Οι νέοι Έλληνες και η δημοκρατία με τη ματιά της Κοινωνιακής Πολιτικής Ψυχολογίας
ΓΡΑΦΕΙ Η ΘΑΛΕΙΑ ΜΑΓΙΟΓΛΟΥ
Φωτογραφία: Αλέξανδρος Φάσσας (Σπουδαστής Τμήματος Φωτογραφίας, ΤΕΙ Αθηνών)
Φωτογραφία: Αλέξανδρος Φάσσας (Σπουδαστής Τμήματος Φωτογραφίας, ΤΕΙ Αθηνών)
Φωτογραφία: Ευαγγελία Ζανιά (Σπουδάστρια Τμήματος Φωτογραφίας, ΤΕΙ Αθηνών)
Φωτογραφία: Ευαγγελία Ζανιά (Σπουδάστρια Τμήματος Φωτογραφίας, ΤΕΙ Αθηνών)
   

Το άρθρο παρουσιάζει στοιχεία από τη διαχρονική έρευνα που έχω διεξαγάγει στην Αθήνα γύρω από τις κοινωνικές αναπαραστάσεις των νέων Ελλήνων για τη δημοκρατία – έρευνα η οποία ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και επαναλήφθηκε το 2009, μετά την εξέγερση του Δεκεμβρίου του 2008, και το 2010, αφότου η οικονομική κρίση άρχισε να γίνεται αισθητή.1 Παράλληλα, τα αποτελέσματα της έρευνάς μου θα συνδεθούν με τα αντίστοιχα πορίσματα ερευνών που έχουν γίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και ιδιαίτερα στη Γαλλία, από την πλευρά της Κοινωνιολογίας.

Θεωρώ ότι η εξέγερση των νέων του Δεκεμβρίου του 2008 σχετίζεται με το τέλος μιας εποχής «ομηρίας» των νέων γενεών από τις προηγούμενες, ειδικά δε από όσες γεννήθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επωφελήθηκαν από την επακόλουθη ανοικοδόμηση της χώρας. Παρά τις δυσκολίες, οι γενιές αυτές –για τις οποίες εύκολα μπορούμε να βρούμε σημεία σύγκρισης με άλλες χώρες, όπως με τη Γαλλία και τη μεταπολεμική γενιά, τη γνωστή και ως «baby boom»– έχουν απολαύσει προνόμια τα οποία χάνονται για όσους γεννήθηκαν μετά το 1970 (Chauvel, 2010). 


Ποιο ρόλο μπορεί να παίζει το διαδίκτυο στην αίσθηση αποτελεσματικότητας των νέων στη δημόσια σφαίρα; 

Οι έρευνές μου αφορούν τους νέους ενήλικες 18 έως 26 και 16 έως 28 χρονών, καθώς και την αναπαράσταση της δημοκρατίας την οποία υιοθετούν. Χρησιμοποίησα μια ποιοτική προσέγγιση που ενδιαφέρεται για ένα είδος «ποιοτικής αντιπροσωπευτικότητας» του δείγματος, διαφορετικό από τη λογική της ποσοτικής αντιπροσωπευτικότητας (βλ. π.χ. Bauer και Gaskell, 2000). Οι νέοι που έχουν συμμετάσχει στις έρευνές μου ανήκουν σε γενιές που μεγάλωσαν μετά τη Μεταπολίτευση, κατά τη διάρκεια της τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Οι μεγαλύτεροι γεννήθηκαν όταν οι νέοι του «Πολυτεχνείου» ξεσηκώνονταν εναντίον της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Οι νεότεροι είναι γεννημένοι μέσα στη δεκαετία του ’90. Παρά τις μεταξύ τους διαφορές, ανήκουν σε γενιές οι οποίες μεγαλώνουν σε ένα διάστημα πολιτικής «ειρήνης», από γονείς που περιμένουν από εκείνους να υλοποιήσουν τις κοινωνικές τους φιλοδοξίες (Magioglou, 1994). Το γεγονός ότι οι δικές τους συνθήκες ζωής είναι καλύτερες από των γονέων τους  συμπίπτει με μια περίοδο ανόδου του επιπέδου ζωής σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά και στην Ευρώπη, παρά τις διαφορές και τις ανισότητες κατά περιοχές και κοινωνικές κατηγορίες. Οι φιλοδοξίες όμως για κοινωνική ανέλιξη που θα βασίζεται σε ένα πανεπιστημιακό πτυχίο και σε μια θέση στο δημόσιο ή σε μια ιδιωτική επιχείρηση, με τις οποίες τους μεγαλώνουν οι γονείς τους (Τσουκαλάς, 1976), δεν συμβαδίζουν με τις «ευκαιρίες» υλοποίησής τους.

