη ψυχή από την βιολογική φυλακή της και της επιτρέπει να αγγίξει την αληθινή μυστική κλίση της, απαλλαγμένη από σωματικούς πόνους, πρωταρχικές ανάγκες και λαθραίες απολαύσεις, για να βρεθεί πλέον σε πνευματική έκσταση. Αυτήν την «νιρβάνα» μοιάζει να επιδιώκει ο φιλόσοφος που πίστευε στην ύπαρξη μίας κυρίαρχης σκέψης, αιτίας κάθε πράγματος στο αρχικό χάος και της αρμονίας των πάντων. Επομένως, η πίστη στην ύπαρξη ενός άλλου κόσμου, υπέρτερου, εκείνου του Πνεύματος, με τους υπέροχους κανόνες και φυσικούς νόμους, δείχνει μια θρησκευτικότητα του Σωκράτη, η οποία τον διακρίνει ριζικά από τους σχετικιστές σοφιστές, με τους οποίους καθόλου δεν πρέπει να συγχέεται· οι τελευταίοι αυτοί υποστήριζαν οποιαδήποτε θέση μπορεί να υποστηριχθεί, αρνούμενοι τόσο την ύπαρξη της αλήθειας όσο και της δικαιοσύνης. Αντίθετα, ο Σωκράτης αναζήτησε την αλήθεια και ποτέ δεν αμφισβήτησε την θρησκεία. Αλλά αποτελεί ουσιαστικό ερώτημα το περί ποιας θρησκείας. 

Στην συνέχεια ο αγορητής ανέδειξε την διαχρονική σύγκρουση που προέρχεται από την σύγχυση της θρησκείας με το κράτος. Αρνούμενοι την λατρεία του θεοποιημένου κράτους, κάποιοι προτίμησαν να τιμωρηθούν με θάνατο: στην Βαβυλώνα οι τρεις παίδες εν καμίνω, ο Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων,  εκατομμύρια χριστιανοί μάρτυρες, διωχθέντες από κάποιους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Κατά τον Μεσαίωνα, ο Thomas Becket, αρχιεπίσκοπος του Κάντερμπερι, δολοφονήθηκε μέσα στην εκκλησία και ο Thomas More αποκεφαλίστηκε, γιατί αρνήθηκαν, για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, να υποκύψουν στην βασιλική εξουσία. Ομοίως, κατά την Γαλλική Επανάσταση πολλοί ιερείς οδηγήθηκαν στην γκιλοτίνα, επειδή αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την πίστη στον Πάπα. Στην κομμουνιστική Ρωσία και την ναζιστική Γερμανία, ιερείς εστάλησαν στα γκουλάγκ ή στο Άουσβιτς, επειδή δεν ανεγνώρισαν τους νέους θεούς της Πόλεως, που, στην συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, ήταν το κομμουνιστικό κόμμα ή ο Φύρερ. Ακόμη και σήμερα, στην Κίνα, υπάρχουν Κινέζοι επίσκοποι και ιερείς που στέλνονται στα στρατόπεδα εργασίας, επειδή υπηρετούν την κρυφή και όχι την επίσημη Εκκλησία, εκείνη που επιτρέπει το κόμμα. Εκατομμύρια άνθρωποι καταδικάστηκαν και διώχθηκαν, επειδή δεν ανήκαν στην θρησκεία των τοπικών θεών, οι οποίοι ποικίλλουν από την μία χώρα στην άλλη (Βόρεια Κορέα, κάποια κρατίδια στην Ινδία, μερικές ισλαμικές χώρες). Απέναντι σε λίγους ηγεμόνες (Δαβίδ, Κύρος ο πρεσβύτερος) υπάρχουν πολλοί (Ναβουχοδονόσωρ, Διοκλητιανός, Ερρίκος Η΄, Ροβεσπιέρος, Λένιν) που συνιστούν τον κανόνα, ότι δηλαδή το κράτος δεν παραχωρεί θρησκευτική ελευθερία. Βεβαίως, ο Θεός υπάρχει, αλλά δεν είναι υποχρεωτικά εκείνος της Πόλεως, της πλειοψηφίας, του κόμματος, του κράτους, του βασιλιά. Ο Σωκράτης δίδασκε, και αυτό συνιστά πρόοδο, ότι θεός μπορεί να είναι μια μικρή φωνή που ψιθυρίζει στο εσωτερικό του καθενός. Και δεν είναι υποχρεωτικά ο θεός της Αθήνας, αλλά ο Απόλλων και η Ήρα, θεότητες διάσημες στην εχθρική Σπάρτη. Όμως ο εχθρός δεν σφάλλει πάντοτε, γιατί η θρησκεία είναι παγκόσμια. 

Συνεχίζοντας την αγόρευσή του ο Patrick Simon επεσήμανε ότι η δεύτερη κατηγορία κατά του Σωκράτη είναι σοβαρότερη. Κατ’ αρχάς, παρατήρησε ότι οι Αθηναίοι δεν ήταν δούλοι, υποκείμενοι στην εξουσία ενός μονάρχη με δικαίωμα πάνω τους ζωής και θανάτου, όπως οι Πέρσες, που, παρά την αριθμητική υπεροχή τους, μάταια προσπάθησαν να τους κατακτήσουν. Επρόκειτο για την νίκη του πνεύματος και της ελευθερίας, επειδή οι Αθηναίοι ζούσαν σε μια πόλη ανοικτή, χωρίς προλήψεις, φόβο ή ποινικοποίηση της αντίθετης γνώμης. 

Η κατηγορία περί διδασκαλίας των νέων είναι απαράδεκτη, γιατί δεν αποτελεί έγκλημα, εφ’ όσον το έγκλημα προϋποθέτει κάποια πράξη και όχι έναν λόγο ή, ακόμη λιγότερο, μια ιδέα.

Ο Σωκράτης δίδασκε στους νέους τον συλλογισμό, την αμφιβολία, την αναζήτηση του εαυτού τους. Τούτο δεν συνιστά, βεβαίως, τεχνική μετατροπής τους σε κόλακες της τυραννίας. Οι μαθητές του ελεύθερα, χωρίς κάποια πίεση, επέλεξαν να διαλέγονται μαζί του, να παρακολουθούν την διδασκαλία του και, χάρις στην «μαιευτική», να προάγονται στην γνώση. Η καταστολή ιδεών, ασύμβατη με τις πρακτικές μιας εποχής, συνιστά καταδίκη για γνώμη και όχι για πράξη. Ωστόσο, όπως κατέδειξε ο Karl Popper, για να προοδεύσει η γνώση έχει ανάγκη από επανατοποθέτηση, αμφισβήτηση και ελευθερία. Η αλήθεια έχει ανάγκη να αντιπαρατεθεί με εσφαλμένες, παράλογες, βλαβερές ή προκλητικές ιδέες, ώστε να ανασκευασθούν. Απαγόρευση της έκφρασης θα είχε ως συνέπεια να παρεμποδιστεί ο θρίαμβος της αλήθειας. 

Ο πελάτης του, παραδέχθηκε ο αγορητής, είχε το ελάττωμα να ειρωνεύεται και ενίοτε να πληγώνει κάποιους. Εκείνος όμως έχει το επιχείρημα ότι ο παραλογισμός ενός δημοκρατικού καθεστώτος αποδεικνύεται, εάν στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού είναι δυνατόν να θανατωθεί ένα πρόσωπο που δεν το πιστεύει, εάν το καθεστώς έρχεται σε αντίφαση με τις ιδέες που υπερασπίζεται. Έτσι, η αθώωση του Σωκράτη θα σηματοδοτούσε την αξιοπιστία και την σταθερότητα της δημοκρατίας. 

