Αλήθεια και Ψέματα
ΓΡΑΦΕΙ Η ΛΗΔΑ ΜΠΟΥΖΑΛΗ

Μια νέα σειρά συζητήσεων, με θέμα «Αλήθεια (και Ψέματα)» [«On Truth (and Lies)»], εγκαινίασε το θυγατρικό Ίδρυμα Ωνάση της Νέας Υόρκης. Κεντρικός ομιλητής και συντονιστής των συζητήσεων, ο Simon Critchley, καθηγητής Φιλοσοφίας στην Έδρα Hans Jonas του New School for Social Research της Νέας Υόρκης, ο οποίος συνομιλεί με διακεκριμένους διανοητές από τους χώρους των επιστημών, της λογοτεχνίας, της πολιτικής, της θρησκείας κ.λπ.

Σε έναν κόσμο στον οποίο εμφανίζονται καθημερινά όλο και περισσότεροι «κάτοχοι» της αλήθειας, φαίνεται πως τα λεπτά όρια που διαχωρίζουν τη γνώση από την πληροφόρηση, την ουσία από την πιθανότητα, την αλήθεια από το ψέμα, είναι πιο διαπερατά από ποτέ άλλοτε. Ζούμε άραγε σε μια εποχή που έχει υπερβεί την αλήθεια, μια εποχή κατά την οποία η ενασχόληση με την αλήθεια είναι πλέον παρωχημένη και άρα θα πρέπει να εγκαταλειφθεί; Ή μήπως, πάλι, η σημερινή αβεβαιότητα καθιστά ακόμη πιο επιτακτική για εμάς την ενασχόληση με την αλήθεια και την κατάκτησή της; Ερωτήματα αυτού του είδους καλούνται να απαντήσουν οι προσκεκλημένοι στις συζητήσεις που διοργανώνει το θυγατρικό Ίδρυμα Ωνάση.

Η πρώτη εκδήλωση του κύκλου πραγματοποιήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 2011 στο αίθριο του Ολυμπιακού Πύργου στο Μανχάταν. Θέμα της συζήτησης: «Μπορούμε να πιστεύουμε όσα διαβάζουμε, και Είναι ποτέ ηθικό να λέμε ψέματα;». Συνομιλητές του καθηγητή Critchley ήταν ο Peter Catapano, αρθρογράφος της ηλεκτρονικής έκδοσης των New York Times, και ο Jean-Michel Rabaté, καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβανίας.

«Ζούμε σε καιρούς κρίσης, αμφιβολίας και αβεβαιότητας. Πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα ανακαλύπτουμε πως δεν ισχύουν· πως είναι ψέματα. Ζούμε σε μια εποχή ψευδαισθήσεων». 

«Βιώνουμε ένα παράδοξο», είπε ξεκινώντας την τοποθέτησή του ο καθηγητής Critchley. «Διαρκώς λέμε ψέματα παρότι ζούμε σε κοινωνίες οι οποίες διακατέχονται από εμμονή για την αλήθεια. Ζούμε σε καιρούς κρίσης, αμφιβολίας και αβεβαιότητας. Πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα ανακαλύπτουμε πως δεν ισχύουν· πως είναι ψέματα. Ζούμε σε μια ψηφιακή εποχή, εποχή της κουλτούρας “Matrix”, εποχή ψευδαισθήσεων». «Πώς αντιμετωπίζει τα δεδομένα αυτά η δημοσιογραφία, τομέας που κατεξοχήν ασχολείται με την καταγραφή των γεγονότων;» ρώτησε ο καθηγητής Critchley τον δημοσιογράφο Peter Catapano. 

