Μετά την Ηθική
ΓΡΑΦΕΙ Η ΕΛΕΝΗ ΛΕΟΝΤΣΙΝΗ

Πέτρος Φαραντάκης, Μετά την Ηθική. Ο επιστημολογικός παρεμβατισμός του περιοδικού Νεύσις, Πρόλογος: Πέτρος Γέμπτος, Αθήνα: Andy’s Publishers, 2009, 180 σελ. ISBN: 978-960-931337-7 

Το βιβλίο του Πέτρου Φαραντάκη (διδάκτορα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και καταξιωμένου ερευνητή της νεοελληνικής φιλοσοφίας) εξετάζει τα άρθρα που δημοσιεύθηκαν στους πρώτους δέκα τόμους (1994-2001) του περιοδικού Νεύσις, το οποίο συνιστά «Εξαμηνιαία Έκδοση Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας» του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Νεφέλη. Τα περισσότερα άρθρα του περιοδικού Νεύσις σχετίζονται και με τα τρία είδη των επιστημών: με τις ανθρωπιστικές επιστήμες, οι οποίες στοχεύουν στην κατανόηση και την ερμηνεία της ανθρώπινης πράξης και συμπεριφοράς· τις αναλυτικές επιστήμες, ήτοι τις εμπειρικές επιστήμες (Φυσική, Βιολογία, Κοινωνιολογία) και τις τυπικές επιστήμες (Λογική και Μαθηματικά), οι οποίες επιδιώκουν την ενημέρωσή μας σε πληροφοριακό-γνωστικό επίπεδο· και, τέλος, τις κανονικές-δεοντολογικές επιστήμες (Δίκαιο, Ηθική, Βιοηθική), οι οποίες διαδραματίζουν αξιολογικό και ρυθμιστικό ρόλο στη ζωή μας. 

Στόχος του Πέτρου Φαραντάκη στη μελέτη αυτή είναι να παρουσιάσει και να αναλύσει την ηθική διάσταση και τις ηθικές προεκτάσεις των παρεμφερών μελετών οι οποίες καλύπτουν τα πρώτα δέκα τεύχη του περιοδικού Νεύσις. Όπως επισημαίνει στον Πρόλογό του ο Πέτρος Γέμπτος, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην πρύτανης του ίδιου Πανεπιστημίου, «ο συγγραφέας όχι μόνο εντοπίζει στοιχεία Ηθικής στις ανωτέρω μελέτες αλλά, στη συνέχεια, τα χρησιμοποιεί ως βάση για ευρύτερες αναλύσεις στο πεδίο του στοχασμού και του πολιτισμού», καταβάλλοντας «μια συστηματική προσπάθεια προκειμένου να αναδειχθούν οι πνευματικές ρίζες των διαφόρων συμβολών των αρθρογράφων της Νεύσεως και μετά να συσχετιστούν με το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εξαρχής αναπτύχθηκαν» (σελ. 11). 

Στο πρώτο κεφάλαιο της εμπεριστατωμένης μελέτης, με τίτλο «Επιστήμη και η μεταβλητότητα της ελευθερίας της», ο συγγραφέας εξετάζει το κατά πόσον «οι επιστήμες έχουν ή διαπνέονται από κάποια ηθική προδιάθεση» και ερευνά τα όρια της ελευθερίας του επιστήμονα, αναλύοντας συγχρόνως ποικίλες επιστημολογικές απόψεις σχετικά με το θέμα αυτό, όπως παρουσιάζονται μέσα από την αρθρογραφία του περιοδικού Νεύσις. Στο δεύτερο κεφάλαιο, το οποίο τιτλοφορείται «Η οροθέτηση των αρχών της Ηθικής», εξετάζονται αρχαίες και σύγχρονες, μεταηθικές θεωρίες, ενώ στο τρίτο κεφάλαιο, με τίτλο «Οι “προδιαγραφές” της εξελικτικής Ηθικής», εξετάζονται επίσης ηθικές θεωρίες που σχετίζονται με τον χώρο των θετικών επιστημών, όπως η βιοηθική και η κοινωνιοβιολογία. Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο, με τίτλο «Συμπληρωματικοί τρόποι στο φυσικό γίγνεσθαι», ο συγγραφέας αναφέρεται συμπληρωματικά σε μεταηθικές θεωρίες που συνδέονται με τις κοινωνικές επιστήμες. 