Σύμφωνα με έρευνες του ΟΟΣΑ (2010) τόσο σε ευρωπαϊκές χώρες όσο και στις ΗΠΑ, η κοινωνική κινητικότητα δείχνει να έχει μειωθεί σε μεγάλο βαθμό, γεγονός το οποίο οδηγεί σε μια κοινωνική ακαμψία που αναπαράγει το status quo και δεν επιτρέπει την αξιοποίηση των ταλέντων και των ικανοτήτων των νεότερων γενεών, υπονομεύοντας έτσι την ανάπτυξη. Οι κοινωνίες της Ιταλίας και της Μεγάλης Βρετανίας φαίνονται να είναι οι πιο άκαμπτες στην ευρωπαϊκή σφαίρα, με τη μικρότερη δυνατότητα ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Αλλά και η Γαλλία δεν υπολείπεται. Ο κοινωνιολόγος Louis Chauvel έχει αφιερώσει πολλές έρευνες στις ανισότητες μεταξύ γενεών, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στην ευνοημένη μεταπολεμική γενιά των Γάλλων «baby boomers». Τόσο η βαρύτητα της συμμετοχής της γενιάς αυτής στον δημόσιο βίο όσο και η επιρροή της είναι συντριπτικές σε σχέση με τις γενιές που ακολούθησαν και που εξελίχθηκαν μέσα σε μια οικονομία η οποία, αν δεν συρρικνώνεται, τουλάχιστον δεν αναπτύσσεται με τους ίδιους ρυθμούς (Chauvel, 2002).

Σε πιο πρόσφατες μελέτες του (2010), ο Chauvel παρατηρεί ότι η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα είναι οι ευρωπαϊκές χώρες όπου η διαγενεακή ανισότητα γίνεται περισσότερο εμφανής. Το κοινωνικό μοντέλο αυτών των χωρών δεν είναι σε θέση να αναπαραχθεί και οι νέες γενιές είναι πιθανόν να ζήσουν σε χειρότερες συνθήκες σε ό,τι αφορά την κοινωνική προστασία, την εξεύρεση εργασίας και το κοινωνικό status. Ο Γάλλος θεωρητικός πιστεύει ότι στις χώρες αυτές, εδώ και τρεις δεκαετίες, η πολιτική ένταξης των νέων γενεών είναι καταδικαστέα, με ανοχή επιπέδων ανεργίας τα οποία είναι ασυμβίβαστα με μια θετική κοινωνικοποίηση των νέων. Η διαγενεακή ανισότητα δεν αναιρεί, βέβαια, τις κοινωνικές ανισότητες που ισχύουν μεταξύ κοινωνικών τάξεων ή ομάδων. Τα συμπεράσματα του Chauvel τονίζουν την ανάγκη άμεσων διορθωτικών κινήσεων για να μειωθεί η ανισότητα που υφίστανται οι νεότερες γενιές.

Η χρήση του διαδικτύου, σε συνδυασμό με την κινητή τηλεφωνία, αλλάζει και ποιοτικά την έννοια του δημόσιου χώρου για τις νεότερες γενιές. Αν και μειονεκτούν ως προς τη συμμετοχή τους στην παραδοσιακή δημόσια σφαίρα, έχουν ωστόσο κατακτήσει και έχουν διευρύνει αυτήν τη νέου τύπου δημόσια σφαίρα.


Το κοινωνικό προφίλ των νέων που συμμετέχουν στις έρευνες για τη δημοκρατία και η σχέση του με την αναπαράσταση της δημοκρατίας

Οι πληροφορίες που έχω συλλέξει για το προφίλ των νέων που έχουν συμμετάσχει τόσο σε έρευνες του τέλους της δεκαετίας του ’90 όσο και του 2009 και του 2010 είναι ότι, στην πλειονότητά τους, εξαρτώνται οικονομικά από τους γονείς τους, ασχέτως κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου. Άλλοι είναι εργαζόμενοι, με ή χωρίς απολυτήριο λυκείου, φοιτητές σε διάφορους τομείς ή άνεργοι, από την Αθήνα και την επαρχία. Οι φοιτητές, ακόμη και όσοι εργάζονται παράλληλα, είτε μένουν με τους γονείς τους είτε, πάλι, υπολογίζουν σε κάποιας μορφής οικονομική βοήθεια για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Άλλοι εργάζονται στην οικογενειακή επιχείρηση: από καφετέρια μέχρι συνεργείο συντήρησης ασανσέρ. Ακόμα και όσοι έχουν έναν μισθό που θα τους επέτρεπε να ζήσουν ανεξάρτητοι, βιώνουν την ανασφάλεια όσον αφορά τη διάρκεια της εργασίας τους (για παράδειγμα, σε βενζινάδικο).