Το δίκαιο δεν πρέπει να ασκεί αστυνόμευση της σκέψης. Ο Σωκράτης είχε λίγη εκτίμηση στην δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας, διότι αυτή μπορούσε να συντρίψει έναν άνθρωπο, να καταστρέψει ένα ατομικό δικαίωμα, να περιορίσει μιαν ελευθερία. Πράγματι, αρνήθηκε να ψηφίσει την καταδίκη σε θάνατο των στρατηγών που είχαν νικήσει στην Nαυμαχία στις Αργινούσες. Αρνήθηκε να υποκύψει στην πίεση του λαού, καθώς υπεράνω των παθών υπάρχουν υπέρτερες θεμελιώδεις αρχές, τις οποίες η πλειοψηφία μιας ημέρας δεν δικαιούται να αγνοεί∙ υπάρχουν νόμοι άγραφοι, αλλά πανανθρώπινοι, κανόνες του φυσικού δικαίου που δεν μπορούν να αλλάξουν χωρίς ολέθριες συνέπειες, όπως κατά τον 20ό αιώνα οι ολοκληρωτισμοί του κομμουνισμού και του εθνικοσοσιαλισμού. 

Ο Friedrich Hayek εξήγησε την σωκρατική διάκριση μεταξύ «τάξεως» και «νόμου»: αγνωστικιστής ο ίδιος, εξήγησε ότι οι κανόνες του δικαίου προκύπτουν μάλλον από μια διαδικασία φυσικής ανακάλυψης παρά από την ανθρώπινη δημιουργία, ότι ο ανταγωνισμός και ο πλουραλισμός της παιδείας επέτρεψαν στην ανθρώπινη γνώση να προοδεύσει. Από τα ανωτέρω, συνέχισε ο αγορητής, φαίνεται η ορθότητα των ιδεών που ο Σωκράτης δίδασκε στους νέους, καθώς και ότι ο ίδιος δεν ήταν καθόλου σκεπτικιστής ή μηδενιστής ούτε κατατασσόταν μεταξύ των σοφιστών και των κυνικών. Η ορθή ερμηνεία του «ἕν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» είναι ότι ο Σωκράτης πίστευε στην ύπαρξη της αλήθειας, την οποία όμως ευρίσκει κανείς ερευνώντας, γιατί η γνώση είναι ανοικτή, σε εξέλιξη, σε διαρκή δημιουργικό αναβρασμό. Η ανοικτή γνώση και η μη παρεμπόδιση της εξέλιξής της επέτρεψαν την ανακάλυψη πολλών νέων μορφών συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, αλλά και οργάνωσης τρόπου ζωής (ελεύθερη επιλογή επαγγέλματος και ανταγωνισμός σε σχέση με τις συντεχνίες). Η ελευθερία της περαιτέρω δοκιμής έφερε τις ελεύθερες πόλεις, την αυτονομία των κοινοβουλίων, το «Habeas corpus», την διάκριση των εξουσιών, τα Συντάγματα, την καθολική ψήφο, το Διεθνές Δίκαιο. Η γνώση προχωρεί χάρις στην αμφισβήτηση που φαντάζεται κάτι καλύτερο και, εάν αυτό αποδειχθεί κακό, το ανασκευάζει. Επομένως, οι δικαστές οφείλουν να μην ποινικοποιήσουν την σκέψη.

Τέλος, ο υπερασπιστής του φιλοσόφου επεσήμανε ότι η αληθινή, αν και υποκρυπτόμενη, κατηγορία εντοπίζεται στο γεγονός ότι μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονταν ο Αλκιβιάδης, ο Κριτίας και ο Χαρμίδης, άπαντες φίλοι της Σπάρτης και πρόξενοι μεγάλων δεινών. Όμως, ο Σωκράτης δίδαξε στους μαθητές του την αρετή και δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τον τρόπο με τον οποίο εκείνοι χρησιμοποιούσαν την διδασκαλία του. Ο παλαιός νόμος του Σόλωνα δεν ήταν πλέον ούτε σε χρήση ούτε σε ισχύ, ενώ η αμνηστία του 403 π.Χ. εξάλειφε κάθε εγκληματική πράξη διαπραχθείσα κατά την διάρκεια της τυραννίας των Τριάκοντα. Βέβαια, ο Σωκράτης δεν αντιστάθηκε ένοπλα στους ολιγαρχικούς, αλλά είχε αποσυρθεί λόγω ηλικίας, και τούτο δεν αποτελεί έγκλημα. Η αληθινή κατηγορία εναντίον του είναι ότι υπήρξε ο πνευματικός πατέρας των Τριάκοντα, κάτι ανάλογο με τον Friedrich Nietzsche και τον ναζισμό, που όμως δεν ερείδεται στην διδασκαλία ή, ακόμη λιγότερο, σε πράξη του. 

Εάν ο Σωκράτης δεν πίστευε στην δημοκρατία, εάν ήταν σκεπτικιστής απέναντι στην ελευθερία της έκφρασης, εάν αμφισβήτησε την ισοτιμία της ψήφου, δεν θα έπρεπε για όλα αυτά να θανατωθεί. Άλλωστε, ούτε στους ολιγαρχικούς ήταν αρεστός, όταν δε ο Κριτίας βρισκόταν στην εξουσία τού απαγόρευσε την διδασκαλία της λογικής και της ρητορικής. Ο Σωκράτης δεν συνεργαζόταν με τον εχθρό, διαλεγόταν με όλους. 

Ο συνήγορος υπεράσπισης έκλεισε την αγόρευσή του καλώντας τους ενόρκους να δώσουν ψήφο αντάξια με το κλέος της Αθήνας.