Χρειάζεται να επισημανθεί πως κύριος τίτλος του βιβλίου είναι Μετά την Ηθική. Κατά τον συγγραφέα, το ερώτημα είναι ποια ηθική υπαινισσόμαστε και πώς αυτή συνδέεται ή αποσυνδέεται από τη φιλοσοφία της επιστήμης. Ο Πέτρος Φαραντάκης δεν ασχολείται στο πόνημά του με τον κλάδο της Ηθικής Φιλοσοφίας που ονομάζεται Μεταηθική υπό το πρίσμα της Αναλυτικής Φιλοσοφίας. Όπως αναφέρει, οι μεταηθικές θεωρίες εντρυφούν στη διάγνωση της σημασίας των ηθικών όρων. Σε μια τέτοια προσπάθεια αναπτύχθηκαν η αναφορική και η χρηστική θεωρία, με αντίστοιχους εκπροσώπους τους τον G. Ε. Moore (1873-1958) και τον L. Wittgenstein (1889-1951). Κατοπινή διάσταση της χρηστικής θεωρίας είναι η συγκινησιακή θεωρία, με εκπροσώπους της τον A. J. Ayer (1910-1989) και τον C. L. Stevenson (1908-1979). Τέλος, έχουμε και την επιτακτικοκρατική θεωρία περί Ηθικής, την οποία εισηγήθηκε ο R. Hare (1919-2002). Ο Πέτρος Φαραντάκης συνειδητά επίσης δεν αναφέρεται, παρά μόνον αδρομερώς, στον κλάδο της Εφαρμοσμένης ή Πρακτικής Ηθικής, όταν αυτή προσδιορίζει δεοντολογία επιστημών (π.χ. ιατρική ηθική, επιχειρησιακή ηθική, περιβαλλοντική ηθική, ηθική των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ηθική του κυβερνοχώρου κ.λπ.). Οι μελέτες της Νεύσεως δεν δίνουν έκταση αλλά ούτε και αποποιούνται ένα τέτοιο ξεχωριστό είδος θεωριών. Ο συγγραφέας αναφέρεται σε μιαν απομάκρυνση από την κλασική σωκρατική ηθική, η οποία στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα στο καλό και το κακό. Μια τέτοια, ως γνωστόν, διάκριση μας βοηθά να αξιολογήσουμε, με γνώμονα χώρο και χρόνο, προθέσεις, κίνητρα, συναισθήματα και πράξεις μας. Όπως επιχειρεί να δείξει ο Πέτρος Φαραντάκης στο βιβλίο του, οι αρθρογράφοι του περιοδικού, δίνοντάς μας μια διαχρονική εικόνα της πολυπλοκότητας, όπως αυτή αναδύεται από το παγκόσμιο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό σκηνικό, με πραγματείες που είναι εξειδικευμένες στον χώρο του καθενός, απομακρύνονται από το κλασικό σωκρατικό δέον στο οποίο ο συγγραφέας δίδει έμφαση στην αρχή του βιβλίου του. 

Στο υπό συζήτηση βιβλίο, διαφαίνεται η μετάβαση σε μια νεότερη κοινωνία της διακινδύνευσης. Ο Διαφωτισμός, ο φιλελευθερισμός και η έλευση της νεωτερικότητας καλώς συνδέονται με την επικράτηση της επιστήμης, της ανεξιθρησκίας και της αυτοδιάθεσης των λαών. Η προσήλωσή μας, ωστόσο, στα παραπάνω, μας οδήγησε σε μια μονομερή νοοτροπία διαρκούς ανάπτυξης τεχνικών δεξιοτήτων για να περιγράψουμε μια φύση (βιολογική και ανόργανη) υπό παρατεταμένες πειραματικές συνθήκες. Τα όντα, και κατ’ επέκταση οι μεταξύ τους σχέσεις, είναι περισσότερο αντι-κείμενα παρά συν-κείμενα, με πλήρη εγκοσμιότητα και αποκλειστικά φυσιοκρατική εγγύτητα και εργονομική χρηστικότητα. Οι συναντήσεις και οι επαφές μεταξύ των ανθρώπων, εκτός εξαιρέσεων, συντείνουν σε έναν τέτοιο κώδικα. Αναρωτιέται ο Πέτρος Φαραντάκης: μήπως ήρθε η στιγμή να προβληματιστούμε για το κατά πόσον αυτός ο τρόπος ζωής απονέμει τελικά κάποιο νόημα σε έναν κόσμο ο οποίος αναζητεί περισσότερο την ευμένεια ενός καλά δομημένου ορθολογισμού και λιγότερο τη διεύρυνση των οριζόντων του πέρα από αυτούς τους οποίους ανοίγει η αυστηρή λογική; 


(Η Ελένη Λεοντσίνη είναι λέκτορας στον Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.)

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Κορυφή της σελίδας