Ο κατάλογος της έκθεσης «Transition to Christianity»
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΝΔΡΟΥΔΗΣ
   

Transition to ChristianityArt of Late Antiquity, 3rd‒7th Century AD [Μετάβαση στον χριστιανισµό: Η τέχνη στην Ύστερη Αρχαιότητα3ος‒7ος αι. µ.Χ.], επιμ. Anastasia Lazaridou, Νέα Υόρκη: Alexander S. Onassis Public Benefit Foundation (USA), 2011, 191 σελ. ISBN: 9780981966625

Εκατόν εβδομήντα εκθέματα της Αρχαιότητας και της πρώιμης χριστιανικής τέχνης από την Ελλάδα, την Κύπρο, καθώς και από μουσεία των ΗΠΑ, φιλοξενούνται από τις 7 Δεκεμβρίου 2011 έως τις 14 Μαΐου 2012 στην έκθεση του Ωνασείου Πολιτιστικού Κέντρου της Νέας Υόρκης με τίτλο «Transition to Christianity: Art of Late Antiquity, 3rd‒7th Century AD» [«Μετάβαση στον χριστιανισµό: Η τέχνη στην Ύστερη Αρχαιότητα, 3ος‒7ος αι. µ.Χ.»). Επιμελήτριες της έκθεσης, η οποία διοργανώνεται σε συνεργασία µε το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας, είναι η δρ Ευγενία Χαλκιά, διευθύντρια του Μουσείου, και η αναπληρώτρια διευθύντριά του, δρ Αναστασία Λαζαρίδου.

Επιμελήτρια του έγχρωμου, αγγλόγλωσσου καταλόγου 191 σελίδων που συνοδεύει την έκθεση είναι η δρ Αναστασία Λαζαρίδου. Μετά τα απαραίτητα προλογικά σημειώματα και την εισαγωγή της Ε. Χαλκιά και της Α. Λαζαρίδου, ο κατάλογος περιέχει μικρές ενότητες κειμένων κορυφαίων ακαδημαϊκών αρχαιολόγων και ιστορικών, ειδικών μελετητών της τέχνης της εποχής: Peter Brown, Jaś Elsner, Averil Cameron, Ελένης Σαράντη-Mendelovici, Ιωάννη Τουράτσογλου, Henry Maguire, Αριστοτέλη Μέντζου, Kimberly Bowes, Fabrizio Bisconti, Katherine Marsengill, Slobodan Ćurčić. Τα κείμενα αυτά έχουν ενσωματωθεί στον κατάλογο κατ’ απόλυτη αντιστοιχία με τις ενότητες της έκθεσης. Ακολουθούν λήμματα με φωτογραφίες για 144 από τα εκθέματα, μερικά από τα οποία έχουν έλθει πρόσφατα στο φως και παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό. Έργα από σχεδόν όλο το φάσμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας (εικόνες, ψηφιδωτά, γλυπτά, αρχιτεκτονικά µέλη, επιγραφές, νομίσματα, λειτουργικά σκεύη, κοσμήματα και αντικείμενα καθημερινής χρήσης) αποκαλύπτουν στους επισκέπτες της έκθεσης τον δημιουργικό αναβρασμό του κόσμου και της καλλιτεχνικής δημιουργίας της Ύστερης Αρχαιότητας, η οποία βίωνε τη σταδιακή μετάβαση προς µια νέα κοινωνική, θρησκευτική και πολιτισμική πραγματικότητα. Στο τέλος του καταλόγου παρατίθεται εκτενής βιβλιογραφία.

Ο στόχος που είχε τεθεί εξαρχής από τους διοργανωτές, δηλαδή η ανάδειξη, στον τομέα της τέχνης, του πολιτισμικού και θρησκευτικού φαινομένου της μετάβασης από τον αρχαίο κόσμο στον χριστιανισμό, επιτυγχάνεται πλήρως τόσο από την ίδια την έκθεση και το υλικό που έχει επιλεγεί, όσο και από τον λαμπρό ως προς την εμφάνιση και το περιεχόμενό του κατάλογο. Σκιαγραφείται ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της Ύστερης Αρχαιότητας, όπου συναντιέται η Ανατολή με τη Δύση, αλλά και το γεγονός της μετάβασης από τον παλαιό στον νέο κόσμο, η οποία αποτέλεσε μακρόχρονη διαδικασία. Στον χώρο της ΝΑ Μεσογείου, προαιώνιο σταυροδρόμι πολιτισμών και ιδεών, αλλά και χώρο γέννησης νέων ιδεών και μορφών τέχνης, αναδύθηκε μετά τον 3ο αι. μ.Χ. ένας καινούργιος κόσμος μέσα από τη γόνιμη σύζευξη του αρχαίου κόσμου και της νέας, επικρατούσας χριστιανικής θρησκείας, διαπνεόμενος από μια ιδιαίτερη αυθεντικότητα, η οποία, όπως είναι φυσικό, αντανακλά σε όλες τις δημιουργίες του. Η τέχνη αυτής της περιόδου «δυναμικής μετάβασης» (όπως τη χαρακτηρίζει ο καθηγητής Peter Brown) είναι απροσδόκητα δημιουργική.

