Αλήθεια και Ψέματα: Η Αλήθεια στην Τραγωδία
ΓΡΑΦΕΙ Η ΛΗΔΑ ΜΠΟΥΖΑΛΗ
Αριστερά ο Daniel Mendelsohn και δεξιά ο Simon Critchley
Αριστερά ο Daniel Mendelsohn και δεξιά ο Simon Critchley
   

Η αναζήτηση της αλήθειας στην αρχαία ελληνική τραγωδία ήταν το θέμα της συζήτησης που διοργανώθηκε στις 8 Νοεμβρίου 2011 από το θυγατρικό Ίδρυμα Ωνάση της Νέας Υόρκης, στο πλαίσιο του κύκλου συζητήσεων με θέμα «Αλήθεια (και Ψέματα)» [«On Truth (and Lies)»] (βλ. ΑΩ 55). Ο συντονιστής του κύκλου και κεντρικός ομιλητής Simon Critchley, καθηγητής Φιλοσοφίας στο New School της Νέας Υόρκης, συνομίλησε αυτήν τη φορά με τον Daniel Mendelsohn, βραβευμένο συγγραφέα με σπουδές Κλασικής Φιλολογίας, κριτικό σε περιοδικά όπως το The New Yorker και το The New York Review of Books, αρθρογράφο στο The New York Times Magazine, το Newsweek, το Esquire κ.ά., καθώς και μεταφραστή, μεταξύ άλλων, της ποίησης του Κ. Καβάφη. Θυμίζουμε ότι, στο πλαίσιο αυτής της σειράς συζητήσεων, ο Simon Critchley συνομιλεί με διακεκριμένους διανοητές από τους χώρους των επιστημών, της λογοτεχνίας, της πολιτικής, της θρησκείας κ.λπ.

Στην αρχική του τοποθέτηση, ο καθηγητής Critchley τόνισε ότι η σύγχρονη εποχή διακατέχεται από εμμονή σε σχέση με την έννοια της Αλήθειας, αλλά ταυτόχρονα το ψεύδος είναι διάχυτο τόσο στον πολιτικό βίο όσο και στην καθημερινή ζωή, σε βαθμό, μάλιστα, ώστε θα μπορούσε κανείς να περιγράψει τον δυτικό πολιτισμό ως «Πολιτισμό του Πινόκιο». «Ο ελληνικός όρος αλήθεια [στερητικό «α-» και «λήθη»]1 περιέχει την έννοια της λήθης, της λησμονιάς», σημείωσε ο Simon Critchley. «Αποτελεί μια προσωπική έννοια που έχει ως αφετηρία της μιαν άρνηση: η αλήθεια περιέχει κάτι το οποίο έχει χαθεί. Αποκαλύπτεται κάτι, το οποίο ήταν χαμένο».

Αφετηρία του όλου προβληματισμού αποτέλεσε το βιβλίο του Daniel Mendelsohn The Lost: A Search for Six of Six Million (2008), στο οποίο ο συγγραφέας περιγράφει την πενταετή περίοδο που αφιέρωσε στην αναζήτηση της τύχης συγγενών του και θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Το βιβλίο του Mendelsohn αποτελεί μιαν ανελέητη αναζήτηση της αλήθειας ώς την τελευταία λεπτομέρεια. Η συζήτηση ξεκίνησε, λοιπόν, εξετάζοντας την έννοια της αλήθειας σε σχέση με τη βιογραφία και με την ιστορική αλήθεια.

«Το νόημα του βιβλίου», είπε ο καθηγητής Critchley, «είναι ότι οι άνθρωποι δεν αποτελούν στατιστικά δεδομένα∙ όλοι έχουν μια μοναδική και αναντικατάστατη ταυτότητα. Η ζωή δεν είναι μια συναισθηματική, χολιγουντιανή ταινία, όπου ξαφνικά αποκαλύπτονται τα πάντα για τον ήρωα. Αυτή είναι μια προβληματική πλευρά της σύγχρονης κουλτούρας. Αφού όλοι έχουν την προσωπική τους ταυτότητα, δεν μπορούμε να “γίνουμε” εκείνοι, δεν μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί τους». 