Η εξάρτηση αυτή δημιουργεί ένα αίσθημα καταπίεσης, αλλά και ένα είδος «φαινομένου θερμοκηπίου». Η σχέση με την οικογένειά τους μοιάζει να παρατείνει τη διάρκεια της εφηβείας, η οποία προσλαμβάνει χαρακτήρα μονιμότητας. Από τη μία πλευρά, επωφελούνται υλικά από τις προηγούμενες γενιές, αλλά από την άλλη δεν δοκιμάζουν τα φτερά τους στον δημόσιο βίο, ούτε ως οικονομικά, ούτε ως κοινωνικά, ούτε ως πολιτικά υποκείμενα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, αρκετοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι στα 23 ή τα 26 τους χρόνια είναι πολύ νέοι για να ασχοληθούν με την πολιτική· αυτό το αφήνουν στους άνω των 50, που πληρώνουν φόρους και συμμετέχουν πλήρως στην κοινωνία. Και, το κυριότερο, αισθάνονται αδύναμοι να φέρουν κάποια αλλαγή. Το αίσθημα αναποτελεσματικότητας μειώνει τις πιθανότητες δράσης (Bandura, 1997). Βέβαια, οι λόγοι κάθε άλλο παρά ατομικοί είναι.

Οι νέοι του τέλους της δεκαετίας του 2000 που προέρχονται από περισσότερο εύπορες οικογένειες είναι πιο προβληματισμένοι, αλλά αντιμετωπίζουν την κατάσταση με ένα μείγμα χιούμορ και κυνισμού. Η Κ., για παράδειγμα, η οποία ζει με τους γονείς της, είναι απόφοιτος Αγγλικής Φιλολογίας, κάνει μεταπτυχιακές σπουδές και εργάζεται σε φροντιστήριο αγγλικών, από όπου έχει να πληρωθεί περισσότερο από έναν χρόνο. Ο Χ., με μεταπτυχιακό τίτλο από βρετανικό πανεπιστήμιο, είναι άνεργος έπειτα από μια περίοδο μαθητείας σε υπουργείο, όπου τοποθετήθηκε με «μέσο» από την οικογένειά του. Κυρίως όσοι έρχονται από την επαρχία, δοκιμάζουν διάφορες μορφές συγκατοίκησης με φίλους και εργάζονται παράλληλα σε διάφορες πρόσκαιρες δουλειές. Διαφορετική είναι η περίπτωση ενός νέου 27 χρονών, χωρισμένου, που κατοικεί στο διαμέρισμα της μητέρας του, μαζί με την πρώην σύζυγο, γιατί κανένας από τους δύο δεν έχει τη δυνατότητα να μετακομίσει.

Η αλληλεγγύη των προηγούμενων γενεών γίνεται έτσι η μόνη ασπίδα προστασίας στην οικονομική κρίση, αλλά αυξάνει και την εξάρτηση. Ωστόσο, τα αποθέματα των προηγούμενων γενεών είναι πεπερασμένα. Η οικονομική κρίση ίσως να οδηγήσει σε άμβλυνση των ανισοτήτων μεταξύ γενεών και ίσως, επίσης, σε μεγαλύτερη συσπείρωση, η οποία δεν θα βασίζεται σε σχέσεις εξουσίας.

Σύμφωνα με την πρώτη μου έρευνα, οι αναπαραστάσεις της δημοκρατίας συνδέονται περισσότερο με τον τρόπο που οι νέοι βλέπουν το μέλλον και την (οικονομική και κοινωνική) ένταξή τους, και λιγότερο με το κοινωνικό τους υπόβαθρο, τα έσοδα και τη μόρφωση του οικογενειακού περιβάλλοντός τους. Η δυνατότητα για δημοκρατία συνδέεται με τη δυνατότητα προσωπικής οικονομικής ανεξαρτησίας και, κατ’ επέκταση, ανεξαρτησίας από τους γονείς. Για όλους, η δημοκρατία αποτελείται από τρία βασικά συστατικά, τα οποία όμως ορίζονται και συνδυάζονται με διαφορετικούς τρόπους: ελευθερία, δικαιοσύνη και ισότητα.