Η πρώτη από τις επτά ενότητες που διαρθρώνουν την έκθεση, με τίτλο «Το τέλος της Αρχαιότητας; Πολιτισμικές και θρησκευτικές αλληλεπιδράσεις», παρουσιάζει μαρτυρίες της επιβίωσης των αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών μορφών λατρείας κατά τον 3ο και τον 4ο αι. μ.Χ. Ο χριστιανισμός διαδίδεται μέσα σε αυτό το πολιτισμικό πλαίσιο. Μάρτυρες της επιβίωσης της ειδωλολατρίας έως και τον 6ο αι., ως έκφρασης της κοινωνικής ελίτ, είναι τα αγάλματα που βρέθηκαν σε οικιακά ιερά. Από την άλλη πλευρά, ο χριστιανισμός επιδείκνυε τις περισσότερες φορές ευελιξία και ανοχή, ενσωματώνοντας στις καλλιτεχνικές του δημιουργίες μοτίβα και εκφράσεις από παλαιότερα θεματολόγια της τέχνης, όπως τη μορφή του φιλοσόφου με το βαθύ βλέμμα και τα έντονα χαρακτηριστικά, η οποία λειτούργησε και ως πρότυπο για την απεικόνιση των αποστόλων. 

Στη δεύτερη ενότητα, «Η άνοδος του χριστιανισμού: Από την αναγνώριση στην εξουσία», εξετάζονται οι επιπτώσεις τόσο της ένταξης του χριστιανισμού στις αναγνωρισμένες θρησκείες από τον Μέγα Κωνσταντίνο όσο και της πολιτικής της ανέγερσης μεγαλόπρεπων ναών στα μεγάλα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Απεικονίσεις σε νομίσματα της εποχής μαρτυρούν τη συγχώνευση αυτοκρατορικών και χριστιανικών παραστάσεων σε ένα πρότυπο με σκοπό την εξύμνηση του χριστιανικού μεγαλείου.

Η «Αστική πραγματικότητα», στην επόμενη ενότητα της έκθεσης, ανιχνεύει τις σταδιακές αλλαγές στη ζωή των πόλεων, παράλληλα µε τον εκχριστιανισμό των κέντρων του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Επιγραφές σε αρχιτεκτονικά µέλη μαρτυρούν την επιρροή των επισκόπων, οι οποίοι είχαν υψηλή κοινωνική θέση και διέθεταν σε μεγάλο ποσοστό και κλασική παιδεία. Προτομές, ανάγλυφα, ψηφιδωτά αντανακλούν το γόητρο μιας νέας τάξης αξιωματούχων και αστών. Οι νομισματικές μαρτυρίες, όπως για παράδειγμα ο περίφημος Θησαυρός της Μυτιλήνης, αποδεικνύουν με σαφή τρόπο τον πλούτο των πόλεων, ο οποίος βέβαια δημιουργούσε και συνεχή απειλή για επιδρομές και λεηλασίες.

Στην ενότητα «Καθηµερινή ζωή» εκτίθενται έργα σχετικά µε αγαπημένα στο ευρύ κοινό αγωνίσματα του Ιπποδρόμου, τα οποία αντικατέστησαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στα εκθέματα της ενότητας αυτής συγκαταλέγονται και γαμήλια δαχτυλίδια, μάρτυρες του σταδιακού εκχριστιανισμού του γάμου. Ένα σύνολο από φυλαχτά και «γούρια», κοσμημένο µε µαγικά-αποτροπαϊκά σύµβολα, φανερώνει την επικράτηση των λαϊκών δοξασιών. Ο σταυρός και η μορφή του προστάτη αγίου κυριαρχούν στο εξής ολοένα και περισσότερο στα κοσμήματα.

Στην πέμπτη ενότητα, με τίτλο «Πρώιμη χριστιανική λατρεία», εκτίθενται αρχιτεκτονικά µέλη και εκκλησιαστικά έπιπλα της εποχής, στα οποία οι παλαιές μορφές και ρυθμοί υπηρετούν πλέον τις νέες θρησκευτικές ανάγκες και λειτουργίες. Η καθιερωμένη εκείνη την εποχή εκκλησία, κτισμένη στον τύπο της βασιλικής, έχει το πρότυπό της στη Ρώμη. Αντίστοιχα και κάποιοι άλλοι τύποι ναών, όπως οι περίκεντροι, υιοθέτησαν ως πρότυπο τα υστερορωμαϊκά µαυσωλεία.

Η προτελευταία ενότητα της έκθεσης, με τίτλο «Θάνατος και νέα ζωή», αναφέρεται στη βαθιά εσωτερική αλλαγή του εσωτερικού κόσμου και τη θεώρηση του θανάτου ως αρχής της αιώνιας, επουράνιας ύπαρξης που επέφερε ο χριστιανισμός. Παρουσιάζονται χριστιανικά ταφικά έθιμα της εποχής, παράλληλα µε έργα μικροτεχνίας που φανερώνουν την πίστη των χριστιανών στις θαυματουργές δυνάμεις των μαρτύρων και των αγίων.