Η δημοσιογραφία έχει αλλάξει τα τελευταία δέκα χρόνια», παρατήρησε ο αρθρογράφος των New York Times. «Χάρις στις ψηφιακές ευκολίες, περιλαμβάνει πολύ περισσότερες πηγές, γνώμες, φωνές, ενώ επίσης πολύ περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν και συμμετέχουν στη διαδικασία καταγραφής και σχολιασμού της επικαιρότητας – μέσα από τις προσωπικές ιστοσελίδες τους και τα blogs, για παράδειγμα. Συχνά λέμε πως η αναζήτηση της αλήθειας γίνεται καλύτερα μέσα από ομάδες. Σήμερα η ομάδα είναι παρά πολύ μεγάλη. Ως εκ τούτου, η διαδικασία είναι πιο περίπλοκη. Εξακολουθεί όμως να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση».

Σύμφωνα με τον Simon Critchley, τα όρια μεταξύ της γνώμης και της είδησης έχουν μετατοπιστεί και, συνεπώς, ο διαχωρισμός των δύο είναι δυσκολότερος. Στις εφημερίδες πρέπει να υπάρχει σαφής διαχωρισμός, τόνισε ο Peter Catapano, και η διάκριση θα πρέπει να προκύπτει από τους τίτλους και τις βινιέτες των σελίδων. Η διαδικασία του ρεπορτάζ έχει εμπλουτιστεί με την πάροδο των ετών, οδηγώντας σε μια βαθύτερη αναζήτηση των γεγονότων, πρακτική την οποία ορισμένοι παρερμηνεύουν ως έκφραση γνώμης. «Ομολογουμένως», συνέχισε ο Peter Catapano, «συχνά γίνεται σύγχυση μεταξύ των δύο, αλλά στη σημερινή εποχή της κρίσης, του ανταγωνισμού των πολιτικών κομμάτων και των κοινωνικών τάξεων, αυτό το φόρουμ απόψεων έχει αναδειχθεί σε κυρίαρχο παράγοντα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Οι έντυπες και ηλεκτρονικές εκδόσεις των εφημερίδων περιέχουν πολλές διαφορετικές γνώμες ανθρώπων, οι οποίες συχνά εκφράζονται με μεγάλη μαχητικότητα. Υπάρχει κίνδυνος; Όχι, εφόσον τηρείται η απαραίτητη προϋπόθεση, δηλαδή κάθε γνώμη που δημοσιεύεται σε μια έγκυρη εφημερίδα να έχει αντικειμενική βάση».

Στη συνέχεια, ο Simon Critchley έθεσε το θέμα της σχέσης μεταξύ της αλήθειας και της εμπιστοσύνης (truth – trust): «“Εάν ενδιαφέρεσαι για την αλήθεια”, έλεγε ένας καθηγητής μου, “διάβασε τον τηλεφωνικό κατάλογο”. H ίδια η αγγλική λέξη “truth” προέρχεται από τη γερμανική λέξη “Treue”, η οποία δηλώνει την “πίστη”, την “αφοσίωση”, ιδίως στο πλαίσιο μιας σχέσης. Επομένως, η έννοια της αλήθειας σχετίζεται με την έννοια της εμπιστοσύνης. Επιλέγουμε να διαβάζουμε μια συγκεκριμένη εφημερίδα επειδή την εμπιστευόμαστε».

«Υπάρχουν στοιχεία συμφωνίας στην έννοια της αλήθειας», παρατήρησε ο Peter Catapano. «Για να υπάρξει αλήθεια καταρχήν πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι. Εάν την αλήθεια που γνωρίζω δεν μπορώ να τη μεταδώσω σε άλλους ανθρώπους, εάν δεν μπορώ να τους κάνω να συμφωνήσουν μαζί μου, τότε είναι σαν να μην υπάρχει. Στον χώρο των ΜΜΕ έχουμε την ευθύνη να είμαστε όσο πιο αξιόπιστοι γίνεται. Διατηρούμε κοινές παραδοχές για τον κόσμο και για την πραγματικότητα, αλλά και για το τι είναι σημαντικό. Το γεγονός ότι όλοι οι εχέφρονες, νοήμονες άνθρωποι συμφωνούμε να λειτουργούμε σε τούτον τον κόσμο και να επικοινωνούμε μεταξύ μας συνεπάγεται ότι εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον. Ο κίνδυνος για τη δημοσιογραφία προκύπτει όταν αίρεται αυτή η εμπιστοσύνη».