Ο τρόπος που εννοούνται και συνδυάζονται τα στοιχεία της δημοκρατίας εξαρτάται από το αν οι νέοι βρίσκονται σε έναν τομέα τον οποίο θεωρούν ελπιδοφόρο ή όχι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όσοι σχετίζονται με τεχνικά επαγγέλματα, με τα Οικονομικά, την Πληροφορική και, ευρύτερα, με την τεχνολογία (από πολιτικούς μηχανικούς μέχρι χειριστές ιατρικών μηχανημάτων ή εργαζόμενους σε επιχείρηση που εμπορεύεται ανταλλακτικά αυτοκινήτων), μαζί με όσους σπουδάζουν Οικονομικά και Μάρκετινγκ, αισθάνονται περισσότερο αισιόδοξοι και επικεντρώνονται στην προσπάθεια οικονομικής ανεξαρτησίας, την οποία και θεωρούν εφικτή. Τα υπόλοιπα δύο τρίτα, που ασχολούνται με τις Κοινωνικές Επιστήμες, τις Τέχνες και τον Αθλητισμό, είναι ή πιστεύουν ότι θα είναι άνεργοι, καθώς και ότι η δυνατότητα οικονομικής ένταξης στην ελληνική κοινωνία είναι πολύ δύσκολη.

Τα δύο τρίτα των νέων με τους οποίους μίλησα βρίσκονται σε κατάσταση συγκρατημένης οργής, την οποία δεν ξέρουν πώς να εκφράσουν. Οι περισσότεροι (εκτός από μία μικρή μειονότητα) θεωρούν ότι τα πολιτικά κόμματα δεν αποτελούν διέξοδο και αισθάνονται ανίσχυροι στον δημόσιο βίο. Θεωρούν ότι η δημοκρατία καταπατείται με όσα συμβαίνουν στην πραγματικότητα, αλλά δεν βλέπουν πώς και με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να επέμβουν. Ακόμη και η βία –για όσους τη σκέφτονται– δεν φαίνεται να προσφέρει λύση. Επικρατεί ένα αίσθημα απογοήτευσης. Η δημοκρατία ως έννοια ξεπερνά, για την πλειονότητα, το πολιτικό σύστημα: είναι τρόπος ζωής, ήθος, και συνδέεται με το νόημα της ζωής.

Μετά το 2009, και κυρίως το 2010, η επαγγελματική ανασφάλεια επεκτείνεται σε όλους τους τομείς και πλέον η διαφορά εντοπίζεται ανάμεσα σε όσους προέρχονται από οικογένειες με περισσότερα οικονομικά μέσα: μεταξύ αυτών, όσοι έχουν επιλέξει κάποια συλλογική μορφή δράσης διαφοροποιούνται από όσους προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις εξελίξεις ατομικά ή μέσα από το οικογενειακό δίκτυο γνωριμιών (για να βρουν δουλειά, λόγου χάριν).

Το αίσθημα του θυμού εκφράζεται από την πλειονότητα στις τελευταίες συνεντεύξεις. Ωστόσο, αν θεωρήσουμε ότι η εξέλιξη αυτή είναι αναμενόμενη για τις συνεντεύξεις που έγιναν το 2010, όταν η οικονομική κρίση αρχίζει να γίνεται έντονα αισθητή, το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός ότι υπάρχει ομοιότητα με τις απόψεις που εκφράζονται μία δεκαετία νωρίτερα και αποκτούν τώρα πιο ακραίο χαρακτήρα.

Στις νεότερες συνεντεύξεις, η δημοκρατία εξακολουθεί να αναφέρεται ως αξία ή ιδανικό, αλλά αντί να περιγράφεται μέσα από τα «συστατικά της», περιγράφεται μέσα από τα «αντίθετά τους», τα οποία θεωρείται ότι ισχύουν στην πραγματικότητα: διαφθορά, αδιαφάνεια, έλλειψη ελευθερίας και, κυρίως, έλλειψη των συνθηκών που επιτρέπουν την άσκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Στις συνεντεύξεις του 2010, το μέλλον της δημοκρατίας στην Ελλάδα παρουσιάζεται αρκετά ζοφερό, με ορισμένους εικοσάχρονους να θεωρούν ότι τα σημερινά παιδιά δεν θα προλάβουν να ζήσουν έστω τη σημερινή «ατελή» δημοκρατία.