Τέλος, η έβδομη ενότητα, «Η γένεση της χριστιανικής τέχνης», εξετάζει την τέχνη της Ύστερης Αρχαιότητας κυρίως μέσα από εκθέματα ταφικού περιεχομένου, αλλά και μέσα από σύμβολα μεγάλου ειδικού βάρους για τη νέα θρησκεία, όπως ο σταυρός, το Χριστόγραμμα (ΧΡ) και ο ιχθύς. Με την τελική επικράτηση του χριστιανισμού, η τέχνη της εποχής οικειοποιείται όλο και περισσότερες εκφάνσεις της τέχνης της Αρχαιότητας για τους δικούς της σκοπούς. Η τελευταία αυτή ενότητα εξετάζει τους τρόπους µε τους οποίους ορισμένες ειδωλολατρικές μορφές τέχνης και ιδέες ενσωματώθηκαν στη νέα χριστιανική τέχνη και καθιερώθηκαν πια ως αναπόσπαστα στοιχεία της. Χαρακτηριστική στην περίπτωση αυτή είναι η τέχνη της προσωπογραφίας, που αντικαταστάθηκε από την εικόνα (αγιογραφία). Εικόνες και λείψανα –το Άγιο Πρόσωπο του Χριστού στην Έδεσσα, η εικόνα της Παναγίας Παρθένου στην Κωνσταντινούπολη– έγιναν τα φυλαχτά της αυτοκρατορίας, καθώς προικίζονταν με θαυματουργές ιδιότητες.

Όπως τονίζεται και από τα κείμενα των ειδικών επιστημόνων, κατά την Ύστερη Αρχαιότητα ώς τον 7ο αιώνα, συντελείται σταδιακά μια κορυφαία πολιτιστική αλλαγή στην κοινωνία, η οποία έχει ελάχιστα μέχρι σήμερα τονιστεί από την ιστορική έρευνα και τους ιστορικούς της τέχνης. Το πιο ίσως σημαντικό χαρακτηριστικό του αρχαίου κόσμου, ο έντονος διαχωρισμός ανάμεσα στην αριστοκρατική και τη λαϊκή κουλτούρα, αρχίζει να εκλείπει εντελώς προς το τέλος του 6ου αι. Για πρώτη φορά στην ιστορία του χριστιανισμού η κουλτούρα του μέσου χριστιανού υπηκόου του Βυζαντίου ταυτίστηκε με εκείνη της ανώτερης τάξης και του ανώτερου κλήρου (επισκόπων). Είχαν βέβαια προηγηθεί παλαιότερα οι αγώνες πολλών αγίων και ανθρώπων της Εκκλησίας για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη και ελευθερία. Αργότερα, οι πολιτισμικές και θεολογικές συγκρούσεις του 5ου και του 6ου αι. μαρτυρούν όλη αυτή την προσπάθεια της κοσμοπολίτικης κοινωνίας του Βυζαντίου να επιτύχει μια νέα ισορροπία.

Πλησιάζοντας προς τον 6ο και τον 7ο αι., οι διαδικασίες μετασχηματισμού της κοινωνίας και των ιδεών είχαν προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό και είχαν αφομοιωθεί συνειδητά από όλο τον πληθυσμό της αυτοκρατορίας, ώστε το Βυζάντιο να θεωρεί πια τον εαυτό του όχι ως κοινωνία όπου ο χριστιανισμός ήταν απλώς η κρατούσα θρησκεία, αλλά πλέον ως κοινωνία εντελώς χριστιανική. Όπως είναι φυσικό, η θεώρηση αυτή οδήγησε και σε άλλους δρόμους. Το Βυζάντιο είχε αναλάβει τον ρόλο του χριστιανικού προπυργίου της Μέσης Ανατολής, εγχείρημα που υπερασπίστηκε αρκετές φορές με επιτυχία.

Όλη την εξεταζόμενη περίοδο, η αυτοκρατορική διοίκηση είχε δημιουργήσει ένα ενοποιημένο κράτος, με πολιτισμό στον οποίο, παρά τις όποιες δογματικές διαφορές, ουσιαστικά δεν υπήρχαν βαθιά χάσματα. Οι άνθρωποι, καθώς ήταν ελεύθεροι, μετακινούνταν από τις επαρχίες στην πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη δίχως να χάνουν την επαφή με τις ρίζες τους. Σε όλη τη διάρκεια αυτών των πρώτων χριστιανικών αιώνων, όλες οι δυνάμεις της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συγκλίνουν προς την κατεύθυνση του συγκεντρωτισμού, της ομογενοποίησης, της οικονομικής και πολιτικής αλληλεγγύης. Η τέχνη και οι δημιουργίες της, αντιπροσωπευτικά δείγματα από τις οποίες παρουσιάζονται στην έκθεση, είναι απόλυτα εναρμονισμένες με το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής.  

(O Πασχάλης Ανδρούδης είναι διδάκτωρ Βυζαντινής Αρχαιολογίας, αρχιτέκτων, αναστηλωτής. Πρόσφατα εξελέγη λέκτορας Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ.)  

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση




Κορυφή της σελίδας