Ο Michael Beloff, δεύτερος συνήγορος υπεράσπισης, άρχισε την αγόρευσή του υπενθυμίζοντας ότι το Μαντείο των Δελφών είχε ταυτίσει τον Σωκράτη με τον σοφότερο άνθρωπο του κόσμου∙ συνέχισε αρνούμενος τις κατηγορίες ως άδικες, στηριζόμενες σε αναληθή γεγονότα και μη δικαιολογούσες την ετυμηγορία περί ενοχής για οποιαδήποτε παράβαση του νόμου. Αναλύοντας τις κατηγορίες, παρατήρησε ότι ως προς την ασέβεια δεν προσδιοριζόταν τι παρέλειψε να κάνει ο φιλόσοφος, ενώ ως προς την διαφθορά των νέων τι δεν θα έπρεπε να είχε πράξει. Αναρωτήθηκε σε τι ακριβώς συνίσταται η μη προσήκουσα αναγνώριση των θεών, με ποιες προδιαγραφές μετριέται η ευσέβεια και, ως προς την διαφθορά των νέων, περί ποιων συγκεκριμένα επρόκειτο, πότε, πού και πώς. Ο Μέλητος δεν απάντησε, αλλά η γνώση της κατηγορίας είναι αναγκαία για την απόκρουσή της. Ερώτημα παραμένει και το ποιοι νόμοι παραβιάστηκαν ως προς την προστασία των θεών, οι οποίοι πάντως δεν χρειάζονται την ανθρώπινη προστασία. Ο Αριστοφάνης, στην κωμωδία του Νεφέλες, παρουσιάζει τον Σωκράτη να διδάσκει στον Στρεψιάδη, αφ’ ενός, ότι ο Ζευς δεν υπάρχει και, αφ’ ετέρου, πώς να ξεφύγει από τους δανειστές του χωρίς τον φόβο της θείας τιμωρίας. Ήδη υπάρχουν δύο βεβαιότητες στην ζωή: ότι οι θεοί είναι αθάνατοι και ότι τα χρέη πρέπει να επιστρέφονται. Σε κάθε περίπτωση, όταν το έργο παίχτηκε, καμμία δίωξη δεν έγινε εναντίον του συγγραφέα, των ηθοποιών ή του Σωκράτη για αίρεση, ασέβεια ή βλασφημία. Προφανώς, παρατήρησε ο αγορητής, κάτι θα άλλαξε στα είκοσι χρόνια που διέρρευσαν. Εξάλλου, άλλοι ποιητές, όπως ο Πίνδαρος, ασχολήθηκαν με την περιγραφή ιδιοτήτων των θεών, χωρίς να διωχθούν. Και πού υπάρχει ο νόμος που απαγορεύει όχι την διδασκαλία ανοησιών προς αδαείς, όπως στο έργο του Αριστοφάνη, αλλά την ενστάλαξη της φιλοσοφίας στους καλύτερους της γενιάς του; Κανένας δεν μπορεί να δικαστεί για την παράβαση ενός νόμου ανύπαρκτου κατά τον χρόνο που υποτίθεται ότι παραβιάστηκε, πολλώ δε μάλλον εάν ουδεμία υπήρξε ποτέ από τις κατηγορίες. Περαιτέρω, ο αγορητής σημείωσε ότι καταπατείται ο όρκος της αμνηστίας που είχε δοθεί κατά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και ότι δεν επρόκειτο για τίποτε άλλο παρά για κατάχρηση της διαδικασίας. Ωστόσο, ο Σωκράτης δεν επιθυμούσε να καταφύγει σε δικονομικά επιχειρήματα, αν και θεμελιώδη. Επί της ουσίας, η κατηγορία της ασέβειας απορρίπτεται καθ’ ολοκληρίαν: o Μέλητος κατηγόρησε τον Σωκράτη για αθεΐα και συγχρόνως για λατρεία νέων θεοτήτων, κάτι το οποίο είναι, το λιγότερο, παράδοξο. Ο Σωκράτης δεν επιδείκνυε σεβασμό προς τους θεούς με τακτικές θυσίες κατά τις συνήθειες της Πόλεως ούτε όμως διέπραξε και κάποια πράξη που να τους προσέβαλε. Η πίστη του ότι η αληθινή λατρεία απαιτεί κάτι περισσότερο από απλές λειτουργικές πράξεις, δηλαδή αφοσίωση του πνεύματος, μάλλον αυξάνει παρά μειώνει την ευλάβειά του. 

Συνεχίζοντας ο αγορητής αναγνώρισε ότι η Αθήνα έζησε τις συνέπειες της ήττας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, των πολεμικών καταστροφών, του μεγάλου λοιμού και αναρωτήθηκε εάν οι θεοί εγκατέλειψαν την Πόλη ή εάν εκείνη τους εγκατέλειψε. Εάν συμβαίνει το δεύτερο, δεν είναι δυνατόν η ευθύνη για την εκδικητικότητα των θεών να βαρύνει μόνον έναν άνθρωπο. 

Όσον αφορά στο σκέλος της κατηγορίας περί εισαγωγής ετέρων καινών δαιμονίων, παρατηρητέον ότι ανήκει στην παράδοση της Πόλεως να προσθέτει νέους θεούς δίπλα στους Ολύμπιους. Ο κατήγορος επεδίωκε να φοβίσει τους δικαστές ισχυριζόμενος ότι ο Σωκράτης θα καλούσε από τον κάτω κόσμο επικίνδυνα πνεύματα – θεούς εποίκους, προς αντιμετώπιση των οποίων θα έπρεπε να ανεγείρουν τείχη και να σφυρηλατήσουν όπλα. Αλλά οι δικαστές δεν ήταν γυναίκες και παιδιά, για να φοβηθούν κάτι, απλώς και μόνον επειδή ήταν καινούργιο. 

Εάν η δίωξη μεταχειρίζεται την θρησκεία και την πολιτική σαν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, τότε ρίχνονται οι σπόροι μιας πικρής συγκομιδής για όλο το ανθρώπινο γένος. Η πολιτική είναι δημόσια υπόθεση, ενώ η θρησκεία θα έπρεπε να είναι ιδιωτική. Στην Αθήνα, δεν θα υπήρχε επιτρεπόμενη πίστη, ούτε ανακηρυγμένη εκκλησία, ούτε μη επιτρεπόμενες λατρείες, η προσχώρηση στις οποίες δεν συνιστούσε μιαν απλή εκκεντρικότητα, αλλ’ επίσης ένα έγκλημα.

Κατόπιν, ο συνήγορος υπεράσπισης προχώρησε στην αντίκρουση της δεύτερης κατηγορίας κατά του Σωκράτη, δηλαδή εκείνης για την διαφθορά των νέων. Υποστήριξε ότι, επειδή οι κατήγοροι δεν μπορούσαν να αποδώσουν δολιότητα με σκοπό την προδοσία στον ίδιο τον φιλόσοφο, εφ’ όσον ουδέποτε υπήρξε κάτι τέτοιο, θέλησαν να τον κηλιδώσουν, συσχετίζοντάς τον με αυτούς που ήταν προδότες, όπως ο Αλκιβιάδης και ο Κριτίας. Αλλά ο Σωκράτης δεν υπήρξε φίλος της Σπάρτης ούτε, άγαρμπος και αγύμναστος διανοούμενος καθώς ήταν, θα μπορούσε να επιβιώσει εκεί όπου μόνον οι πολεμιστές ήταν σεβαστοί. Ούτε εχθρός της δημοκρατίας υπήρξε και αρνήθηκε να συλλάβει τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο, όταν οι Τριάκοντα θέλησαν να κατασχέσουν την περιουσία του, άρνηση που δείχνει τον σεβασμό του στους νόμους της Πόλεως. Βεβαίως, ο Σωκράτης υπήρξε δάσκαλος, μεταξύ πολλών άλλων και του Κριτία και του Χαρμίδη. Ωστόσο, το συμπέρασμα ότι η διδασκαλία του ενέπνευσε τις πράξεις τους βασίζεται σε έναν εσφαλμένο συλλογισμό, τον οποίο θα απέρριπταν ακόμη και οι πιο περιφρονημένοι σοφιστές. Οι κατήγοροι δεν κάλεσαν νέους να δηλώσουν ότι διεφθάρησαν ούτε γονείς να διαμαρτυρηθούν για την διαφθορά των παιδιών τους. Ο Σωκράτης που δεν αμειβόταν για τα μαθήματα, λογικά δεν θα δίδασκε τους μαθητές του να είναι διεφθαρμένοι, εφ’ όσον αυτοί θα αποκτούσαν την γνώση να βλάψουν τον ίδιο τον δάσκαλό τους. Μάλλον τους δίδασκε τις αιώνιες αξίες της εγκράτειας και της υπομονής.

Στην συνέχεια, ο αγορητής έθεσε το κρίσιμο ερώτημα εάν οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να μελετήσει διαφορετικά συστήματα διακυβέρνησης, να εξετάσει εάν η διακυβέρνηση από μία αριστοκρατία πεπαιδευμένη, έμπειρη και απαλλαγμένη από τα πάθη των πολλών θα αποτελούσε την καλύτερη ελπίδα για όλους τους πολίτες, εξασφαλίζοντάς τους για πάντα ό,τι χρειάζονται και όχι απλώς ό,τι επιθυμούν επί του παρόντος, εάν η διοίκηση από μία ελίτ δεν θα μπορούσε να αποφύγει τον πολλαπλασιασμό των φατριών που παλεύουν μόνο για την δόξα τους και όχι για το κοινό καλό. Οι ενδεχομένως εσφαλμένες απόψεις του Σωκράτη περί διακυβέρνησης δεν τον καθιστούν ένοχο. Εξάλλου, σχολίασε ο συνήγορος υπεράσπισης, οι κατήγοροι δεν ήταν άνθρωποι με ανάστημα. 