«Ένας λόγος που μελέτησα τους αρχαίους Έλληνες, καθώς και ο λόγος που αγαπώ την τραγωδία, είναι ότι είναι σκληρή», σχολίασε ο Daniel Mendelsohn. «Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν τόσο συναισθηματικοί. Η τραγωδία είναι τραγωδία επειδή η ζωή είναι σκληρή, δεν έχει “happy end”, κι αυτό οι αρχαίοι το καταλάβαιναν». 

«Οι τραγωδίες συχνά αναφέρονται σε ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση εξαιρετικής οδύνης, έντονου θρήνου», είπε ο Simon Critchley και ανέφερε ως βασικό παράδειγμα την Αντιγόνη, όπου η ηρωίδα θεωρεί πως, αφού δεν μπορεί να θρηνήσει τον αδελφό της όπως του πρέπει, η ζωή της δεν έχει νόημα. Σε ποιο βαθμό, αναρωτήθηκε ο Αμερικανός καθηγητής, γίνεται «ανθυγιεινή» αυτή η εμμονή με το παρελθόν;

«Η Αντιγόνη», παρατήρησε ο Daniel Mendelsohn, «αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου ο οποίος έχει “παγώσει” λόγω κάποιου τραύματος και δεν μπορεί να κινηθεί στον κόσμο των ζωντανών. Υπάρχει ένας εξαιρετικός στίχος όπου η Ισμήνη λέει στην αδελφή της: “Έχεις καρδιά ζεστή για πράγματα κρύα” [«Θερμὴν ἐπὶ ψυχροῖσι καρδίαν ἔχεις»]. Πάντα πίστευα πως το σπουδαίο πρόσωπο σε αυτή την τραγωδία είναι η Ισμήνη, γιατί θέλει να συμβιβάσει τις καταστάσεις και να προστατεύσει τον εαυτό της. Οι περισσότεροι άνθρωποι μοιάζουμε με την Ισμήνη· δεν είμαστε ήρωες ελληνικής τραγωδίας. Η Αντιγόνη θα λέγαμε πως αντιπροσωπεύει έναν διαλογισμό γύρω από την έννοια του τραγικού ήρωα: είναι ένας άνθρωπος απόλυτα αφοσιωμένος στο πείσμα του και, όπως ξέρουμε, οι πεισματάρηδες δεν ...προκόβουν». 

Μεγάλο μέρος της τραγωδίας, σύμφωνα με τον Daniel Mendelsohn, διαπραγματεύεται καταστάσεις όπου κάποιος είναι φυλακισμένος στο παρελθόν και προσπαθεί να δραπετεύσει. Η ιδέα δεν είναι πρωτότυπη, ωστόσο είναι βαθιά ψυχολογική. Στις οικογένειες υπάρχουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα από γενιά σε γενιά, από τα οποία ο ήρωας προσπαθεί να δραπετεύσει, όπως για παράδειγμα στον κύκλο της Ορέστειας. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το μοτίβο της διαχρονικής κατάρας που υπάρχει στην ελληνική μυθολογία, στοιχείο υπερφυσικό. Αλλά και στη σύγχρονη εποχή υπάρχουν μοτίβα που περνούν από τη μία γενιά στην άλλη, μοτίβα που δεν είναι «υγιή» και που οι άνθρωποι καλούνται να τα ανατρέψουν. 

«Η Ορέστεια», είπε ο Daniel Mendelsohn, «αφορά το “σπάσιμο” ενός κύκλου που διαρκεί πολλές γενιές, ενώ ως άλλο παράδειγμα μπορώ να αναφέρω τον Οιδίποδα, που και αυτός είναι θύμα του παρελθόντος, μιας κατάρας, επί της οποίας δεν έχει κανέναν έλεγχο. Το τραγικό στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι το άτομο προσπαθεί να κάνει το σωστό, αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει από την τρομερή του μοίρα».