Επίσης, μία κατηγορία νέων που ανήκει ιδεολογικά στον «αντιεξουσιαστικό χώρο» θεωρεί ότι η έννοια της αναρχίας έρχεται να αντικαταστήσει ως κάτι το επιθυμητό την έννοια της δημοκρατίας, περιγράφοντας όμως μια κατάσταση την οποία, ως ερευνήτρια, αναγνωρίζω ως συμμετοχική ή άμεση μορφή δημοκρατίας. Στην περίπτωση αυτή, ο όρος δημοκρατία ταυτίζεται με το αντιπροσωπευτικό σύστημα, το οποίο θεωρείται κατακριτέο. Πολιτικά υποκείμενα, όπως οι αντιεξουσιαστές και η Χρυσή Αυγή, είναι παρόντα στον λόγο όλων των συμμετεχόντων μετά το 2009. Όλοι έχουν φίλους ή γνωστούς που ανήκουν σε αυτές τις ομάδες και συζητούν για τον ρόλο της βίας στον δημόσιο βίο. Βρίσκονται, στην πλειονότητά τους έξω από το κοινοβουλευτικό σύστημα και είναι πιο έτοιμοι να δράσουν και να δείξουν την οργή τους, έστω και αν δεν πιστεύουν στη δυνατότητα αλλαγής προς το καλύτερο.

Η πιο ολιγομελής ομάδα των συμμετεχόντων που ανήκουν σε πιο εύπορες κοινωνικές ομάδες εμφανίζεται απαισιόδοξη, αλλά χαρακτηρίζεται από ένα μείγμα χιούμορ και κυνισμού. Η δημοκρατία ως κουλτούρα, ως τρόπος ζωής και στοιχείο της προσωπικότητας είναι και πάλι παρούσα, στο ζευγάρι, στην ερωτική ζωή, στον τρόπο συμπεριφοράς, ξεπερνώντας το πολιτικό σύστημα. Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας παρουσιάζεται στον λόγο αρκετών ως αντίθετη προς τις αξίες της δημοκρατίας ή, για άλλους, προς το κοινό καλό. Παράλληλα, υπάρχει μεγαλύτερος αριθμός νέων που είναι ενεργοί στον δημόσιο χώρο, συμμετέχοντας σε συλλόγους ή προσφέροντας εθελοντική εργασία στην τοπική κοινωνία που ανήκουν, και απέχουν από κομματικές ταυτότητες.

Μία άλλη σημαντική διαφορά που συναντάμε στους νέους του 2010 είναι η σημασία του διαδικτύου, η οποία δεν ήταν τόσο αισθητή στις αρχές του 2000. Η εξοικείωση με το διαδίκτυο και η συμμετοχή σε κοινωνικά δίκτυα έχουν ανοίξει νέες δυνατότητες συμμετοχής σε έναν ποιοτικά διαφορετικό δημόσιο χώρο, ενώ επίσης έχουν προσφέρει διεξόδους για το αίσθημα της αναποτελεσματικότητας, χωρίς ωστόσο να δίνουν λύσεις στα προβλήματα που έχω αναφέρει. Η δυνατότητα έκφρασης και επικοινωνίας, δημιουργίας και συμμετοχής σε νέου τύπου ομάδες, η οποία παρέχεται μέσα από τις νέες τεχνολογίες, ίσως έχει δώσει ένα αίσθημα αποτελεσματικότητας στους νέους μετά το 2008 και το 2010. Ίσως επίσης να έχει συνεισφέρει στη μεγαλύτερη ετοιμότητα για δράση που μπορεί να μεταφράζεται στην έκφραση διαμαρτυρίας ή στη συμμετοχή σε τοπικούς συλλόγους ή ομάδες διαφορετικές από τα πολιτικά κόμματα (Magioglou, 2012).

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο παραμένει το γεγονός ότι οι νέοι που ανήκουν σε αυτές τις γενιές έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν τη δημοκρατία ή την επιθυμητή κοινωνία και με τρόπους διαφορετικούς από αυτούς του κυρίαρχου πολιτικού λόγου και της Πολιτικής Επιστήμης. Η εξέγερση του Δεκεμβρίου του 2008 γίνεται κατανοητή μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές


(H δρ Θάλεια Μαγιόγλου είναι διευθύντρια του Προγράμματος Πολιτικής Ψυχολογίας στο Maison des Sciences de l’Homme de Paris.)
 

Κορυφή της σελίδας

[1] Για μια εκτενέστερη ανάλυση των ερευνητικών πορισμάτων της συγγραφέως, βλ. Θάλεια Μαγιόγλου, «Οι νέοι Έλληνες και η δημοκρατία με τη ματιά της κοινωνιακής πολιτικής ψυχολογίας: δημιουργία θεωρητικού μοντέλου βασισμένου σε διαχρονική έρευνα» στον υπό έκδοση τόμο: Α.-I. Δ. Μεταξάς (επιμ.), Πολιτική Επιστήμη: Διαθεματική και συγχρονική προσέγγιση της πολιτικής πράξης (Αθήνα, Ι. Σιδέρης).