Ο Μέλητος αντιπροσωπεύει τους ποιητές, αλλά κανείς δεν έχει διαβάσει κάποιον από τους στίχους του. Ο Λύκων τους ρήτορες, αλλά κανείς δεν γνωρίζει κάποιον από τους λόγους του. Ο Άνυτος, ο βυρσοδέψης, που νίκησε τον Κριτία, ήθελε να καταδικάσει και τον δάσκαλό του. Δεν ήταν όμως παρά ένας μικροϊδιοκτήτης, που ενώ υποστήριζε τους ολιγαρχικούς, άρχισε στην συνέχεια να προσποιείται ότι αγαπά την δημοκρατία, από την στιγμή όμως που δεν θίγονταν τα συμφέροντά του. Ο Άνυτος, ωστόσο, ήταν και εραστής του Αλκιβιάδη∙ άρα, ζήλευε τον Σωκράτη, επειδή πίστευε ότι του έκλεψε το αντικείμενο της αγάπης του. 

Οι κατήγοροι στηρίζονται στην ψευδή εικόνα που είχε δημιουργήσει για τον φιλόσοφο ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες του και ο Αμειψίας σε κάποιο από τα έργα του. Ο Beloff όμως ισχυρίστηκε ότι δεν πρέπει οι δικαστές να μπερδέψουν την πραγματικότητα με την εικόνα αυτήν, είτε είναι κωμική είτε ανάλγητη. Η προκατάληψη δεν έχει θέση στο δικαστήριο. Τους προέτρεψε να σκεφτούν ότι ο πελάτης του κατηγορείται όχι για τις πράξεις του, αλλά για τα λόγια και τις σκέψεις του. Οι απόψεις όμως όλων των ανθρώπων είναι ισότιμες, επομένως ο πελάτης του δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Οι κατήγοροι φοβούνταν ότι ο Σωκράτης θα οδηγούσε τους μαθητές του στην αμφισβήτηση της δημοκρατίας. Η μεγάλη, ωστόσο, κληρονομιά της Αθήνας του Περικλή στα έθνη και στις αυτοκρατορίες του μέλλοντος ήταν το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, το δικαίωμα της υποστήριξης αντίθετων απόψεων, ώστε να αναδειχθεί η καλύτερη. Ο Beloff, λοιπόν, υποστήριξε ότι οι μελλοντικές γενιές θα θεωρήσουν την καταδίκη του Σωκράτη όχι ως θρίαμβο του νόμου ούτε πολύ λιγότερο της δικαιοσύνης, αλλά μάλλον ως πράξη ατιμίας. Γι’ αυτό προέτρεψε τους δικαστές να τον αθωώσουν, αποβλέποντας όχι μόνο στο δικό του συμφέρον αλλά και στο δικό τους. 

Η ακαδημαϊκός Άννα Μπενάκη ψήφισε υπέρ της ενοχής του Σωκράτη, αλλά κατά της καταδίκης του σε θάνατο. Αιτιολογώντας την ψήφο της, δήλωσε ότι έκρινε βάσει των νόμων της Αθήνας και με γνώμονα την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Καθώς τα επισωρευθέντα δεινά ήταν τιμωρία των θεών της Πόλεως για έλλειψη σεβασμού απέναντί τους, η τήρηση των νόμων και ο κολασμός των παραβατών είναι υποχρέωση του Δικαστή. Ο Σωκράτης δεν κατηγορήθηκε γενικά για αθεΐα, αλλά ειδικά για παράβαση της «γραφής ασεβείας», νόμου που εισηγήθηκε ο μάντης Διοπείθης, με σκοπό την τιμωρία όσων δεν τιμούσαν τους θεούς της Πόλεως, όπως συνέβη με τον Ανδοκίδη, ο οποίος καταδικάσθηκε για την καταστροφή των κεφαλών των Ερμών και την αμφισβήτηση των Ελευσινίων Μυστηρίων. 

Ο Σωκράτης δεν πολυσύχναζε στην Εκκλησία του Δήμου, συνέχισε η δικαστής, υποτιμούσε το δημοκρατικό πολίτευμα της πατρίδας του, ενώ θαύμαζε το ολιγαρχικό πολίτευμα της Σπάρτης και κατά κάποιον τρόπο υποστήριζε τους Τριάκοντα. Θρησκεία και πολιτεία ήταν απόλυτα συνυφασμένες και το χρέος του δικαστή έγκειτο στο να τις προστατεύει.

Εξάλλου, κρυφή και όχι δημόσια θεότητα, το «δαιμόνιο» του Σωκράτη ήταν ένα αίνιγμα και κανείς δεν ήξερε τι εγκυμονούσε για την δημοκρατία. Αλκιβιάδης και Κριτίας υπήρξαν μαθητές του. Όμως από την ελευθερία της διδασκαλίας απορρέει η υποχρέωση σεβασμού προς τις θρησκευτικές και πολιτικές αρχές που διέπουν την δημοκρατία. Τέλος, ολοκληρώνοντας την σκέψη της, η Άννα Μπενάκη διευκρίνισε ότι, ενώ η κήρυξη της ενοχής με ισχνή πλειοψηφία δικαιολογούσε την παρεκτροπή του κατηγορουμένου, η αυθάδης συμπεριφορά του τελευταίου δεν θα δικαιολογούσε παρεκτροπή από συναισθηματικούς λόγους και εκδικητικότητα του δικαστή. Επομένως, έκρινε αρκετή την χρηματική ποινή, βαριά για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ανεκτή για τους επί πολλά έτη δωρεάν διδαχθέντες μαθητές του. 

Ο François Terré ψήφισε υπέρ της απαλλαγής του Σωκράτη λόγω αμφιβολιών. Εξηγώντας την θέση του, ο καθηγητής κατ’ αρχάς συνέδεσε την δίκη του Σωκράτη με εκείνη του Χριστού, τέσσερις αιώνες αργότερα, και ανήγγειλε τους τρεις άξονες της επιχειρηματολογίας του, ήτοι ιστορικοπολιτικός περίγυρος, αφορμή και κείμενη νομοθεσία, με ένα εξυπνότατο λογοπαίγνιο (contexte, prétexte, texte). 

Το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο της δίκης ήταν ιδιαίτερο. Έπειτα από μία συντριπτική ήττα, έναν εμφύλιο πόλεμο ή, ακόμη, ένα απελευθερωτικό κίνημα αναζητούνται ευθύνες και τιμωρούνται, βεβαίως από τα δικαστήρια των νικητών, όσοι διαχειρίστηκαν τα κοινά, όπως συνέβη τον 20ό αιώνα στην Ριόμ της Γαλλίας, στην Νυρεμβέργη και στο Τόκιο. Δηλαδή, έπειτα από ταραγμένες εποχές, συμπεριλαμβανομένων των τυραννικών καθεστώτων, σπανίως αποφεύγεται η αναγκαία για την κάθαρση καταφυγή στην δικαιοσύνη ή την Δικαιοσύνη, ισοδύναμη κατά τον Leibnitz με την ελεημοσύνη του σοφού. Σε αυτήν την κατεύθυνση κηρύχθηκε η αμνηστία και, για τούτο, η δίωξη του Σωκράτη, λίγο αργότερα, ήταν αναπάντεχη. Η δίωξη διεξήχθη στο πλαίσιο των νόμων της Πόλεως, τους οποίους ο Σωκράτης, αν και τους αποδεχόταν όπως ήταν, αμφισβητούσε εντούτοις ως προς την εφαρμογή τους. Όντας φιλόσοφος, ο Σωκράτης ήταν κατάλληλος για τον ρόλο του ιδανικού ενόχου, του υποδειγματικού κατηγορουμένου, εφ’ όσον η σοφία δεν εμπόδισε τις καταστροφές της Πόλεως. Στην Γαλλία κατά την Παλινόρθωση, μετά την πτώση της ναπολεόντειας αυτοκρατορίας, αναπτύχθηκε ένα ισχυρό ρεύμα σκέψης εχθρικό προς τους φιλοσόφους, στους οποίους πίστωνε την κατηγορία ότι εξύφαναν συνωμοσία. Μιας τέτοιας νοοτροπίας θύμα υπήρξε ο Σωκράτης, όπως φαίνεται να επιβεβαιώνει και ο Ξενοφών. 