«Μήπως τότε παραδεχόμαστε ότι υπάρχουν αλήθειες που απευθύνονται σε διαφορετικές ομάδες πληθυσμού, εφόσον κάθε μέσο ενημέρωσης έχει το δικό του είδος κοινού;» έθεσε το ερώτημα ο καθηγητής Critchley. «Μια διαδικασία που εμπλέκει ομάδες οι οποίες απαρτίζονται από εκατομμύρια ανθρώπους είναι σίγουρα περίπλοκη», απάντησε ο Peter Catapano. «Αποδεχόμαστε, όμως, ότι οι συντάκτες που εργάζονται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία εντύπων είναι αξιόπιστοι. Δεν θα πρέπει, εντούτοις, να επιρρίπτουμε την ευθύνη αποκλειστικά και μόνο στον δημοσιογράφο, παραλείποντας την ευθύνη του αναγνώστη. Η κριτική προσέγγιση είναι εξαιρετικά σημαντική για όλους μας, ειδικά στη σημερινή εποχή, κατά την οποία οι πληροφορίες μάς έρχονται “καυτές” και ανεπεξέργαστες από παντού. Εμείς οι ίδιοι, ως αναγνώστες, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί απέναντι σε όσα διαβάζουμε και να μάθουμε, κατά την επεξεργασία των πληροφοριών, να ξεχωρίζουμε τι είναι αλήθεια και τι όχι – εφόσον, βεβαίως, είμαστε σε θέση να τις κατανοούμε. Η ευθύνη, λοιπόν, είναι κοινή», κατέληξε ο δημοσιογράφος των New York Times.

Στη συνέχεια, ο καθηγητής Critchley αναφέρθηκε στο βιβλίο του Jean-Michel Rabaté με τίτλο The Ethics of the Lie [Η Ηθική του Ψεύδους], το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2008 από τις εκδόσεις The Other Press. Το βιβλίο ξεκινά με ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Flaubert Madame Bovary, όπου η ηρωίδα δηλώνει πως «...όλα ήταν ψέματα». Αυτήν τη δήλωση, την οποία ακούμε συχνά και σήμερα, έθεσε ως αφετηρία προβληματισμού ο Simon Critchley.

«Υπάρχει καχυποψία στην κοινή γνώμη, καθώς και η πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε ούτε καν τα ίδια τα αντικειμενικά γεγονότα».

«Όποιος ασχολείται με το ζήτημα του ψεύδους γίνεται και ο ίδιος κάπως ύποπτος στα μάτια του κοινού», επεσήμανε ο καθηγητής Rabaté, «διότι βρίσκεται τότε στη δύσκολη θέση να πρέπει να δηλώσει σαφώς ποια είναι η αλήθεια και ποια τα ψέματα. Σε ένα συνέδριο όπου συμμετείχα με πλησίασε κάποιος και, δείχνοντάς μου το βιβλίο μου, μου είπε: “Μην τον ακούτε αυτόν, είναι ψεύτης”. Όποιος, λοιπόν, γράφει για το ψεύδος γίνεται αυτομάτως και ο ίδιος ψεύτης». Η άποψη πως «Όλα είναι ψέματα» κυριαρχεί σε περιπτώσεις άκρατου κυνισμού, παράνοιας ή, επίσης, σε περιπτώσεις συνωμοσιολογίας, ανέφερε ο Jean-Michel Rabaté, φέρνοντας ως παράδειγμα την άποψη που έχει εκφραστεί σχετικά με τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, άποψη σύμφωνα με την οποία για την καταστροφή των Δίδυμων Πύργων ευθύνεται η CIA. «Υπάρχει καχυποψία στην κοινή γνώμη, καθώς και η πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε ούτε καν τα ίδια τα αντικειμενικά γεγονότα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πάρει τη σκυτάλη η φιλοσοφία. Προσωπικά, εμπιστεύομαι τους New York Times και θα θύμωνα πολύ εάν διαπίστωνα πως τα πράγματα που μου παρουσιάζει η εφημερίδα δεν ισχύουν», τόνισε ο καθηγητής Rabaté.