«Αντίθετα», συνέχισε, «εμείς οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουμε τον θάνατο με φρίκη, πιστεύουμε ότι “είναι στο χέρι μας” να τον αποφύγουμε. Αυτό που μου αρέσει στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό είναι πως θεωρεί αφετηρία το γεγονός του αναπόφευκτου θανάτου. Ο άνθρωπος είναι συμφιλιωμένος με την ιδέα, και τούτο καθιστά τον ελληνικό πολιτισμό πιο υγιή. Για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπάρχει μια θαυμάσια μεταθανάτια ζωή. Μεγάλο μέρος της τραγωδίας αφορά αυτήν ακριβώς την αλήθεια: τα χειρότερα που μπορούν να συμβούν στη ζωή και το πώς θα τα αντιμετωπίσει ο άνθρωπος».

«Θεωρώ τον Οιδίποδα», συμπλήρωσε ο Daniel Mendelsohn, «το σπουδαιότερο κείμενο του δυτικού πολιτισμού όσον αφορά την έννοια της αυτογνωσίας: η ανελέητη αναζήτηση της αλήθειας για την ταυτότητά του, ακόμη και όταν αρχίζει να γίνεται σαφές πως η απάντηση θα είναι τρομερή, φανερώνει το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού σε σχέση με την αλήθεια. Αξίζει και είναι απαραίτητο να γνωρίζεις τον εαυτό σου. Ας θυμηθούμε την επιγραφή ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ στους Δελφούς: γνωρίζω τον εαυτό μου, έστω και αν αυτό σημαίνει ότι θα υποφέρω».

Στη συνέχεια, ο Simon Critchley αναφέρθηκε στο βιβλίο του Daniel Mendelsohn Gender and the City in Euripides’ Political Plays, το οποίο αποτελεί μελέτη δύο έργων του μεγάλου τραγικού, των Ηρακλειδών και των Ικετίδων, έργων πολιτικών, αλλά ταυτόχρονα με έντονο συναισθηματικό χαρακτήρα και με έμφαση στον γυναικείο θρήνο. Ιδιαίτερα τόνισε ο καθηγητής Critchley τη σημασία των γυναικείων ρόλων στα έργα του Ευριπίδη. Στην αρχαία Ελλάδα, όπως είπε, η θέση της γυναίκας ήταν ξεκάθαρη, αλλά σε αρκετά έργα του Ευριπίδη γίνεται αντιστροφή της ισχύος των δύο φύλων, όπως για παράδειγμα στη Μήδεια. «Το φύλο και η πόλις αποτελούν κεντρικό στοιχείο στα πολιτικά έργα του Ευριπίδη», είπε ο Simon Critchley. «Αμφιταλάντευση, σύγκρουση, ισορροπία, διαπραγμάτευση: αυτά τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα παρέχουν στα έργα του όχι μόνο το θέμα το οποίο πραγματεύονται αλλά και τη δομή τους: από τη σύγκρουση και την αντίθεση καταλήγουμε στην απάντηση». Όπως τόνισε ο Αμερικανός καθηγητής, στο αρχαίο ελληνικό θέατρο παρακολουθούμε σκηνές μεγάλων συγκρούσεων, όπου η ηθική, το καλό και το κακό ταλαντεύονται ανάμεσα σε δύο άκρα, ενώ ο θεατής βρίσκεται στο μέσο μιας διαπραγμάτευσης. «Τι πιστεύετε ότι μας διδάσκει αυτό, καθώς η δική μας κουλτούρα μάς υπαγορεύει πως υπάρχει μόνο μία εκδοχή της αλήθειας και πως η επιστήμη μπορεί να μας δώσει την κατάλληλη θεωρία για το σύνολο των πραγμάτων;» ρώτησε ο Simon Citchley τον συνομιλητή του.