Στην αρχαία Αθήνα η θρησκεία διαμόρφωνε την καθημερινότητα και όποιος απομακρυνόταν από αυτήν την πραγματικότητα μετατρεπόταν, αθέλητα και ασυνείδητα, σε «αποδιοπομπαίο τράγο». Απρόβλεπτη είναι η συμπεριφορά του Σωκράτη, ο οποίος, από την αρχή έως το τέλος της διαδικασίας, δεν φοβόταν τον θάνατο, αλλά τον αντιμετώπιζε ως έκβαση προς το καλύτερο. 

Εκτός από φιλόσοφος ο Σωκράτης υπήρξε και ένας ασυνήθιστος δάσκαλος. Οι κατηγορίες βασίζονταν στην εκπαιδευτική αποστολή μέσα από την συλλογική μνήμη (Αλκιβιάδης, Κριτίας). Και πρέπει να συμφωνήσει κανείς ότι ο Σωκράτης τελειοποίησε τον έλεγχο, δηλαδή την τέχνη να συγχέει όσους τού αντέλεγαν. 

Εξάλλου, σε αυτήν την δίκη προθέσεων τίθεται και ένα ζήτημα δωσιδικίας. Η διαφθορά των νέων ανήκε πιθανότατα στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των θεσμοθετών, ενώ η ασέβεια υπαγόταν επί μακρόν στην αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου που, κατά τον 5ο αιώνα, έδωσε σταδιακά την θέση του στην Ηλιαία. Σημαντικότερο σκέλος της κατηγορίας αποτελούσε η ασέβεια, διότι η διαφθορά των νέων, εάν έλαβε χώρα, καλύφθηκε από το γράμμα, τον χρόνο, τουλάχιστον από το πνεύμα του νόμου περί αμνηστίας. Ο ιστορικός Ξενοφών αμφισβητεί την ασέβεια του Σωκράτη, ο οποίος τιμούσε τις θρησκευτικές τελετές της Πόλεως και ιδιαίτερα τον Ασκληπιό. Δεν υπήρξε προκλητικός ή βλάσφημος, ωστόσο οι φιλοφρονήσεις του προς τους Θεούς δεν ήταν χωρίς κάποιο είδος ειρωνείας. Παραδείγματος χάριν, στον Εθύφρονα ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί τις φιλονικίες των θεών, για να εξηγήσει τις διαμάχες και τις συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η μακρά ιστορία των σχισμάτων και των αιρέσεων θα αποκαλύψει στην συνέχεια της ανθρώπινης περιπέτειας την διεξαγωγή θρησκευτικών πολέμων, στους οποίους ο πολιτικός προσανατολισμός των κρατών δεν ήταν αδιάφορος. Στους Δελφούς αποκαλύφθηκε στον Σωκράτη η σοφία «ἕν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» και «γνῶθι σαυτόν», που θυμίζει στον άνθρωπο ότι η φύση του δεν του επιτρέπει να ριψοκινδυνεύει με το θείο.

Επιπλέον, διαπίστωσε ο Γάλλος ακαδημαϊκός, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς περί ασέβειας του Σωκράτη με κριτήριο τον πλατωνικό διάλογο Εθύφρων (ἢ περὶ εὐσεβείας). Ο φιλόσοφος διατηρούσε μια θρησκευτικότητα, αναφερόμενος συγχρόνως κατά προτεραιότητα στο «δαιμόνιό» του, ένα είδος θείας φωνής, προσωπικού μαντείου ή μυστηριακής φωνής που οδηγούσε τα βήματά του σε εσωτερική αναζήτηση. Αυτή η προσέγγιση του φιλοσόφου, συνδυασμένη με την γελοιοποίηση μιας ανήθικης και αφελούς μυθολογίας, με την ειρωνεία, καθώς και με την ικανότητά του να μπερδεύει τους συνομιλητές του, προκαλούσε μεγάλες αντιδράσεις. Στις μέρες μας οι πράξεις αυτές δεν θα ήταν αρκετές για να θεμελιωθεί μια καταδίκη, τουλάχιστον στις χώρες όπου υπάρχει χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας και όπου δεν τιμωρείται πλέον η ιεροσυλία. 

Ένα ουσιαστικό ερώτημα προκαλεί η συμπεριφορά του ίδιου του Σωκράτη, ο οποίος δεν απέφυγε ούτε την δίκη ούτε την εκτέλεση της απόφασης, αν και οι φίλοι του δεν έπαυαν να του το συμβουλεύουν. Η φυγή του ίσως να είχε κατευνάσει κάποιους από τους πρωταγωνιστές της δίκης. Σεβόμενος μέχρι τέλους τους νόμους της Πόλεως, διεκδίκησε έναν διπλό ρόλο, μια διπλή ιδιότητα, του υπηκόου και του μονάρχη της Πόλεως, του μονάρχη που αφήνεται να θανατωθεί, για να μην δώσει το κακό παράδειγμα, να μην ροκανίσει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται κάθε μέλος του κυρίαρχου αστικού σώματος. 

Από μιαν άλλη πλευρά, μπορεί κανείς να δει στον Σωκράτη τον ιδρυτή της πολιτικής φιλοσοφίας σε αντιπαράθεση, σε αυτό το πεδίο, με τον Αριστοφάνη, όχι δίχως συνενοχή μεταξύ τους. Αλλά αναρωτιέται κανείς γιατί η σκέψη του Σωκράτη δεν στράφηκε προς την πλευρά αυτού που σήμερα θα λέγαμε θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, ανθρώπινα δικαιώματα, γιατί δεν επικαλέστηκε τις πιθανές αρετές της πολιτικής ανυπακοής ή μια προσφυγή σε πρώτο και ύστατο επί γης βαθμό σε κάποια υπέρτερη αρχή, προσφιλή στους σημαιοφόρους των δικαιωμάτων του ανθρώπου. 

Το 399 π.Χ. η καταδίκη του Σωκράτη δεν ήταν ομόφωνη, γεγονός που δικαιολογεί απαλλακτική ψήφο το 2012. Από την σκέψη και την σοφία του προέκυψε ένα ανεκτίμητο όφελος, η αμφιβολία. Η αμφιβολία αυτή, ως προς την φύση της, δεν ταυτίζεται με την απολύτως αρνητική, εκείνη των Ελλήνων σκεπτικιστών, των οποίων μακρινός διάδοχος θεωρήθηκε ο Montaigne, ούτε με την μεθοδική του Σωκράτη, αλλά με την αμφιβολία που προηγείται μιας απόφασης, ένδειξη της πανάρχαιης αποστολής των νομικών και όλως ιδιαιτέρως των δικαστών, μια αμφιβολία που αποφασίζει και που εξηγεί την γνώμη του ακαδημαϊκού Terré. 