Ακολούθως, αναφέρθηκε στην περίπτωση του Eugène Jolas, Γαλλογερμανοαμερικανού δημοσιογράφου και διευθυντή περιοδικών στο Σικάγο και το Παρίσι, ο οποίος το 1945 ανέλαβε τον «αποναζισμό» των γερμανικών εφημερίδων. Έπρεπε να εισαγάγει στον γερμανικό Τύπο την ιδέα της αντικειμενικής δημοσιογραφίας, σε μια εποχή κατά την οποία κυριαρχούσε η προπαγάνδα. Στο υπόβαθρο βρισκόταν και η κυρίαρχη φιλοσοφική τάση στη Γερμανία, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν γεγονότα ανεξάρτητα από τις θεωρίες στις οποίες εδράζονται. «Σήμερα τείνουμε να πιστεύουμε πως υποπίπτουν στην αντίληψή μας πάρα πολλά γεγονότα, τα οποία δεν ξέρουμε πώς να αξιολογήσουμε και να κατατάξουμε», είπε ο καθηγητής Rabaté. «Τι ορίζεται, όμως, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός; Με τέτοιου είδους ερωτήματα ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι». 

«Η περίπτωση του γερμανικού Τύπου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα», σχολίασε ο Simon Critchley. «Ο Hegel είπε κάποτε πως η ανάγνωση της εφημερίδας είναι η πρωινή προσευχή, η πρωινή “θρησκευτική” δραστηριότητα, του άθεου. Υπάρχει μια βαθιά αλήθεια σε αυτήν τη δήλωση. Πού αποδίδετε, όμως, την τάση πολλών να ισχυρίζονται πως όλα είναι ψέματα;»

Σύμφωνα με τον Jean-Michel Rabaté, η φράση αυτή αποτελεί στερεότυπο: ισχύει τόσο στην Ευρώπη, όπου η κοινή γνώμη εμφανίζεται περισσότερο κυνική, όσο όμως και στην Αμερική, όπου επικρατεί η «κουλτούρα της ειλικρίνειας». Συγκρίνοντας τη στάση Ευρωπαίων και Αμερικανών απέναντι στο ψέμα (και αντλώντας παραδείγματα από πρόσφατα πολιτικά σκάνδαλα, όπως το σκάνδαλο Lewinski, η περίπτωση Strauss-Kahn και η συμπεριφορά του Berlusconi στην Ιταλία), διαπίστωσε ότι υπάρχει πράγματι χάσμα μεταξύ των δύο ηπείρων όσον αφορά την ανεκτικότητα της κοινής γνώμης και τον διαχωρισμό μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου των πολιτικών. «Αναρωτιέμαι, πάντως», συμπλήρωσε ο καθηγητής Rabaté, «μήπως πλέον επικρατεί ένας γενικότερος σκεπτικισμός, ως παγκόσμιο φαινόμενο, και δεν εμπιστευόμαστε κανέναν – ιδίως τους πολιτικούς ηγέτες».