«Εάν έπρεπε να περιγράψω το στοιχείο που καθιστά την τραγωδία τραγική, θα έλεγα ότι είναι ακριβώς το ότι περιέχει δυο αλληλοσυγκρουόμενες θεωρήσεις της αλήθειας», απάντησε ο Daniel Mendelsohn. «Ούτε η Αντιγόνη έχει απόλυτο δίκιο ούτε ο Κρέοντας απόλυτο άδικο. Αυτό θα ήταν μελόδραμα. Η Αντιγόνη είναι τραγωδία γιατί ο Κρέοντας έχει δίκιο –η πόλη, η διακυβέρνησή της και η τήρηση της σωστής λειτουργίας της είναι σημαντικές–, αλλά ταυτόχρονα και η Αντιγόνη έχει δίκιο – η οικογένεια, οι υποχρεώσεις απέναντι στον οίκο και το άτομο, καθώς και η θρησκεία έχουν επίσης μεγάλη σημασία. Οι δύο πλευρές δεν μπορούν να έλθουν σε συμβιβασμό. Αυτό καθιστά την αληθινή τραγωδία σπουδαία και ικανοποιητική».

«Ο Ηρόδοτος, στις Ιστορίες του», συνέχισε ο Daniel Mendelsohn, «αναφέρεται σε έναν Πέρση κατάσκοπο ο οποίος, επιστρέφοντας από την Αθήνα, περιγράφει την Αγορά ως έναν τόπο στο κέντρο της πόλης όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονται και λένε ψέματα! Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι δυο σπουδαίοι θεσμοί της αθηναϊκής πολιτείας, η Εκκλησία του Δήμου και το θέατρο, είναι παρόμοιοι, δηλαδή μεγάλοι χώροι όπου οι άνθρωποι εκφωνούν λόγους, και το κοινό καλείται να σκεφτεί και να αποφασίσει σχετικά με τα όσα άκουσε. Στην τραγωδία η αλήθεια αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, και αυτό είναι το στοιχείο που την καθιστά τόσο ενδιαφέρουσα. Στη ζωή, η αλήθεια μπορεί να μην είναι διαπραγματεύσιμη, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα επιλέξει κάποιος να ζήσει είναι· στην αληθινή ζωή δεν υπάρχει απλώς “happy end”. Στις πολιτικές συγκεντρώσεις των αρχαίων χρόνων υπήρχαν αντιπαραθέσεις, γι’ αυτό και η ρητορική θεωρείτο τόσο σημαντική· η πειθώ ήταν απαραίτητη. Οι σύγχρονοι πολιτικοί απλώς διαβάζουν τις κάρτες που προβάλλονται στο autocue. H συζήτηση, η εποικοδομητική αντιπαράθεση, είναι το αίμα του πολιτισμού. Επομένως, η τραγωδία είναι πολιτική και βαθιά δημοκρατική. Οι Έλληνες, λαός εξαιρετικά φιλόδικος, αγαπούσαν το θέατρο γιατί έμοιαζε με το δικαστήριο· αγαπούσαν την αντιπαράθεση. Μια δίκη είναι ακριβώς μια ανταλλαγή αντικρουόμενων απόψεων για το τι είναι σωστό, και η τραγωδία είναι ο ιδανικός χώρος για την αναζήτηση της λύσης». 