Η Sophie-Caroline de Margerie έδωσε αθωωτική ψήφο στον Σωκράτη. Αρχικά διαπίστωσε ότι είναι δύσκολο να κριθεί η συγκεκριμένη υπόθεση για τρεις λόγους. Πρώτον, η πολιτική συγκυρία στην Αθήνα ήταν ταραγμένη, καθώς οι αναμνήσεις από την τυραννία των Τριάκοντα ήταν ακόμη νωπές. Έπειτα, η δίκη αφορούσε σε λέξεις και ιδέες, οι οποίες είναι από την φύση τους διφορούμενες ή εύκολα μπορεί να διαστρεβλωθούν ή να παρανοηθούν. Τέλος, το εξαιρετικό ταλέντο δεν είναι ποτέ εύκολο να κριθεί: όσο μεγαλύτερο είναι, τόσο βαρύτερη είναι και η ευθύνη του κρίνοντος. 

Στην συνέχεια, η de Margerie επιχείρησε να καταρρίψει τις σοβαρές κατηγορίες που είχαν προσάψει στον Σωκράτη. Θεωρεί την κατηγορία περί διαφθοράς των νέων ανυπόστατη. Μπορεί να ήταν φίλος και μέντορας του Αλκιβιάδη, του Χαρμίδη και του Κριτία, οι οποίοι έβλαψαν ή ακόμη και πρόδωσαν την αθηναϊκή δημοκρατία, ωστόσο δεν δικάζονται αυτοί∙ είναι νεκροί. Ούτε μπορεί να αποδειχθεί ότι ο Σωκράτης τούς άσκησε εγκληματική επιρροή, καθώς δεν προκύπτει από πουθενά ότι υποστήριξε άμεσα ή έμμεσα, ανοιχτά ή συγκαλυμμένα, τη βίαιη ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Δεν προκάλεσε με την διδασκαλία του καμμία εγκληματική ενέργεια, ούτε τα εγκλήματα που διέπραξαν κάποιοι μαθητές του μπορούν να συσχετιστούν άμεσα με τα λόγια του. 

Ο φιλόσοφος κατηγορήθηκε, επίσης, ότι υποστήριξε την Σπάρτη και τους Τυράννους. Εκείνος, όμως, εν καιρώ πολέμου πολέμησε γενναία και εν καιρώ ειρήνης σεβάστηκε τους νόμους της Πόλεως και δεν έλαβε μέρος σε συνωμοσίες ούτε υπήρξε μέλος αντιπατριωτικών οργανώσεων. Μπορεί μόνο να κατηγορηθεί, επειδή δεν συμμετείχε στα κοινά και δεν πολέμησε ενάντια στην τυραννία των Τριάκοντα∙ αυτά όμως δεν τιμωρούνται από τον νόμο. Η δικαστής θεώρησε ότι και η κατηγορία της ασέβειας ήταν αβάσιμη, καθώς ουδεμία απόδειξη υφίσταται ότι ο Σωκράτης δεν έδειχνε σεβασμό στους θεούς. Εξάλλου, είχε δημόσια αρνηθεί την αθεΐα. 

Όποια και αν ήταν τα πιστεύω του, συμπεριφέρθηκε πάντοτε σωστά απέναντι στους θεούς που η Πόλη αναγνώριζε. Ούτε προσπάθησε να εισαγάγει νέες, κατώτερες θεότητες στην Πόλη. Πίστευε σε μια δική του εσωτερική φωνή, αλλά δεν προσπάθησε ποτέ να επιβάλει την λατρεία του δαιμονίου του. Επομένως, κατέληξε η Sophie-Caroline de Margerie, ούτε η πίστη ούτε η διδασκαλία ούτε η ύπαρξη του Σωκράτη απείλησαν ποτέ το καλό της αθηναϊκής πολιτείας. Για όλους αυτούς τους λόγους, η ψήφος της ήταν αθωωτική. 

O καθηγητής Harm Peter Westermann ψήφισε υπέρ της απαλλαγής του Σωκράτη. Κατά την γνώμη του, το κατηγορητήριο που με μάλλον ασαφή τρόπο προκύπτει από την Απολογία του Πλάτωνα, αποπειράται να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο ως πολιτική οντότητα που αγνοεί την ουσιαστική σχέση της Πόλεως των Αθηνών, από πολιτικής απόψεως, με συγκεκριμένους θεούς και λατρείες. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο Σωκράτης είναι σαν να απορρίπτει ή έστω να επισκιάζει το δημοκρατικό πολίτευμα, τοσούτω μάλλον που αφ’ ενός δείχνει καθαρά την προτίμησή του για την Σπάρτη και τους θεούς της, τον Απόλλωνα και την Ήρα, αφ’ ετέρου ο ίδιος δεν παίρνει σαφείς αποστάσεις από τα εγκλήματα των Τριάκοντα Τυράννων. 

Πέραν του επί δεκαετίες τρόπου του να αποδεικνύει την άγνοια των συνομιλητών του, η συμπεριφορά του στην δίκη αύξησε την αντιπάθειά τους αυτή. Η κατηγορία που αποδόθηκε στον Σωκράτη δεν αφορά τόσο στην προσπάθεια επίσημης εγκαθίδρυσης νέων θεών, όσο στην έμφασή του στο δαιμόνιον, το οποίο λίγο-πολύ ταύτιζε με την ίδια του την συνείδηση.

Όσον αφορά την αντιδημοκρατική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, καθώς και ορισμένων διακεκριμένων οπαδών του, τίθεται το ερώτημα ποιες είναι οι νόμιμες δυνατότητες και ποια τα όρια των δημοκρατικών αποφάσεων της πλειοψηφίας. Σε μια διαλεκτική δημοκρατίας-ολιγαρχίας-οχλοκρατίας, ο καθηγητής Westermann επιχείρησε να υπερβεί ένα αδύναμο ομολογουμένως σημείο της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, την διακωμώδησή του από την αριστοφανική κωμωδία, εξισώνοντάς την με την επικίνδυνη ολιγαρχία των ΜΜΕ και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

Πάντως, με βάση τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, ο Σωκράτης υπήρξε ελάχιστα προκλητικός προς τους δικαστές του, με εξαίρεση την απαίτησή του να σιτίζεται στο Πρυτανείο, η οποία μπορεί να εκληφθεί ως δείγμα περιφρόνησης του δικαστηρίου. Τέλος, ο Σωκράτης δεν εκμεταλλεύτηκε την εικόνα της ολοφυρόμενης γυναίκας του και των οιμωζόντων τέκνων του, και αυτό βέβαια δεν πρέπει να εκληφθεί ως αδιαφορία προς την οικογένειά του. 

Ο Stephen Sedley ψήφισε, με βαριά καρδιά, την καταδίκη του Σωκράτη. Καταρχάς, επεσήμανε ότι στην απολογία του ο φιλόσοφος δέχθηκε πως είχε διδάξει τους πολυάριθμους μαθητές του και να διερωτώνται για τον εαυτό τους, κατανοώντας εξ αυτού πόσα λίγα γνωρίζουν, και να θέτουν εν αμφιβόλω τις αρετές της συμμετοχικής δημοκρατίας. Παράλληλα, ο Stephen Sedley δέχθηκε ότι ο Σωκράτης δεν αναγνώριζε ως θεούς τους θεούς της Αθήνας.