Ως τελευταίο ζήτημα προβληματισμού ο Simon Critchley έθεσε τα επονομαζόμενα «κατά συνθήκη ψεύδη». Ο καθηγητής Rabaté παρέπεμψε στη σκέψη του Πλάτωνα, στο πλαίσιο της οποίας η Πολιτεία εδράζεται σε ένα κατά συνθήκη ψεύδος, το οποίο δικαιολογεί την ύπαρξη των κοινωνικών τάξεων. «Σε κάθε συζήτηση περί αλήθειας και ψεύδους συναντούμε αυτομάτως μια σειρά από παράδοξα», είπε ο Jean-Michel Rabaté. «Ο ίδιος ο Nietzsche, παρότι στο έργο του κυριαρχεί η αντίληψη ότι δεν υπάρχει αλήθεια, ότι όλα είναι πλασματικά, μεταφορικά, αγαπούσε εντούτοις το ψέμα σε τέτοιο βαθμό ώστε προωθούσε τις έρευνές του μέχρις ότου ανακαλύψει την αλήθεια μέσα στο ψέμα. Για τον Πλάτωνα, πίσω από την ύπαρξη της αιώνιας αλήθειας υπάρχει το βασικό ψεύδος στο σύστημα διακυβέρνησης της ιδεώδους Πολιτείας, ένα κατά συνθήκη ψεύδος ώστε οι εργάτες να είναι ευτυχείς και να μην επαναστατούν: σκέψη που δεν παύει να μας εκπλήσσει. Κι αναρωτιέμαι μήπως σήμερα έχουμε φθάσει να συνειδητοποιούμε πως ό,τι εκτίθεται στο φως είναι ακριβώς ένα κατά συνθήκη ψεύδος», κατέληξε ο καθηγητής Rabaté.

Για τον Πλάτωνα, συμπλήρωσε ο καθηγητής Critchley, η Δημοκρατία ήταν ψέμα – “θεατροκρατία”, όπως χαρακτηριστικά την ονομάζει. Πρέσβευε δηλαδή πως η Δημοκρατία είναι θέαμα και πως πιστεύει στις αυταπάτες τις οποίες η ίδια δημιουργεί. Εντούτοις, η φιλοσοφική σκέψη συγκρούεται με αυτό το ψεύδος.

Υπάρχει, τέλος, μια κατηγορία ψεμάτων που μπορούν να περιγραφούν ως «ηθικά ψεύδη» γιατί λειτουργούν με βάση ορισμένες συμβάσεις μεταξύ των ανθρώπων, ώστε αυτοί να μπορούν να συνεχίσουν την κοινή τους πορεία στην κοινωνία. Εδώ εντάσσονται τα ψέματα που λένε οι μεγάλοι στα μικρά παιδιά (όπως λ.χ. για την ύπαρξη του Άη Βασίλη) ή τα ψέματα που λέγονται μεταξύ αγαπημένων προσώπων όταν δεν υπάρχει ανάγκη για αρνητική κριτική. Ο Jean-Michel Rabaté ανέφερε την περίπτωση του Αλσέστ στον Μισάνθρωπο του Μολιέρου, ο οποίος σταματά να λέει οποιοδήποτε ψέμα και αμέσως αρχίζουν ο κοινωνικός του αποκλεισμός και, τελικά, η πτώση του. Επομένως, το «ηθικό ψέμα» υφίσταται και έχει τη χρησιμότητά του.

Η σειρά συζητήσεων με τον καθηγητή Simon Critchley συνεχίστηκε στις 8 Νοεμβρίου 2011, με θέμα «Η αλήθεια στην τραγωδία» και με συνομιλητή τον συγγραφέα, κριτικό και μεταφραστή Daniel Mendelsohn. Η επόμενη συζήτηση πραγματοποιήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2012, με θέμα «Η αλήθεια του ιστορικού». Προσκεκλημένος συνομιλητής ήταν ο Βρετανός ιστορικός Mark A. Mazower. Θα παρουσιάσουμε το περιεχόμενό τους σε επόμενα τεύχη του ΑΩ.

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση
Onassis Cultural Center, New York
Πατήστε εδώ »

(Φωτογραφίες: MengLing Hsieh)


Κορυφή της σελίδας