Ο Simon Critchley, από την πλευρά του, επεσήμανε ότι ζούμε σε κοινωνίες «ψευδοσυγκρούσεων», όπου υποτίθεται πως υπάρχει πλουραλισμός ιδεών, ενώ στην πραγματικότητα οι άνθρωποι είναι προσκολλημένοι με πάθος στην ίδια ιδέα περί αλήθειας. Ο Daniel Mendelsohn ανέφερε ως σχετικό παράδειγμα το «debate» των υποψηφίων στις εκάστοτε αμερικανικές εκλογές, όπου δεν γίνεται ουσιαστική ανταλλαγή επιχειρημάτων, αλλά χρονομετρημένη παράθεση των δύο απόψεων. «Το εντυπωσιακό είναι ότι, 2.500 χρόνια μετά, ο Σοφοκλής εξακολουθεί να μας μιλά και να είναι επίκαιρος. Έχει διαχρονικό νόημα», παρατήρησε ο Mendelsohn, επισημαίνοντας ακολούθως πως πολλά έχουν αλλάξει σε σχέση με την αρχαία εποχή. Οι σύγχρονοι θεατές πηγαίνουν στο θέατρο (π.χ. στο Μπρόντγουεϊ), πληρώνουν ένα ακριβό εισιτήριο, παρακολουθούν την παράσταση της Αντιγόνης και, ύστερα, σε ένα εστιατόριο, συζητούν για την παράσταση. Οι αρχαίοι Έλληνες ξεκινούσαν για το θέατρο τα χαράματα, ακολουθούσαν μια σειρά από τελετουργίες, έβλεπαν τα λάφυρα των πολέμων, διακεκριμένοι πολίτες τύγχαναν τιμών από την πόλη, τα ορφανά των πεσόντων στον πόλεμο έκαναν παρέλαση στο θέατρο, και ύστερα ξεκινούσε η παράσταση. Η αντιπαράθεση της Αντιγόνης με την εξουσία αποκτούσε τότε διαφορετική βαρύτητα και σημασία. 

«Μια Πολωνέζα επιζήσασα του Ολοκαυτώματος», είπε ο Daniel Mendelsohn, «μου εκμυστηρεύτηκε πως το πρώτο πράγμα που έκαναν αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, προσπαθώντας να μαζέψουν τα συντρίμμια της ζωής τους, ήταν να ανεβάσουν μια παράσταση της Αντιγόνης στα πολωνικά. Η σημασία είναι πολλαπλή: είμαστε θνητοί και τα έργα των τραγικών ποιητών είναι δημιουργήματα θνητών ανθρώπων. Αυτό είναι που μας συνδέει με το παρελθόν. Είναι έργα διαχρονικά, αυθεντικά, που μας αγγίζουν ακόμη». Ως άλλο σχετικό παράδειγμα, ο Simon Critchley ανέφερε την παράσταση της Αντιγόνης που ανέβηκε στο Robben Island κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του Nelson Mandela, ο οποίος και έπαιξε τον ρόλο του Κρέοντα. «Υπό τέτοιες συνθήκες κράτησης, σε εκείνο το πλαίσιο, εκείνη την εποχή, η παράσταση ήταν γεγονός εκπληκτικό», σημείωσε ο Simon Critchley. Αντίστοιχα σημαντικό ήταν και το ανέβασμα της Αντιγόνης από τον Brecht στο μεταπολεμικό Βερολίνο.

Τι μπορεί να μας διδάξει η τραγωδία για την κρίση στην Ευρώπη; «Αυτό που μας διδάσκει η τραγωδία», κατέληξε ο Daniel Mendelsohn, «είναι πως δεν υπάρχουν πράξεις χωρίς συνέπειες. Εμείς, οι σύγχρονοι πολίτες μπορεί να νομίζουμε ότι γλιτώσαμε. Όμως κανείς δεν μπορεί να ξεγελάσει τη μοίρα, τη ζωή…» Κορυφή της σελίδας

1. Βλ. Γ. Μπαμπινιώτης, «Κείμενα για τη γλώσσα και τα λεξικά», Το Βήμα, 6 Δεκεμβρίου 1998· επίσης, του ίδιου, «Ετυμολογία: Η αλήθεια των λέξεων», Το Βήμα, 2 Φεβρουαρίου 2003.