Η πρόκληση του Μέλητου συνίστατο στην από κοινού καταδίκη του διανοητικού αγνωστικισμού, της πολιτικής ανατροπής και της θρησκευτικής ετεροδοξίας, όχι επειδή αυτές οι ιδέες δεν ήταν δημοφιλείς αλλά επειδή ακριβώς θα μπορούσαν δυνάμει να ανατρέψουν και να υπονομεύσουν το αθηναϊκό πολίτευμα. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος δεν διεκδίκησε το προνόμιο της αμνηστίας. Μολονότι ο Σωκράτης δίδασκε αυτές τις ιδέες, η ελευθερία της σκέψης και του λόγου, καθώς και το δημοκρατικό πολίτευμα συνιστούν μέρος της κληρονομίας της Αθήνας στον κόσμο. Όταν η ελευθερία του λόγου χρησιμοποιείται με σκοπό την αμφισβήτηση των θεμελιωδών αρχών του κράτους, τότε συνιστά πράξη κατά της Αθήνας και, συνεπώς, είναι αξιόποινη. Τι σημαίνει πράξη κατά της Αθήνας μπορεί να προσδιοριστεί εάν η δράση του Σωκράτη, μέσω της εκ των υστέρων αποκτηθείσας ιστορικής γνώσης, συσχετισθεί με περιπτώσεις κάθειρξης ανθρώπων, οι οποίοι απλώς αρνήθηκαν κατηγορίες για αντιαμερικανική δράση, με τις διατάξεις περί εξυβρίσεως αρχής που ισχύουν σε πολλά κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, με την άρνηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να αναμειχθεί σε εθνικές αποφάσεις που επιδεικνύουν αδιαλλαξία σε περιπτώσεις βλασφημίας και αισχρολογίας, ακόμη και με την επιβολή της θανατικής ποινής για αποστασία ή βλασφημία σε σύγχρονα ισλαμικά κράτη.

Χρέος των δικαστών είναι να εφαρμόζουν τον ισχύοντα νόμο και όχι αυτόν που θα επιθυμούσαν να ισχύει. Ο διανοητικός μηδενισμός του Σωκράτη και ο πολιτικός του ελιτισμός προσφέρονται για δημόσιες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις∙ ωστόσο, ο αθηναϊκός νόμος τον οποίο οι δικαστές έχουν κληθεί να εφαρμόσουν θεωρεί την απιστία αξιόποινη. Καίτοι δείγμα αδιαλλαξίας έναντι στάσεων που αντίκεινται σε επίσημες θέσεις, η καταδίκη του Σωκράτη φαίνεται να επιβάλλεται, κατά τον Sedley, με βάση το επιχείρημα dura lex sed lex. Από την στιγμή που ο δικαστής δεν αποφασίζει εγκαίρως να παραιτηθεί από το αξίωμά του, προκειμένου να μην επιβάλει έναν άδικο νόμο, οφείλει να τηρεί τις αξίες και τους νόμους της Πόλεως στην οποία ανήκει. 

Ο Giusep Nay ψήφισε υπέρ της αθωότητας του Σωκράτη. Υποστήριξε ότι ο σεβασμός του φιλοσόφου προς τους θεούς φαίνεται από την παραδοχή του ότι ουδέν γνωρίζει. Η κύρια κατηγορία είναι αβάσιμη και απορριπτέα: ο Σωκράτης ούτε περιφρόνησε τους θεούς ούτε εξώθησε τους νέους να το πράξουν. Στην πραγματικότητα, προσήψαν στον φιλόσοφο απείθεια στην καθεστηκυία δημοκρατική τάξη. Όμως μια δημοκρατική τάξη δεν νομιμοποιείται να απαιτεί να γίνει χωρίς ερωτήσεις σεβαστή, μόνον επειδή προέκυψε δημοκρατικά από την πλειοψηφία των ψηφοφόρων. Η δημοκρατική πλειοψηφία δεν έχει πάντοτε άνευ ετέρου δίκιο. Η δημοκρατία είναι το καλύτερο εφικτό πολίτευμα, όπως διαπίστωσε ο Churchill. Το καλύτερο πολίτευμα θα ήταν η αριστοκρατία, η εξουσία των αρίστων, των καλύτερων από τους πολιτευομένους. Εάν η δημοκρατία δεν σέβεται τα δικαιώματα του ανθρώπου, τα οποία πηγάζουν από την ίδια την φύση του ανθρώπου ως ύπαρξης με δικαιώματα, και εάν δεν παρέχει τις ίδιες δυνατότητες σε άνδρες και γυναίκες, είναι και παραμένει άδικη!

Ο Βασίλειος Ρήγας ψήφισε υπέρ της απαλλαγής του Σωκράτη. Υποστήριξε ότι όχι μόνον η κατηγορία δεν αποδείχτηκε, αλλ’ αντιθέτως η ζωή του φιλοσόφου ως πολίτη, θεολόγου, διδασκάλου και στρατιώτη την αναιρούν πλήρως. 

Ως πολίτης ο Σωκράτης υπήρξε ελεύθερο, κριτικό πνεύμα που αποστρεφόταν τους δημαγωγούς, ήλθε σε ρήξη με τους Τριάκοντα, στηλίτευσε τις αμετροέπειες και κενολογίες των ιδιοτελών ρητόρων. Δεν μετέβη στην Σαλαμίνα να αξιώσει την έκδοση του αυτοεξόριστου Λέοντα, προστάτευσε τον καταδιωκόμενο από τους στρατιώτες του Κριτία Θηραμένη, επέδειξε απείθεια προς τον Κριτία και τον Χαρικλή, όταν αξίωσαν να μη συνομιλεί με τους νέους. Η ιδιότητά του ως διδασκάλου κάποιων από τους Τριάκοντα δεν θεμελιώνει ευθύνη, εφ’ όσον ουδεμία σχέση υφίσταται μεταξύ της διδασκαλίας του και του ιδεολογικού περιεχομένου του καθεστώτος εκείνων. 

Ως θεολόγος ο Σωκράτης δεν επέδειξε ασέβεια, αλλά αναζητούσε διαύλους προσέγγισης του θείου με την ψυχή και την αυτογνωσία. Πίστευε ότι η οσιότητα είναι στοιχείο του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου και όχι περιεχόμενο συναλλακτικών σχέσεων με τους θεούς. Εξάλλου, ο φιλόσοφος δεν διέκρινε μεταξύ των θεών της Αθήνας και των θεών άλλων πόλεων. 

Ως διδάσκαλος ο Σωκράτης χρησιμοποιούσε την απορητική μέθοδο: δεν εξέφραζε προσωπικές γνώμες, αλλά με την απορία (ειρωνεία) και με την υποβολή των κατάλληλων ερωτήσεων (μαιευτική) επιτύγχανε την δημιουργική δράση του πνεύματος του ερωτώμενου. Ο φιλόσοφος διερευνούσε ζητήματα ηθικής πράξης, αξιοκρατικής επιλογής των αρίστων προς άσκηση της εξουσίας και των διαφόρων επαγγελμάτων, και τούτο, σε μια εποχή που την παιδεία των νέων στην Αθήνα την είχαν αναλάβει οι σοφιστές. Άλλωστε, ουδέποτε παρώθησε τους νέους να απειθαρχήσουν έναντι της πολιτείας, των πρεσβύτερων ή των παραδόσεων. 

Ως στρατιώτης ο Σωκράτης έλαβε μέρος στις μάχες της Ποτίδαιας, του Δηλίου και της Αμφίπολης, αν και βρισκόταν σε σχετικά προχωρημένη ηλικία. Δεν ήταν φίλος της Σπάρτης ή υπονομευτής της Αθήνας, αλλά ένα κριτικό πνεύμα που δίδαξε την αυτογνωσία και τον ορθό λόγο και έθεσε τις βάσεις της ηθικής φιλοσοφίας, της γνωσιολογίας και της ηθικής. Η καταδίκη του θα ήταν ασύμβατη προς την καθολικά αναγνωριζόμενη a posteriori συμβολή του στην διαμόρφωση της φιλοσοφίας, την ανάδειξη μαθητών όπως ο Πλάτων και την δημιουργία των ελασσόνων σωκρατικών σχολών (Κυνικής, Κυρηναϊκής, Μεγαρικής) και περαιτέρω της Ακαδημίας, του Λύκειου, του Κήπου και της Στοάς. 

Η Πρόεδρος του Δικαστηρίου Loretta Preska ψήφισε υπέρ της καταδίκης του Σωκράτη. Εξήγησε ότι, κατά την γνώμη της, οι κατηγορίες που βαραίνουν τον φιλόσοφο είναι σαφείς και αποδεδειγμένες. Σε δήθεν ρόλο απλού «οίστρου» υπήρξε ένας επικίνδυνος διαστροφέας, ένοχος ασέβειας προς τους θεούς που αντιπροσωπεύουν τον τρόπο ζωής σε αυτήν την πόλη, όπου δεν υφίσταται χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας. Η αντίληψή του περί ενός μοναδικού θεού είναι βλάσφημη. Προσλαμβάνει το θείο διαφορετικά από τους άλλους Αθηναίους, καθώς οι θεοί του πράττουν μόνο το καλό, όχι το κακό, δηλαδή είναι αδύνατον να τους ζητηθεί να καταστρέψουν την Σπάρτη. Η ατιμωρησία θα ενοχλήσει τους θεούς σε μια κρίσιμη για την πόλη χρονική περίοδο. 

Όσον αφορά στην διαφθορά των νέων αυτή δεν συνίσταται γενικότερα στην εξώθηση στην βία ή στην επιθυμία ανατροπής των θεσμών, αλλά στις αντιδημοκρατικές διδασκαλίες και την περιφρόνηση των θεσμών. 

Οι αντιδημοκρατικές διδασκαλίες του Σωκράτη έφεραν τα αποτελέσματά τους. Μεταξύ των μαθητών του ήταν ο Αλκιβιάδης, ο Κριτίας και ο Χαρμίδης. Η καταδίκη του επιβάλλεται για λόγους ασφάλειας της δημοκρατίας, των παραδόσεων, των αξιών της Αθήνας. Η ελευθερία του λόγου, την οποία, άλλωστε, ο Σωκράτης ήθελε μόνον για τον ίδιο, δεν αποτελεί αντεπιχείρημα στην καταδίκη του.

Ο Pierre Delvolvé έδωσε καταδικαστική ψήφο, διευκρινίζοντας ότι εντάσσεται στην χορεία των δικαστών που αποφάνθηκαν με βάση αντιλήψεις και περιστατικά του 399 π.Χ. και ότι θα είχε την αντίθετη κρίση εάν η ψηφοφορία γινόταν το 2012. Κατά την γνώμη του, η δυσκολία στην διαμόρφωση της δικανικής κρίσης έγκειτο στο ότι η κατηγορία στηρίχθηκε σε αντιλήψεις και περιστάσεις της εποχής εκείνης, ενώ η υπεράσπιση στηρίχθηκε στα αντίστοιχα του 2012, επικαλούμενη όλη την εξέλιξη και όλα τα γεγονότα που ακολούθησαν την αρχική δίκη. 

Μνημονεύοντας την σκέψη του Benjamin Constant, o Γάλλος ακαδημαϊκός παρατήρησε ότι η συγκεκριμένη δίκη ενδείκνυται για την σύγκριση της ελευθερίας των αρχαίων με εκείνη των συγχρόνων. Η πρώτη συνίσταται στην ενεργό και διαρκή συμμετοχή στην συλλογική εξουσία, στην κατανομή της εξουσίας μεταξύ όλων των πολιτών της ίδιας πατρίδας. Η δεύτερη, στην ανενόχλητη απόλαυση της ιδιωτικής ανεξαρτησίας, στην ασφάλεια των ιδιωτικών απολαύσεων. Η πρώτη ελευθερία θέλει τους πολίτες απόλυτα υποταγμένους, ώστε το έθνος να είναι κυρίαρχο, θέλει τα άτομα σκλάβους, για να είναι ο λαός ελεύθερος. Αν και ειδικά η Αθήνα, σε σύγκριση με τα άλλα αρχαία κράτη (Σπάρτη, Ρώμη), παραχωρούσε περισσότερη ελευθερία, εν τούτοις το άτομο παρέμενε υποταγμένο στην υπεροχή του κοινωνικού σώματος. Στον αντίποδα, βασικότερη από τις σύγχρονες ανάγκες είναι η ατομική ανεξαρτησία, η οποία δεν μπορεί να θυσιαστεί χάριν της πολιτικής ελευθερίας. Για τον σύγχρονο άνθρωπο, στην δίκη του Σωκράτη η ατομική ελευθερία θυσιάστηκε για την σωτηρία της πολιτικής εξουσίας. Στην αντίληψη των αρχαίων η ελευθερία του ατόμου ασκείται εντός και διά της Πόλεως, όχι εναντίον της. Κατά την σύγχρονη αντίληψη η ελευθερία ασκείται τόσο εντός της Πόλεως όσο και, τυχούσης περιπτώσεως, εναντίον της: ο πολίτης έχει δικαιώματα και έξω από αυτήν. 

Ο Σωκράτης είναι ένοχος ή αθώος ανάλογα με το σε ποια από τις δύο αντιλήψεις θα προσχωρήσει κάποιος.

Το 399 π.Χ. η Αθήνα μόλις είχε αφήσει πίσω της φοβερά δεινά. Η διδασκαλία του Σωκράτη μπορούσε να κλονίσει την Αθήνα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Ο Αλκιβιάδης και ο Ξενοφών ήταν προδότες, ο Κριτίας και ο Χαρμίδης ήταν δύο από τους Τριάκοντα Τυράννους. Η διδασκαλία του φιλοσόφου οδηγούσε τους πολίτες στην παραμέληση των καθηκόντων τους, αντί να συντελέσει στην προσκόλλησή τους στην Πόλη και στα σύμβολά της, τα οποία αποτελούσαν οι θεοί. Με άλλα λόγια, έκοβε τους δεσμούς των συμπολιτών του με την Πόλη και, έτσι, απειλούσε την ίδια την ύπαρξή της. Κατά την αρχαία αντίληψη περί ελευθερίας, ο Σωκράτης ήταν ένοχος. 

Όμως, υπό το πρίσμα των σύγχρονων αντιλήψεων, η συμπεριφορά και η διδασκαλία του Σωκράτη δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να αναζητούν την φύση του ανθρώπου και των θεών, να διανοούνται γύρω από την ύπαρξη, τις σχέσεις με τους άλλους, τις υποχρεώσεις απέναντί τους και απέναντι στην Πόλη, να παρουσιάζει την σκέψη του χωρίς βία σε εκείνους που την άκουγαν, για να τους αφυπνίσει και να τους πείσει με ερωτήσεις και συλλογισμούς που επιφέρουν την τελική αποδοχή τους. Ο Σωκράτης δεν έπραξε άλλο παρά να ασκήσει τις ελευθερίες της σκέψης, της γνώμης, της έκφρασης, τόσες ελευθερίες σύμφυτες στον άνθρωπο και τον πολίτη.

Ο Σωκράτης δεν κατηγορήθηκε για πράξεις που συνιστούν επίθεση εναντίον της Πόλεως ή των πολιτών, αλλ’ επειδή είπε αυτό που δεν ήταν συμβατό με την κοινή αντίληψη της Πόλεως. Πρόκειται για ένα έγκλημα γνώμης, για ένα έγκλημα έκφρασης. Ο Βολταίρος είπε: «Δεν συμφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». 

Οι σκέψεις του Σωκράτη ήταν εκτός γραμμής της Πόλεως, για να μην πούμε εκτός του κόμματος. Με την έννοια αυτή, η δίκη του ήταν πολιτική, όπως αυτές που η ανθρωπότητα γνώρισε σε εποχές όχι και τόσο μακρινές. Με την σύγχρονη αντίληψη περί ελευθερίας, η δίκη θα ήταν καταδικαστέα και ο Σωκράτης αθώος. 


(Η Ιωάννα Ν. Κονδύλη είναι επίκουρη καθηγήτρια Αστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.)

Κορυφή της σελίδας